Police brutality

Υπάρχουν στιγμές που με έχεις διαβάσει, και με βλέπεις να είμαι λίγο (ή, καλύτερα, πολύ) ευαίσθητος με την αστυνομική βία.

Όταν συμβαίνει, να φωνάζω, να αντιδρώ, να διαμαρτύρομαι.

Συνήθως, αν όχι πάντα, τριγύρω από την αστυνομική βία, υπάρχει η δικαιολογία μίας παρανομίας. Με, ή χωρίς εισαγωγικά. Πχ, ένας μετανάστης έκλεψε μία τσάντα – συνελήφθη και βρέθηκε αργότερα νεκρός στο τμήμα. Ταραχοποιοί προκάλεσαν επεισόδια – οι αστυνομικές δυνάμεις καταστολής άσκησαν βία με τα γκλομπ ή χρησιμοποιώντας χημικά. Ενας νεαρός πέταξε πλαστικό μπουκάλι (ή απλώς έβρισε) αστυνομικούς σε περιπολία – ένας εκ των αστυνομικών τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Υπάρχει, συνήθως (όχι πάντα) μία παρανομία, και συνήθως (όχι πάντα) ακολουθεί παρά πόδας μία αστυνομική ασυδοσία.

Σε κάποιες από τις διαμαρτυρίες μου για την αστυνομική βία (διαμαρτύρομαι α-πο-κλει-στι-κα για την αστυνομική βία, ποτέ για τις παρανομίες που την προκαλούν/δικαιολογούν/ή απλώς συνυπάρχουν μαζί της, (όλο και πιο συχνά, δυστυχώς) ακούω από άλλους σχολιαστές:

«Ναι, αλλά αυτό (την παράνομη πράξη) θα το αφήσεις ασχολίαστο; Δεν πρέπει να ασχοληθούμε μ’ αυτό; δεν πρέπει να το κατακρίνουμε;»

Ας δούμε μία και καλή τον τρόπο σκέψης μου, για να μην εξηγώ, κάθε φορά, τα ίδια πράγματα.

Όχι, δεν θα ασχοληθώ με την παρανομία.

Δεν θα ασχοληθώ με τους σιχαμερούς τύπους που έκαψαν τους τρεις στην τράπεζα, δεν θα ασχοληθώ με τους μετανάστες που έσφαξαν τον οικογενειάρχη για μία βιντεοκάμερα, δεν θα ασχοληθώ με τους υπάνθρωπους που πέταξαν μία μολότοφ σε αστυνομικό που έπεσε από την μηχανή στο Σύνταγμα, δεν θα ασχοληθώ με αυτούς που κλέβουν στις πορείες, δεν θα ασχοληθώ με τους δολοφόνους των αστυνομικών στις μηχανές.

Μου ζητάς να ασχοληθώ μαζί τους. Να τους κατακρίνω.

Δεν προτίθεμαι να το κάνω.

Θα ασχοληθώ με αυτούς που βάρεσαν τον κύπριο Αυγουστίνο, με αυτούς που συνέλαβαν τον τύπο με τα πράσινα παπούτσια, με αυτούς που άφησαν να πεθάνει η Γκουλιώνη, με αυτούς που συνέλαβαν τον Μάριο Ζ, θα ασχοληθώ με αυτούς που έριξαν τα χημικά στο Σύνταγμα, με αυτούς που στάθηκαν δίπλα-δίπλα με ακροδεξιούς στην Κρήτη, θα ασχοληθώ με αυτούς που έλεγαν «εσύ είσαι το νούμερο ένα -και εσύ το νούμερο δύο» στο ΑΤ Ακρόπολης, με αυτούς που έδειραν τον Μώδεστο όταν διαμαρτυρήθηκε, η λίστα είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ. Με αυτούς θα ασχοληθώ.

Αποκλειστικά.

Γι΄αυτούς θα φωνάξω. Γι’ αυτούς θα διαμαρτυρηθώ.

Αποκλειστικά.

Αντέχεις την συνέχεια; γιατί προτίθεμαι να σου εξηγήσω γιατί.

~

Είμαι πολίτης αυτής της χώρας. Είτε ψήφισα αυτήν την κυβέρνηση, είτε άλλο κόμμα βουλής, είτε τρίτο άγνωστο κόμμα, είτε έριξα λευκό, είτε δεν ψήφισα καθόλου (εφόσον μου το επιτρέπει ο εκλογικός νόμος) είμαι ενεργό μέρος αυτής της κοινωνίας.

Στην εξίσωση, για ο,τι έχει συμβεί στο παρελθόν, και για ο,τι πρόκειται, δυστυχώς, να συμβεί και στο μέλλον, υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένα στοιχεία:

Υπάρχουν (συνήθως) οι «παράνομοι».

Υπάρχει (πάντα) η εκτελεστική εξουσία (συνήθως με την μορφή της αστυνομίας).

Ας δούμε τον ρόλο μου, τις ευθύνες μου, απέναντι σ’ αυτά τα δύο στοιχεία.

~

Πρώτον, οι «παράνομοι».

Αυτός που κρατάει μολότοφ, αυτός που κρατάει πέτρα, αυτός που κρατάει πιστόλι, αυτός που σπάει μαγαζιά, αυτός που καταστρέφει, που σκοτώνει, αυτός που παρανομεί – όλοι δεχόμαστε ότι αυτός είναι ο παράνομος.

Ε, λοιπόν, αυτός ο παράνομος δεν κάνει απολύτως τίποτα για λογαριασμό μου.

Δεν τον διάλεξα, δεν τον επέλεξα, δεν τον ψήφισα, δεν τον ανέχθηκα, δεν τον έβαλα εκεί, δεν του ζήτησα να πάει, δεν έχω μιλήσει μαζί του, δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ξέρω ΚΑΝ αν είναι ένοχος.

Αυτός ο παράνομος δεν είμαι εγώ.

Δεν έχω εξουσία επάνω του, δεν μπορώ να τον σταματήσω, δεν μπορώ να τον καθοδηγήσω, δεν με ακούει, κατά πάσα πιθανότητα με μισεί εξίσου με εσένα, δεν είναι δικός μου –

– δεν με εκπροσωπεί.

Δεν ξέρω τι σκέφτεται, δεν ξέρω γιατί το κάνει, δεν ξέρω αν είναι τραμπούκος, αν είναι τίμιος επαναστάτης, αν είναι εγκάθετος, αν είναι μαφιόζος, αν είναι πρεζόνι, αν είναι πεινασμένος, αν έχει παιδιά, ή αν εκδίδει την γυναίκα του.

Αυτός είναι παράνομος. Εγώ, πάλι, όχι.

Θα μπορούσα, θα μου πεις, με κάποιους από αυτούς, να είμαι μαζί τους: να κλέβω, ή να αντιστέκομαι στην Κερατέα. Να δολοφονώ, ή να αντιστέκομαι στο Σύνταγμα.

Θα μπορούσα να είμαι –

– δεν είμαι όμως. Είτε είμαι πολύ ηθικός, είτε είμαι πολύ δειλός, αυτός είναι εκεί, εγώ είμαι εδώ.

Πιστεύεις ότι τρέφεται με την σιωπή μου, και σου λέω ότι, είτε το θέλω, είτε όχι, έχω πάρει την θέση μου, πολύ καθαρά: Αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ.

Και στο ξαναλέω, και πρόσεξέ το αυτό: και μόνο που αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ, μας κάνει εχθρούς, όχι φίλους.

Εγώ μπορεί να μην ασχολούμαι μαζί του – αυτός όμως, κατά πάσα πιθανότητα, αν με είχε μπροστά του, έτσι όπως κάθομαι στον καναπέ μου, και κρύβομαι πίσω από το πληκτρολόγιό μου, θα μου άνοιγε το κεφάλι.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν τον αδικώ κιόλας.

Δεύτερον, οι νόμιμοι.

Εδώ, έχουμε θέμα.

Διότι, ως πολίτης αυτής της χώρας, ως ενεργό (είπαμε, με οποιονδήποτε τρόπο) μέλος αυτής της κοινωνίας, το αστυνομικό όργανο υπάρχει για να προστατεύει εμένα.

Εγώ επέλεξα τα αφεντικά του, εγώ τα εξέλεξα, εγώ τον όπλισα, εγώ τον κατέβασα στους δρόμους, εγώ του είπα (μέσω της νομοθετικής εξουσίας) τι να κάνει, εγώ τον ανέχθηκα, εγώ του ζήτησα να πάει, εγώ ψήφισα τα άμεσα αφεντικά του.

Ο αστυνομικός που κυκλοφορεί στους δρόμους, έχει όπλο μαζί του. Του το επέτρεψα εγώ. Τις σφαίρες του τις πληρώνω εγώ. Τον κατέβασα στους δρόμους. Εγώ. Του έδωσα εξουσία να σκοτώνει. Εγώ. Του έδωσα νόμους για να ακολουθεί. Εγώ. Του έδωσα εντολή να πάει στα χειρότερα μέρη, να βάλει τον εαυτό του σε κίνδυνο, για να σώσει εμένα.

Το αφεντικό του κάθε αστυνομικού είμαι εγώ. Και την ευθύνη των πράξεών του;

Εγώ την έχω. Εξ’ ολοκλήρου.

~

Θα μου πεις «εσύ έστειλες τους ΜΑΤατζήδες να πετάξουν χημικά ΜΕΣΑ στο μετρό στο Σύνταγμα»; όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ τους έστειλες να πετάξουν κρότου λάμψης με αποτέλεσμα να κουφαθεί ο κύπριος δημοσιογράφος;» Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ έβαλες τους αστυνομικούς να φυτέψουν μολότοφ στην τσάντα του παιδιού με τις πυζάμες; Εσύ τους έβαλες να σακατέψουν τον διαδηλωτή στο σύνταγμα που τους λέει »μην με χτυπήσεις»; Εσύ τους έβαλες να χτυπήσουν με τους πυροσβεστήρες; εσύ τους είπες να χτυπήσουν οδηγώντας την μηχανή πάνω στον κόσμο; εσύ τους έβαλες να κλωτσήσουν την περαστική σπάζοντάς της το πόδι; εσύ τους έβαλες να ρίξουν χημικά στα σουβλατζίδικα στο μοναστηράκι; εσύ τους είπες να χτυπήσουν δημοσιογράφους στην Ακρόπολη»;

Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου.

Τις εντολές ΜΟΥ.

Γιατί, αυτοί οι άνθρωποι, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, είναι υπό τις εντολές μου. Και αν όχι αυτοί, τότε οι διοικητικοί προϊστάμενοί τους. Και αν όχι αυτοί, οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους.

Αυτοί, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, όλα αυτά τα κάνουν (δήθεν, ή μη) για να προστατέψουν εμένα. Από τους παράνομους. Εμένα. Αν δεν θέλω να λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, έχω την πολιτική, κοινωνική, ηθική υποχρέωση να αντισταθώ.

Δεν έχω καμία υποχρέωση να αντισταθώ στους «παρανόμους»: το έκανα ήδη, φτιάχνοντας νόμους, στήνοντας ένα δικαστικό σύστημα, και ενεργοποιώντας μία αστυνομία – ίσως ένα από το πιο σκληρό, το πιο άκαρδο, το πιο άσπλαχνο, το πιο βάναυσο, το πιο αποτρόπαιο αστυνομικό κράτος που έχουμε δει μετά την χούντα.

Έχω κάνει ήδη το ..καθήκον μου απέναντι στους παρανόμους. Και αυτό το καθήκον, ειδικά το αστυνομικό, με κάνει να ντρέπομαι, κάθε φορά που παρακούει τις εντολές μου.

Μην μου ζητάς λοιπόν να καταδικάσω τις παρανομίες των παρανόμων.

Αρνούμαι να το κάνω, γιατί δεν τους εκπροσωπώ – ούτε και αυτοί θέλουν την εκπροσώπησή μου.

Αντίθετα, ζήτα μου, όσο πιο επιθετικά μπορείς, όσο πιο επίμονα, όσο πιο απαιτητικά μπορείς να μαζέψω, με όποιον τρόπο μπορώ, την αστυνομική βία. Να την κατακρίνω, όσο πιο σκληρά μπορώ, όσο πιο πολύ μπορώ, όσο πιο έντονα μπορώ.

Όποια μορφή και αν έχει, όποια δικαιολογία και αν βρει, όποιο σιχαμένο καθήκον και αν υπηρετεί.

Γιατί οι παράνομοι δεν με φωνάζουν «αφεντικό». Οι νόμιμοι με φωνάζουν.

Καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα:

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Στην κρίσιμη οικονομική στιγμή που συνέπεσε, τυχαίως, η παγκόσμια οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα, ο Γεώργιος Παπανδρέου, με περισσό θάρρος και τόλμη, ήταν το μόνο προπύργιο για την αποφυγή της διάλυσης της Ελλάδας.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο φρέσκος πολιτικός που με προσωπικό κόστος και με μηδαμινά οφέλη, με πόνο καρδιάς, αλλα κυρίως με ειλικρίνεια απέναντι στον ελληνικό λαό ο Γ. Παπανδρέου προχώρησε σ’ εκείνες τις ριζικές λύσεις, τόσο επώδυνες όσο και απαραίτητες, για να ορθοποδήσουμε, να σταθούμε σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Προέταξε την ορθή αντιμετώπιση απέναντι στον καταστροφικό λαϊκισμό της αριστεράς, που, με πρωτεργάτες είτε μανιακούς της «σωτηρίας» οικονομολόγους (όπως τον κ. Καζάκη, ή τον κ. Λαπαβίτσα) είτε «μετανιωμένους» πολιτικούς όπως την κα Σακοράφα, τον κ. Δημαρά, τον κ. Οικονόμου που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη που έδειξε το κόμμα στο πρόσωπό τους, είτε ακόμα και στον Σύριζα, που έχει ενορχηστρώσει την αντίδραση με άλλα μέσα, με γιαουρτώματα, ανταρτοπόλεμους, ήταν μία όαση για την χώρα.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο πολιτικός που, με στο όραμά του για την σωτηρία της χώρας εκτίμησε και προχώρησε στην σύμπραξη με την (δήθεν) άκρα δεξιά όπως αυτή εκφράζεται στην βουλή μέσω του κ. Καρατζαφέρη, έδειξε πως δεν υπάρχουν ούτε στεγανά, ούτε αδιέξοδα στην δημοκρατία.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Προχώρησε σε μανιώδεις προσπάθειες το πολιτικό σκηνικό να απεμπλακεί από λειτουργίες που αποδεικνύονταν επιζήμιες, δίνοντας πλήρη διαφάνεια, βγάζοντας στην σέντρα όλους όσους θα τολμήσουν στο μέλλον να φάνε από τον κρατικό κουμπαρά, τραβώντας μία γραμμή στο παρελθόν, βοηθώντας μας να μην κατρακυλήσουμε σε στιγμές αλληλοκατηγοριών προς αυτούς που, κατά τον χείριστο και πλέον καταδικαστέο (πολιτικά και θεωρητικά) τρόπο εκμεταλλεύτηκαν στο παρελθόν το κράτος.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Η ελληνική αστυνομία, κάτω από της διαταγές του, έγινε πραγματικό υπουργείο προστασίας του πολίτη, ασκώντας τα καθήκοντά της με τρόπο που μόνο τιμά την δημοκρατία που προσπαθεί να στηρίξει.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Οι σχέσεις μας με χώρες όπως είναι το Ισραήλ, χάρη στην επιτυχημένη πορεία του ως υπουργός εξωτερικών στο παρελθόν, έχουν πλέον περάσει σε αδελφική μορφή, επιλέγοντας με λογική τους ισχυρούς από τους ανίσχυρους για συμπορευτές μας στις δύσκολες ώρες που διανύουμε.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Από τα κρισιμότερα πράγματα που προσέθεσε στον δημόσιο βίο ήταν η σταθερότητα στις αποφάσεις, η πυγμή, η οποία ταυτόχρονα με τον δημόσιο διάλογο, έχουν κάνει τον Έλληνα πολίτη για πρώτη φορά σίγουρο για το κράτος που τον κυβερνά.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Άλλωστε, υπάρχουν χιλιάδες, χιλιάδες παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για την καλύτερη στιγμή που θα μπορούσε να ελπίσει η χώρα στις δύσκολες στιγμές που περνάει.

Αυτά είχα να πω, για να μην έχουμε καμία παρεξήγηση.

~

Και αφού τα είπα όλα αυτά, και ξεκαθάρισα την θέση μου, τώρα αφεντικό τι λες, την γλυτώνω την φυλακή; Ε; θα με αφήσεις να γράφω «ανώνυμα» και απείραχτος τώρα;

Εντάξει είμαι με αυτά; περνάω; είμαι δικός μας;

Φχαριστώ αφεντικό, να σαι καλά αφεντικό. Και από μένα, ότι θες.

~

Υ.Γ: Το πιο δύσκολο κείμενο που έγραψα ποτέ στην ζωή μου, ακόμα και με την προδιάθεση ειρωνίας. Απορώ , απορώ ειλικρινά, πως το καταφέρνουν άλλοι τόσο εύκολα.

Υ.Γ: Όσο το έγραφα, ένα πράγμα που πετιόταν διαρκώς στο μυαλό: ξέρεις ότι κάτι κάνεις σωστά, όταν αυτοί που κρίνουν την κυβέρνηση έχουν την ανάγκη να το κάνουν «ανώνυμα», και αυτοί που την αποθεώνουν έχουν την ανάγκη να το κάνουν επώνυμα.

Όπως πάντα παίζοντας κυρίως, μάζεψα 12 άρθρα από το blog μου, δώδεκα ιστορίες που σας έκαναν να γελάσετε (ελπίζω 🙂 ) και τις συγκέντρωσα σε ένα ηλεκτρονικό βιβλίο για να διαβάζετε με τα ebook σας το καλοκαίρι.

Μπορείτε να το κατεβάσετε εντελώς δωρεάν (μέρες που είναι) από εδώ http://minus.com/m12istories

  • εδώ για απ’ ευθείας download του epub
  • ePub Με ενσωματωμένες γραμματοσειρές χάρη στην βοήθεια του Μιχάλη του Blog Ηλεκτρονικός αναγνώστης
  • εδώ για απ’ ευθείας download του mobi για τους κατόχους Kindle
  • σε PDF μορφή

    Καθώς το έχω φτιάξει μόνος μου, ελπίζω να το έχω φτιάξει σωστά – το έχω δοκιμάσει μόνο στις (δωρεάν) εφαρμογές iBooks και Stanza του iphone. (Δεν έχω αληθινό ebook reader – ίσως θα αποκτήσω αν το επόμενο βιβλίο σας το χρεώσω κάτι-τις :))

    Αν μπείτε στον κόπο και το κατεβάσετε, και το ανοίξετε, και το διαβάσετε (ουφ, πολύς κόπος καλοκαιριάτικα) αφήστε ένα μήνυμα ότι έπαιξε σωστά, ή ότι είχατε πρόβλημα στην ανάγνωση. Δεν θα ξέρω να το λύσω, αλλά τουλάχιστον να το ξέρω ότι κάτι πήγε στραβά.

    Καλό καλοκαίρι, καλή ανάγνωση 🙂

    UPDATE: και σε βιβλίο για να το διαβάσετε εδώ

    Υ.Γ.1: Το βιβλίο έχει δικαιώματα χρήσης ask2use, όσοι το κατεβάσετε, θα μου κάνετε μεγάλη χάρη αν τα σεβαστείτε 🙂

    Υ.Γ.2: Το γραφικό του άρθρου το έφτιαξα χρησιμοποιώντας το εξώφυλλο του βιβλίου και το site http://www.myecovermaker.com/

    Υ.Γ.3: Αν αναρωτιέστε για το εξώφυλλο, ναι, άλλαξε 🙂 Δεν ήταν η επιτυχία του βιβλίου (LOL) αλλά το γεγονός ότι χρησιμοποίησα φωτό που δεν ήμουν σίγουρος για τα δικαιώματα χρήσης. Μαλακία μου, αλλά αλλάζοντας το έγινε πιο ωραίο! 🙂 Ο δημιουργός της φωτό είναι ο Fred Fokkelman

    Υ.Γ.4: Πήρα την ιδέα της κατασκευής από το πολύ καλό δωρεάν ebook Δήγμα Γραφής των εκδόσεων OPENBOOK που σας συνιστώ να κατεβάσετε 🙂

    Υ.Γ.5: Αν και παιδεύτηκα, άγρια, για να φτιάξω τούτο το βιβλίο, λέω να σας γλυτώσω από τον κόπο, και να σας προτείνω κάτι που, φυσικά, ανακάλυψα μετά: Με το Sigil (μόνο για Windows) «Multi-platform: runs on Windows, Linux and Mac» θα μπορέσετε και εσείς να φτιάξετε, πιο εύκολα από μένα, το δικό σας ebook.

    Υ.Γ.6: Πλέον, και σε PDF, και embed στην σελίδα για να το διαβάσουν όσοι δεν έχουν αναγνώστη (αν και για το τελευταίο, δεν είμαι σίγουρος ότι έχει νόημα, γιατί, επαναλαμβάνω, πρόκειται για αναδημοσίευση κάποιων άρθρων που είναι ήδη online). Η μετατροπή σε pdf έγινε με το πολύ καλό σέρβις της http://www.doc2pdf.net/ το δε web embed με την αξιόλογη υπηρεσία της issuu

    Υ.Γ.7: Μόνο σε audiobook δεν το ‘χω βάλει, να σας νανουρίζει το βραδάκι η φωνούλα μου!

    (βρε, λες;) 🙂

  • Flickr Photo

    Διαβάζω, τις τελευταίες ημέρες μία προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθεί η ιστορία της Amy Winehouse, του Ισλανδού δολοφόνου, ακόμα και του μεγέθους της κυπριακής έκρηξης των πυρομαχικών.

    Είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό, τα άρθρα νιώθω πως έχουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, μία δυσκολία να εκφραστούν, μία αμηχανία.

    Μια αμηχανία ως προς το αποτέλεσμα της ιστορίας που πραγματεύονται.

    Παράλογος ο θάνατος μίας 27χρονης, και κατά γενική ομολογία πετυχημένης κοπέλας, παράλογοι οι λόγοι που οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου μαζική δολοφονία, παράλογες οι απροσεξίες στην διαχείριση πολεμικού υλικού.

    Αδύνατη η κατανόησή τους.

    Εγώ πάλι, ξαφνιάζομαι με τις αντιδράσεις.

    Είναι παράλογος ο θάνατος της Winehouse όταν, μόλις λίγες ημέρες πριν παραπατά μπροστά στο κοινό της γιουγκοσλαβίας; Όταν, από ότι μαθαίνω αργότερα, ο πατέρας της λέει δημόσια ότι όποιος της προσφέρει τσιγάρο, όχι ναρκωτικά, ή ποτό, ακόμα και τσιγάρο, θέλει το κακό της;

    Είναι παράλογη η μαζική δολοφονία όταν υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσά μας, που κοστολογούν την ανθρώπινη ζωή του διπλανού μας, λιγότερη από τον σκοπό τους;

    Εϊναι παράλογη η κατάληξη της φύλαξης των πυρομαχικών, όταν έγινε με τέτοιον τρόπο, που, ακόμα και στον πιο ανόητο, αφελή άνθρωπο, θα ήταν αντιληπτό ότι μιλάμε για έγκλημα που περιμένει να συμβεί;

    Τι μας προκαλεί άραγε αμηχανία; ότι τα πράγματα κατέληξαν έτσι, ή η αδυναμία μας να τα αντιληφθούμε;

    ~

    Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, σε καμία περίπτωση. Δεν είμαι πιο έξυπνος από κανέναν από τους υπόλοιπους. Ξαφνιάστηκα απόλυτα από τον θάνατο της Winehouse – παρότι είχα δει, με τα μάτια μου, την θλιβερή σκηνική της παρουσία στην Γιουγκοσλαβία. Ή, αν θέλετε, σε πιο προσωπικό επίπεδο, εντρομος ανακάλυψα τον καρκίνο της μητέρας μου, παρότι την έβλεπα να καπνίζει τόσα χρόνια.

    Προφανώς, δεν ήθελα να δω.

    Είναι, υποθέτω, μία φυσιολογική δυναμική άρνησης, είτε πρόκειται για έναν ξένο μύθο, είτε για έναν δικό μας άνθρωπο.

    Αλλα, όταν βλέπω κάτι, όταν καταφέρνω να αναγνωρίσω το κακό πριν συμβεί, όταν αλλάζω στρατόπεδο, θυμώνω με αυτούς που δεν βλέπουν τι έρχεται.

    ~

    Δείτε αυτές τις φωτό. Σοβαρά, δείτε τις. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

    Διαβάστε αυτό το κείμενο. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

    Διαβάστε αυτήν την περιγραφή.

    Διαβάστε αυτήν την είδηση.

    Δείτε.

    Διαβάστε.

    Υπάρχουν και άλλα, πολλα.

    Είναι δυνατόν να ξαφνιαστούμε αύριο; Μετά από όλη αυτήν την γνώση, όλη αυτήν την προειδοποίηση, είναι δυνατόν;

    ~

    Υ.Γ.: Ξαναδιαβάζοντας τούτο το άρθρο, με καθαρό μυαλό, ως τρίτος, μου δίνω την εντύπωση ότι χρησιμοποιώ τις θλιβερές ιστορίες των τελευταίων ημερών, για να περάσω μία ατζέντα για την οποία φωνάζω πολύ καιρό τώρα.

    Μπορεί.

    Αν και νιώθω βαθιά μέσα μου πως δεν έχω πρόθεση να καπηλευτώ τόσο πόνο, όσο να αναδείξω την επιλεκτική μας αντίληψη των πραγμάτων, θα δεχθώ αδιαμαρτύρητα αν θέλετε να μου προσάψετε αυτό το αδίκημα. Ούτε «μάντης κακών» με άρωμα «σας το ‘πα εγώ» θέλω να γίνω.

    Απλως με πονάνε αυτές οι περιγραφές, με πονάνε αυτές οι ιστορίες, με πονάνε αυτές οι εικόνες.

    Ας είναι αυτό το ελαφρυντικό μου λοιπόν: Φοβάμαι. Και σας θέλω δίπλα μου για να φωνάξουμε όλοι, και να φοβάμαι λιγότερο.

    oxi_pia

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    tis_kerateas

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Tanks4Banks

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Look at me

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Να ξεκινήσω αυτήν την σκέψη με τούτο, που μοιάζει άσχετο, αλλά δεν νιώθω να είναι:

    Είμαι πολύ προσεκτικός όταν μιλάω για το «κίνημα των αγανακτισμένων», κυρίως γιατί δεν θέλω να καπελώσω την προσπάθειά τους: Πήγαμε οικογενειακώς μόνο μία φορά, απόγευμα, καθήσαμε λίγες ώρες, και μέχρι στιγμής δεν έχω συμμετάσχει σε καμία συζήτηση.

    Συνεπώς, δεν δικαιούμαι να ομιλώ αντ’ αυτών.

    «Αυτοί» όμως, δεν υπάρχουν πραγματικά – είναι ένα συνονθύλευμα ατόμων, απόψεων, θέσεων, που έχουν θυσιάσει τον προσωπικό τους χρόνο για κάτι που ονειρεύονται – θα μπορούσα να είμαι και εγώ, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Άρα, χωρίς να παίρνω δάφνες, δικαιούμαι να ομιλώ και εγώ για το θέμα, να καταθέτω και τις δικές μου απόψεις.

    Αυτά, για να μην τολμήσω να πω αύριο «ήμουν και εγώ ένας από αυτούς» – σαν τους κλειδωμένους στο Πολυτεχνείο.

    Αυτά, και συνεχίζουμε.

    ~

    Terror

    Προχθές, Δευτέρα, οι βουλευτές έμειναν μέσα στην Βουλή. Οι αγανακτισμένοι τους μούντζωναν απ’ έξω. Οι βουλευτές, μαζί με τους υπαλλήλους της βουλής, περίμεναν μέσα. Κάποια στιγμή όμως, θέλησαν να πάνε σπίτι τους – οι μέσα, γιατί οι έξω έχουν κάνει σπίτι τους την πλατεία.

    Και φοβήθηκαν.

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Αυτόν, που δεν ξέρεις τι να κάνεις.

    Να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτόν τον φόβο;

    Πριν από μερικούς μήνες, τότε με τον Η1Ν1, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο. Δεν θυμάμαι γιατί, ίσως πονούσαν τα νεφρά μου, φοβόμουν για πέτρα, ίσως για πρόβλημα στην χολή. Πάντως πήγα σε κεντρικό νοσοκομείο, μέρα εφημερίας, ανήσυχος γι αυτό που είχα.

    Εκεί, πήρα αριθμό, αφού πρώτα πέρασα από τις πέντε, δέκα διαδικασίες που χρειάζονται, και ύστερα μου έδειξαν μία σαραβαλιασμένη πόρτα, σε έναν σκοτεινό διάδρομο, και μου είπαν: εκεί.

    Εκεί, μαζί με περίπου τριάντα άτομα, οι μισοί με μάσκες, οι άλλοι όχι, να πονάνε, να βήχουν, να έχουν (ή να φοβούνται ότι οι διπλανοί τους έχουν) Η1Ν1, άνθρωποι με λερωμένα ρούχα, μετανάστες που δεν γνωρίζουν ελληνικά να προσπαθούν να συννενοηθούν με τους άλλους, εγώ να πονάω, ένας σεκιουριτάς να νιώθει χαμένος στο όλο σκηνικό, συγγενείς να νοιάζονται για τους δικούς τους, να περνάνε ουρές, να τσακώνονται, οι δίπλα μου να βήχουν, εγώ να έχω ένα μωρό στο σπίτι, να σκέφτομαι ότι θα γυρίσω εκεί με δώρο ένα Η1Ν1 που προσπαθήσαμε τόσο προσεκτικά να αποφύγουμε, που μπορεί να μας στερήσει την μικρή άδικα.

    Και εκει μέσα, πέρασαν, με το ρολόι, ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ.

    Επι τρεις ώρες φοβόμουν. Επι τρεις ώρες ένιωθα πανικό. Αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος, αν θα το μετάνιωνα μετά, που πήγα εκεί, αν δεν υπήρχε λόγος βρε αδελφέ, σιγά τον πόνο, σιγά το επείγον, αν είναι με την κίνησή μου αυτή να σκοτώσω το παιδί μου.

    Και έφυγα.

    Σχεδόν πανικόβλητος, γνωρίζοντας ότι, όχι μόνο ότι ήταν να γίνει, ότι ήταν να κολλήσω το έχω ήδη κολλήσει, αλλά και ότι το πρόβλημα, αν δεν ήταν νεφρά, μπορεί να ήταν σημαντικό, πονούσα, δεν ήξερα γιατί, δεν πρόλαβα να μάθω γιατί.

    Νίκησε ο πανικός.

    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Εμείς πάλι, ζούμε μ’ αυτόν. Πάμε στην εφορία και αφηνόμαστε στα χέρια ενός παράλογου, αδύνατο να καμφθεί συστήματος. Πάμε στον γιατρό και ξέρουμε πως αν δεν δοθεί φακελάκι, μπορεί ο άνθρωπος μας να παραμεληθεί στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Περπατάμε στον δρόμο, και φοβόμαστε να κοιτάξουμε τον άλλο, απειλούμαστε. Ξέρουμε πως, αυτός που περπατάει δίπλα μας, μπορεί να μην έχει καν να φάει, αυτός, η οικογένειά του, το παιδί του – δεν έχει τίποτα να χάσει αν αποφασίσει να πατήσει την ηθική του για να ταϊσει την οικογένειά του. Πηγαίνουμε για δουλειά -όσοι έχουμε ακόμα- και είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε οτιδήποτε, οτιδήποτε αρκεί να μπει ο μισθός μας, να μην πεινάσει η οικογένειά μας. Ας χάσουμε την αξιοπρέπειά μας, αρκεί να μην χάσουμε το φαΐ της οικογένειας. Ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και τα κανάλια μας και το μέλλον είναι μαύρο, πιο μαύρο από ποτέ, τόσο μαύρο που παραδίνεσαι, και λες «ότι θες, κάνε ότι θέλεις – αρκεί να φύγει το μαύρο μέλλον.»

    Κάποιοι απο εμάς, αντιδρούν σε αυτόν τον εκβιασμό, για να βρεθούν σε έναν χειρότερο – να τους βάλουν μολότωφ στις τσάντες για να τους ενοχοποιήσουν, να τους κρατήσουν μήνες, ΜΗΝΕΣ φυλακή χωρίς κανένα στοιχείο, να τους χτυπήσουν με πυροσβεστήρες, να τους ψεκάσουν αδιαφορώντας για τα παιδιά τους, να τους βιάσουν κάθε σκέψη αν τολμήσουν να αντιδράσουν στην εξουσία.

    Δες το αυτό το τελευταίο, μπορεί να μην το γνωρίζεις. Είναι το χειρότερο από δολοφονίες, από εκβιασμούς, από τραμπουκισμούς. Διάβασέ το σταγόνα, σταγόνα, να ποτίσεις από τον φόβο που σου χαρίζουν.
    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Ο πανικός δεν είναι καλός. Ο φόβος, δεν είναι καλός. Είμαι ο πρώτος, ο πρώτος που θα αντιδράσω στο να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή – δεν θα το ξεστομίσω ποτέ, το σιχαίνομαι αυτό το σύνθημα, το σιχαίνομαι γιατί νομοτελειακά θα μου φέρει χειρότερους από αυτούς – όταν αυτοί θα πάνε στα Παρίσια και στα Λόνδρα, στας Βρυξέλλας και στας Μονάχους, και θα επιστρέψουν νικητές, ήρωες της επανάστασης – όταν εγώ θα έχω φάει και άλλο ξύλο, και άλλη τιμωρία για να διώξω τις στολές που τόσο δύσκολα και απρόσμενα ξεφορτωθήκαμε, κάπου εκεί το ’73

    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Μόνο που ο πανικός είναι κολλητικός. Αν το έχει ο γείτονάς σου, θα κολλήσεις και εσύ. Αν φοβούνται οι εκατό, οι χίλιοι, οι δέκα χιλιάδες, οι εκατό χιλιάδες που είναι έξω από την πόρτα σου, όσα αλεξίσφαιρα αυτοκίνητα και αν έχεις, όσα σπίτια στην Διονυσίου Αεροπαγίτου, όσα κότερα, εξοχικά, όσους μπράβους, όση Δημοκρατία και αν σε περικλείει σε ένα κτίριο επιβλητικό, κρεμ σομόν, στο κέντρο της Αθήνας, με νυχτερινά φώτα το βράδυ, με δερμάτινα καθίσματα, με πούρα και δικό σου γυμναστήριο, με την γυναίκα σου να συμμετέχει σε γκαλά και να χορεύει για φιλανθρωπικούς σκοπούς, με στούντιο, παράθυρα και αντιπαραθέσεις με συναδέλφους –

    – ο πανικός δεν έχει χρώμα, δεν έχει οσμή, περνάει από κλειστές πόρτες, από την υπουργική σου λιμουζίνα, από την μυρωδιά του πούρου σου, από τα αρμάνι και τα ξύλινα πατώματα, ποτίζει ο πανικός.

    ~

    Δεν θα έπρεπε να φοβούνται οι βουλευτές. Δεν θα έπρεπε να φοβάται η δημοκρατία. Μα έκανε λάθος πράγματα, διαρκώς, δεν σταματάς να φοβάσαι με τα ΜΑΤ, δεν σταματάς να φοβάσαι με τους σωματοφύλακες, όταν κρύβεσαι στο σπίτι σου, όταν φυλακίζεσαι για να μην σε δουν στον δρόμο.

    Ενισχύουν τον φόβο αυτά, δεν τον καταλαγιάζουν.

    Δεν θα σου πω κύριε βουλευτά πως θα σταματήσεις να φοβάσαι. Αν δεν ξέρεις, αν δεν έχεις καταλάβει, τελικά, ίσως σου αξίζει.

    ~

    Update – υστερόγραφο: επειδή το ‘χω και ένα άγχος, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν βγήκαν μόνοι τους, κάποιος τους ψήφισε, και όχι μία φορά, περισσότερες από μία – αν διαβάζοντας αυτό το άρθρο, το μόνο που συγκράτησες, είναι «πάμε να τους βαρέσουμε, ού! ού!» είσαι χειρότερος από αυτούς. Και μιλάω πολύ, πολύ σοβαρά.

    Μπόρα έπιασε

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Amalia

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Αντιγράφω (με την άδειά τους) από τον δικτυακό τους τόπο. Αντί δικών μου σχολίων, υπογραμμίζω στο αρχικό κείμενο.

    19.05.11
    κ. Γιώργο Α. Παπανδρέου
    Πρωθυπουργό της Ελλάδας

    Αθήνα, 18 Μαΐου 2011

    Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

    Στο όνομα της προστασίας των αμάχων της Λιβύης, δεσμεύσατε την Ελλάδα σε ένα πόλεμο εναντίον του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι μαζί με διάφορα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η σύγκρουση έχει ήδη εκτοπίσει περισσότερους από 750.000 αμάχους οι οποίοι επιχειρούν να ξεφύγουν από τη βία στη χώρα τους.

    Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, η Τυνησία και η Αίγυπτος έχουν ήδη υποδεχθεί περισσότερους από 630.000 εξ αυτών. Τα Ευρωπαϊκά Κράτη, όμως, με άλλοθι την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, αρνούνται την υποχρέωσή τους να επιτρέψουν σ’ αυτά τα θύματα πολέμου την είσοδο στην Ευρώπη.

    Ωστόσο, με την εμπλοκή σας σ’ αυτόν τον πόλεμο δεσμευτήκατε επίσης να υποστείτε τις συνέπειες και να καταβάλλετε κάθε προσπάθεια για να περιορίσετε τις επιπτώσεις του στον άμαχο πληθυσμό. Αυτό αποτελεί νομική υποχρέωση στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων τις οποίες η Ελλάδα έχει υπογράψει, όπως επίσης και ηθική ευθύνη.

    Σας απευθύνουμε επείγουσα έκκληση να σεβαστείτε τα δικαιώματα όλων των αμάχων στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τις συγκρούσεις στη Λιβύη, διασφαλίζοντας ότι δεν θα επαναπροωθηθούν από τα χωρικά ύδατα και το έδαφος της Ευρώπης προς μια εμπόλεμη ζώνη. Επίσης, σας καλούμε να εξασφαλίσετε γι’ αυτούς τους ανθρώπους αξιοπρεπείς συνθήκες υποδοχής στην Ευρώπη και πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, όταν αυτό ζητηθεί από τους ίδιους.

    Μέχρι σήμερα αυτά τα δικαιώματα δεν γίνονται σεβαστά και χιλιάδες άνθρωποι, θύματα του πολέμου, πληρώνουν το τίμημα για την ασυνέπεια της πολιτικής των Ευρωπαϊκών Κρατών. Πολλές εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά, χάθηκαν στη θάλασσα όταν το σκάφος στο οποίο επέβαιναν ναυάγησε.

    Αυτοί οι άνθρωποι είτε έφυγαν αναζητώντας επιβίωση στην Ευρώπη είτε εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση από τις αρχές της Λιβύης για λόγους πρόκλησης αναστάτωσης. Χιλιάδες ακόμη αποβιβάστηκαν τις τελευταίες εβδομάδες στις ακτές της Ιταλίας. Όπως μας αναφέρουν οι ομάδες μας στη Λαμπεντούζα, η υποδοχή τους ήταν ανεπαρκής δεδομένων των αναγκών τους.

    Τώρα πρέπει να κάνετε πράξη τα λόγια σας για την προστασία των αμάχων της Λιβύης. Είστε υπεύθυνος για την μοίρα αυτών των θυμάτων πολέμου όπως και για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων τους.

    Η ευθύνη αυτή πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά των προβληματισμών σας.

    Με τιμή,

    Ρεβέκα Παπαδοπούλου,
    Γενική Διευθύντρια
    Γιατροί Χωρίς Σύνορα, Ελληνικό Τμήμα

    Το αρχικό κείμενο, εδώ. Αντιγράψτε και επαναπροωθήστε όπου και όπως νομίζετε.

    Εχθες το βράδυ, μία ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου.

    Σκέφτηκα να δώσουμε ένα όνομα στο βάρβαρο και επικίνδυνο έθιμο των βεγγαλικών. Να του δώσουμε το όνομα του νεκρού επτάχρονου παιδιού.

    Να πάμε στην οικογένεια, και, με όλο το σεβασμό στο κακό που τους βρήκε, να τους ζητήσουμε να κάνουμε το όνομα του επτάχρονου, αθώου παιδιού σύμβολο, σύμβολο για να θυμούνται όλοι πόσο σκληρό μπορεί να γίνει αυτό το ανόητο έθιμο.

    Αφού πάρουμε την έγκριση της οικογένειας που πενθεί, που οδύρεται πάνω από το πληγωμένο κεφαλάκι του, να λέμε, κάθε Πάσχα από εδώ και μπρος, την ημέρα της Ανάστασης ημέρα που σκοτώθηκε αυτό το παιδάκι.

    Είμαι σίγουρος πως ο Ιησούς δεν θα είχε αντίρρηση. Θα έπαιρνε την ημέρα του πίσω, όταν όλοι αυτοί που γιορτάζουν την ανάστασή του, θα σταματούσαν να τροφοδοτούν τον χάρο με μικρά παιδάκια.

    Θα την λέγαμε μέρα Ανάστασης του Ιησού, και θανάτου του μικρού παιδιού. Όλοι. Εκκλησία, Τύπος, εμείς, τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, μόνο αυτό, δεν θα λέγαμε «μην ρίχνετε βεγγαλικά», «μην σκοτώνεστε μεταξύ σας», «μην στερείτε την ζωή σε κανέναν» – θα λέγαμε θα γιορτάσουμε την Ανάσταση του Ιησού, και θα κλάψουμε τον θάνατο του μικρού.

    Κάθε χρόνο.

    Είμαι σίγουρος πως κανένας δεν ήθελε να σκοτωθεί ο μικρός, και θα είχαν όλοι δεύτερες σκέψεις, πριν ρίξουν, και θα τους κοίταζαν οι δίπλα με αποδοκιμασία, γιατί κάποιος είδε τον εικοσιπεντάχρονο να το πετά το δολοφονικό βεγγαλικό, και τα προηγούμενα που πέταξε, και τα προηγούμενα που πέταξαν όλοι οι άλλοι, και τα ανέχθηκε, ε, δεν θα τα ανεχθεί πια, γιατί θα σκοτώσουν αυτόν, το παιδί του, ένα ξένο παιδί, ένα όχι και τόσο ξένο επτάχρονο παιδάκι.

    Δεν θα ξεχάσει κανείς το επτάχρονο παιδάκι.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα το θυμόντουσαν οι άνθρωποι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή σε ένα επτάχρονο παιδάκι;

    Καθώς όμως η νύχτα προχωρά, η ελπίδα μου, ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, αν δώσουμε όνομα σ’ αυτόν τον σατανά, που βάζει πιστούς ανθρώπους να σκοτώνονται μεταξύ τους, αυτή η ελπίδα – δεν κρατάει πολύ.

    Μου μένουν στο μυαλό τα επεισόδια που έκαναν οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, το βράδυ.

    Τελικός Κυπέλλου, ο αντίπαλος άγνωστος, μικρός – κανένας λόγος για αντιπαράθεση. Θα μπορούσε να είναι γιορτή, γιορτή της μπάλας, γιορτή κυπέλλου, γιορτή για την ΑΕΚ, αν κέρδιζε, ή προβληματισμός αν έχανε, αλλά πάντως γιορτή.

    Δεν έχουν αντίπαλους απέναντί τους, ορκισμένους εχθρούς – έχουν τις οικογένειες των παικτών της άλλης ομάδας, σημαντικά λιγότερους φιλάθλους, και ΜΑΤατζίδες που δεν θα είχαν καμιά δουλειά εκεί αν οι ίδιοι οι οπαδοί της ΑΕΚ δεν είχαν χαλάσει τον κόσμο λίγες ώρες πριν.

    Αυτά που ακολουθούν δεν τιμούν κανέναν.

    Λίγους μήνες πριν λοιπόν, μία υπάλληλος του ίδιου σταδίου, μεταφερόταν στο νοσοκομείο με λιγότερα δάκτυλα στο χέρι της. Έπιασε μια κροτίδα, δεν ήξερε τι να την κάνει (υπάλληλος ασφαλείας που φτηνοπληρονώταν, για ώρες δούλευε, καμία ασφάλιση προφανώς, το ξεχάσαμε αυτό το σκάνδαλο) σκάει στο χέρι της, μένει με λίγα δάκτυλα λιγότερα, φωνάζει, ουρλιάζει, την μεταφέρουν σηκωτή στο νοσοκομείο.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα την θυμόντουσαν οι φίλαθλοι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει δάκτυλα από έναν αθώο άνθρωπο;

    Αλλά, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Οι οπαδοί, πιο βάρβαροι από ποτέ, δεν σκέφτηκαν καν αυτήν την κοπέλα. Ίσως γιατί δεν είχε όνομα.

    Λίγα χρόνια πριν, ένας 29χρονος έχανε την ζωή του σε γήπεδο της Λάρισας. Μία φωτοβολίδα, ριγμένη με όπλο, από την απέναντι κερκίδα, καρφώνεται στην καρωτίδα του.

    Και ο 29χρονος Χαράλαμπος Μπλιώνας είχε όνομα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.

    Ίσως τα παιδιά που μαλακίζονταν εχθές το βράδυ, δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο Χαράλαμπος Μπλιώνας.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα τον είχαν θυμηθεί οι φίλαθλοι. ΘΑ τον είχαν θυμηθεί οι άντρες ασφαλείας και οι αστυνομικοί που ελέγχουν τον χώρο και την ασφάλεια όσων είναι μέσα. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή από έναν αθώο φίλαθλο;

    Οι ελπίδες, νιώθω, είναι σαν σπόροι. Μπορώ να τις προτείνω, να τις φυτέψω, αλλά αν δεν έχουν χώμα, αν δεν έχουν νερό, δεν θα μεγαλώσουν – δεν θα γίνουν τίποτα. Θα μείνουν ελπίδες, ελπίδες για ένα μέλλον με περισσότερη λογική, περισσότερο συναίσθημα.

    Ελπίδες για ένα μέλλον που θα θέλαμε να αλλάξουμε, ώστε να μην σκοτώνεται κανείς, να μην χάνει χέρια, δάκτυλα, μάτια κανείς, να μην χαλάει κανείς την ζωή κανενός για ένα βάρβαρο, απαράδεκτο έθιμο, ή για μία βλακώδη επίδειξη δύναμης.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόταν ένα όνομα. Θα είχαμε αρκετό μυαλό για να μην επαναλάβουμε τα λάθη μας, αυτά τα ανούσια, βλακώδη, εκληματικά λάθη, ποτέ ξανά.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόμασταν ονόματα θυσιασμένων.

    Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα αρκούσε να θυμόμαστε.

    Royal Wedding Crowd

    Πάντα υπάρχει ο μαλάκας της παρέας.

    Σας το λέω, δηλαδή, πρώτος – για να μην προλάβετε να μου το πείτε εσείς. Πάντα υπάρχει. Εκεί που όλοι κάνουν χαβαλέ, και πλάκα, και διασκεδάζουν, και ξεχνιούνται βρε αδελφέ, πετάγεται ο πικρόχολος και λέει «αχ, και να είχαμε την γιαγιά τώρα» και γαμιέται το γλέντι.

    Καλά περνάγαμε ρε παπάρα, δεν περνάγαμε καλά; Γιατί μας το χαλάς;

    ~

    Να, σήμερα είχαμε τους γάμους του ζευγαριού της χρονιάς. Χαβαλές, γέλιο, καπέλα, το πρώτο φιλί, Πίπα να λέγεται η κουνιάδα, στα κίτρινα η βασίλισσα, ξεχνιόμαστε.

    ~

    Και μένα να μη μου βγαίνει από το μυαλό, μία 32χρονη, νέα κοπέλα, που ενώ ετοιμαζόταν να κάνει το τρίτο της παιδί – πηγαίνει σε νοσοκομείο που δεν εφημερεύει, στην αρχή, ενώ δεν υπήρχε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας να την φροντίσει, πεθαίνει, λόγω έλλειψης, λένε τα πρώτα ρεπορτάζ, γιατρών.

    ~

    Άμαξες, το νυφικό, πλούσια ρούχα, πλήθος κόσμου, δεν έμπαινε το δαχτυλίδι, αλλάζει το όνομά της από Κέητ σε Κάθριν, Ζαμπούνης, προγαμιαίες σχέσεις και συμβόλαια, ξεχνιόμαστε.

    ~

    Και κάποιοι άλλοι να κλαίνε, γιατί ένα παιδί, παιδί, μόλις επτά χρονών, κατέληξε, σήμερα το πρωϊ, από τραύματα στο κεφάλι λόγω έκρηξης πυροτεχνήματος/φωτοβολίδας. Την έριξε ένα εικοσιπεντάχρονο παιδί, που έχει συλληφθεί λέει το ρεπορτάζ, και, προφανώς, θα δικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δυο ζωές.

    ~

    Πάντα υπάρχει ο μουντρούφλης. Εκεί που όλοι διασκεδάζουν, κάποιος περίεργος, κάποιος βλαμμένος δεν ανέχεται, δεν αντέχει να υπάρχουν δύο – τρεις – δέκα χιλιάδες αναφορές στον γάμο, και δέκα όλες και όλες σε δύο παιδιά και μία έγκυο.

    Αν τον συναντήσεις, πάντως, μην τον μαλώσεις. Προσπέρασέ τον, αν σε χαλάει – αλλά μην τον μαλώσεις. Δεν θέλει να σου χαλάσει την καρδιά. Να, μωρέ, ντρέπεται που δεν υπάρχει νοσοκομείο για την έγκυο, που δεν υπάρχει λογική για τα παιδιά.

    Και αυτός, μην νομίζεις – αν στο πει σκληρά, δεν το εννοεί. Ντρέπεται και στεναχωριέται, και πληγώνεται, και θέλει να φωνάξει, και έχει ευθύνη για την επόμενη έγκυο, και το επόμενο παιδί, αν πεθάνει το επόμενο παιδί – αλλά θα πεθάνει, και η επόμενη έγκυος, και το επόμενο παιδί γιατί δεν θα φωνάξει κανείς, δεν θα παραιτηθεί κανείς, και δεν θα αλλάξει τίποτα κανείς – έτσι νιώθει.

    Γιατί, αν το θες, δεν μπορεί ένας γάμος να κάνει περισσότερο θόρυβο από δύο κηδείες.

    Update: Διαβάστε την αντίθετη άποψη, εδώ.

    Θέλω να σου ζητήσω μία χάρη.

    Θέλω να ξεχάσεις για λίγο τους μισθούς σου. Θέλω να ξεχάσεις τα δελτία ειδήσεων, οτι σε φωνάζουν γουρούνι στις διεθνείς αγορές, τα επιδόματα και τα δώρα σου, την αξία που έχει το χρήμα σου.

    Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες, δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

    Θέλω να ξεχάσεις ότι τρείς τύποι, που δεν τους επέλεξες, που δεν τους ψήφισες, που δεν τους ξέρεις καν, με την ανοχή της σημερινής κυβέρνησης, κανονίζουν αν, και τι ασφάλιση θα έχεις, πόσο θα κάνει μία υπηρεσία που θα αγοράσεις ή θα προσφέρεις, αν θα βρεις φάρμακα ή νοσοκομεία όταν τα χρειαστείς.

    Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

    Θέλω να ξεχάσεις, για λίγο μόνο, ότι οι τρεις νοματαίοι από τα ξένα σε εκβιάζουν για να αγοράσεις δάνεια από αυτούς, μόνο, στις τιμές που σου προσφέρουν αυτοί, μόνο – ενώ αυτοί με την σειρά τους μπορούν να πουλήσουν το χρέος σου όπου, και όποτε αυτοί γουστάρουν. Ακόμα και στους εχθρούς σου, γιατί το χρήμα δεν έχει εχθρούς.

    Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

    Θέλω να ξεχάσεις ότι το δώρο Πάσχα, για πολλούς, ήταν περίπου εκατό ευρώ. Θέλω να ξεχάσεις ότι για ακόμα περισσότερους, το δώρο Πάσχα, θα έρθει από το ταμείο ανεργίας. Και για άκομα περισσότερους, ότι δεν θα έρθει κανένα δώρο, από κανένα ταμείο.

    Θέλω να ξεχάσεις τους όλο και περισσότερους πολίτες που μαζεύονται έξω από τα συσσίτια. Να ξεχάσεις τις σχολές που κλείνουν, τα νοσοκομεία που κινδυνεύουν, τα νοίκια και τα δάνεια που μένουν απλήρωτα.

    Θέλω για λίγο να ξεχάσεις πόσο πολύ φοβάσαι.

    Όταν τα καταφέρεις, θέλω να διαβάσεις αυτό:

    Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί στη ΝΔ, τόνισε ο Ευριπίδης Στυλιανίδης

    Αποστάσεις από τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της νυν ηγεσίας της ΝΔ και της «καραμανλικής πτέρυγας» για την απόφαση της δημόσιας αποκήρυξης της απογραφής επί υπουργίας Γ.Αλογοσκούφη κράτησε μιλώντας στον Βήμα 99,5, ο βουλευτής Ροδόπης Ευριπίδης Στυλιανίδης.

    «Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στυλιανίδης.

    «Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο» τόνισε ο βουλευτής της ΝΔ και πρόσθεσε ότι «οι αποφάσεις του παρελθόντος θα κριθούν από τους ιστορικούς».

    Ο κ. Στυλιανίδης έστρεψε τα βέλη του κατά της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι πάσχει από «πολιτικό Αλτσχάιμερ» και ότι «έχει επιλεκτική μνήμη» σχετικά με τις ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η χώρα μας.

    Αναφερόμενος στο «Ζάππειο 2» που θα παρουσιάσει ο Αντώνης Σαμαράς στις 9 Μαΐου ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι θα περιλαμβάνει προτάσεις για πολιτικές έκτακτης ανάγκης προκειμένου να βγει η χώρα από το αδιέξοδο. Πρόσθεσε ότι θα παρουσιαστεί μία δέσμη προτάσεων πρακτικού χαρακτήρα.

    Πρόσθεσε ακόμα τώρα έχει διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή και έχει διαλυθεί η μεσαία τάξη. «Η ΝΔ έχει χρέος να στηρίξει τις εξαθλιωμένες ομάδες».

    Από το in.gr

    Θέλω να κρατήσεις λέξεις-κλειδιά όπως «Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο», και «Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν»

    Και τώρα θέλω να τα ξαναθυμηθείς όλα όσα σου είπα να ξεχάσεις.

    Υ.Γ.: Αν είσαι οπαδός του ΠαΣοΚ, και δείξεις σε άλλους το άρθρο, μόνο και μόνο για να πεις «να, κοίτα πόσο μαλάκες είναι αυτοί της ΝΔ – ψήφισε εμάς», είσαι πιο μαλάκας από ότι θα ήθελες να νομίζεις.