Ο Biafra έκανε ένα απολαυστικό σχόλιο (στο πολύπαθο ποστ για τον σκύλο, σχόλιο #7), που χαλαρώνει λίγο την παντοδυναμία των blogs (δεν εννοούσε αυτό, εγώ επέλεξα το μεταφράσω έτσι).
Και σε πρώτη ανάγνωση, είχε απόλυτο δίκιο.
Φρεσκότατο, εντονότατο, υπέροχο δίκιο.
Αλλά σε δεύτερη ανάγνωση, υπερασπίζομαι τον εαυτό μου (απο μία «επίθεση» που, επαναλαμβάνω, δεν έγινε ποτέ, εγώ την μεταφράζω, μόνος μου).
Κατ΄αρχάς, ως οφείλω, η ανάρτηση του σχολίου:
Μεγάλε, έγραψες! Βγάζω λοιπόν κι εγώ το άχτι μου:
Η έκταση της αντίδρασης στον τύπο αυτό, είναι ενδεικτικό μιας κάποιας “απενοχοποίησης μέσω άποψης”. Μου σπάει τα νεύρα όσο λίγα πράγματα το να βλέπω ανθρώπους γύρω μου να κοιμούνται με τη συνείδησή τους ήσυχη μόνο και μόνο επειδή έκαναν join σ’ ένα group στο facebook κατά της φτώχειας, του πολέμου, των διακρίσεων κοκ.
Δύο παράλληλα φαινόμενα:
– Πρώτον, απενοχοποιούμαστε από το τι συμβαίνει γύρω μας είτε με το να κατηγορούμε πχ το Μπους για όσα κάνει, είτε με το να κάνουμε παντιέρα και t-shirt τα “πιστεύω” μας, τα οποία όμως – συνήθως – ΔΕΝ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΠΡΑΞΗ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ.
– Δεύτερο, απενοχοποιούμαστε από τη μετριότητα της δικής μας ζωής με το να βλέπουμε κακόμοιρους αναξιοπαθούντες τύπου Βροχοπούλου στην τηλεόραση και να τους κουτσομπολεύουμε με αγαλίαση την άλλη μέρα στο γραφείο σα να λέμε “δόξα τω Θεώ που εμείς τουλάχιστον δεν είμαστε έτσι”. ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ Σ’ ΑΥΤΟ ανακουφισμένοι.
Αυτό που με εκνευρίζει είναι η άποψη που δεν οδηγεί σε δράση. Σε δράση θετική για να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. Με ενοχλεί η απονεύρωση, η αποχαύνωση, ο ευνουχισμός. Με ενοχλεί κι αυτό που οι αμερικάνοι λένε self-righteousness: η στάση ότι επειδή εντοπίζουμε στους άλλους τα στραβά, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα περισσότερο για τη διόρθωσή τους. «Εμείς» είμαστε εντάξει. Οι «Άλλοι» είναι σκατά: οι Αμερικάνοι, οι Σκοπιανοί, οι Πολιτικοί, το Κράτος, οι Βάζελοι… Με ενοχλεί το γλείψιμο του Λαζόπουλου στους θεατές του που εντέλει αντί να ξυπνά συνειδήσεις, τις αποκοιμίζει γλυκά. Με ενοχλεί ο φαρισαϊσμός, ο και καλά «Χριστιανός» που κάνει το σταυρό του αλλά δεν βοηθά το διπλανό του, ο τζάμπα μάγκας γενικά.
Φωνάξαμε για τα καμένα. Πήγαμε και σε πορείες. Πόσοι φυτέψαμε έστω κι ένα δέντρο στις αναδασώσεις που οργανώθηκαν; Υπάρχει άραγε δικαιολογία που να στέκει γι’ αυτό; Κι όμως, οι περισσότεροι κοιμόμαστε με τη συνείδηση μας ήσυχη. Γιατί φωνάξαμε, γιατί είπαμε «τους άχρηστους κάψανε την Ελλάδα», γιατί πήραμε τη «σωστή» θέση. Κι αυτό συμβαίνει στα περισσότερα θέματα. Η “ψαγμένη”, η “πολιτικώς ορθή” άποψη θεωρείται αυτομάτως και απόδειξη κοινωνικής ευσέβειας. Πρόβατα μέσα στο μαντρί!
Δυσπιστούμε απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς. Και πολύ καλά κάνουμε. Όμως οι περισσότεροι αρκούμαστε στη δυσπιστία. Δεν κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Λες και δεν είμαστε όλοι μας – όπως οφείλουμε σε μια Δημοκρατία – πολιτικοί.
Η «απενοχοποίηση μέσω άποψης» έχει πολλές αποχρώσεις. Το να προωθείς e-mail με παιδάκια που πεινάνε, το να βρίζεις την πολιτική και τους πολιτικούς στις παρέες σου για να δείξεις ότι σκέφτεσαι κι εσύ όπως αυτοί, το να βλέπεις γενικά την κοινωνική συμμετοχή σαν μόδα, σαν ένα εισιτήριο που σε κάνει μέλος δημοφιλών ομάδων. Όλα αυτά δεν μου λένε τίποτα, αν δεν παράγουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Ή τουλάχιστον, αν δεν στοχεύουν σ’ αυτό.
Όλοι αυτοί που θέλουν να αλλάξει ο κόσμος, κι ανάμεσά τους κι εγώ, ας ανοίξουμε τα μάτια μας και ας αρπάξουμε μια από τις άπειρες ευκαιρίες που έχουμε τριγύρω μας για να ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ: στην πολυκατοικία μας, τη γειτονιά μας, την πόλη μας, στην κοινωνία μας, στον κόσμο μας. Οπουδήποτε. Να ξεβολευτούμε για να γίνουν οι ιδέες μας, τα όνειρά μας πράξη! Με πορδές δεν βάφονται αυγά. Καλό Πάσχα λοιπόν και καλή Ανάσταση!
Και η άποψή μου:
Παρόλα αυτά, έχω άποψη για το σχόλιό σου. Και αυτή έχει να κάνει με ένα παλαιότερο post που έλεγε (πάνω κάτω ότι) «δεν είναι έτσι τα πράγματα επειδή έτσι νομίζετε».
Θεωρώ οτι πολλά πράγματα που έχουμε πάρει τρομαχτικά σοβαρά, στην πραγματικότητα είναι φαιδρά. Αλλά ακόμα και αν το πιστεύουμε, αφού όλοι οι άλλοι μοιάζουν να τα παίρνουν σοβαρά – το ίδιο κάνουμε και εμείς.
Πάμε με το ρεύμα.
Κάποια στιγμή λοιπόν, κάποιος (ένας blogger, ένας ποιητής, ένας τηλεκωμικός, ένας τραγουδιστής) φωνάζει: Ρε, ο βασιλιάς είναι γυμνός!
Και εκεί, απαλλαγμένοι απο την αμφιβολία, θέτουμε τα πράγματα στην σωστή βάση.
Η «σωστή βάση» είναι συνήθως η επικριτική και βασισμένη στην λογική και όχι στα συναισθήματα:
- Αν πιστεύω οτι ο Ψωμιάδης είναι ένας γελοίος καραγκιόζης, αλλά πλασάρεται («διαφημίζεται» είναι καλύτερη λέξη) ως νομάρχης, τότε μπορεί (λέμε τώρα) να πάω να τον ψηφίσω.
- Αν ο Λεβέντης (πριν ξεπουλήσει τον σταθμό του) διαφημίζεται ως καραγκιόζης, αλλά σε κάποιο επίπεδο λέει πολύ σοβαρά και αξιόλογα πράγματα, θα αποφύγω να τον ψηφίσω. Ποιον, τον καραγκιόζη;
Αν όλοι πιστεύουν οτι η Αμερική είναι υπερδύναμη, και παντοκρατόρισσα, και η σούπερ-γαμάουα, και έρθει κάποιος και πει «ρε παιδιά, είναι και γυμνός και βλάκας ο Βασιλιάς» τότε φέρνει τα πράγματα σε μία σωστή βάση.
Θα έλεγε κανείς οτι τα blogs, οι blogger είναι η απάντηση στην παντοδυναμία των media. Αυτά, αυτοβαυκαλίζονται παράγοντας (και καταστρέφοντας ενίοτε) μύθους και είδωλα – ο κόσμος, πασχίζει να αποκαλύψει οτι τελικά, το βλέπουν το τσουτσούνι του βασιλέως (και δεν πρόκειται και για τίποτα σπουδαίο).
Αυτά που δημιουργεί η διαφήμιση, απογυμνώνει η κοινή λογική.
Δεν είμαι ποιητής (εκ του προχείρου), ούτε συγγραφέας, και παρότι θα το ήθελα, δεν με βλέπω να λέω την άποψή μου ραδιοφωνικώς όπως κάνει ο διάσημος Πιτσιρίκος.
Το blog μου έχω, εδώ τα λέω.
Ο ρόλος μου δεν είναι να ηγηθώ της επαναστάσεως (ποιος, εγώ ο αμόλυντος;) ή να μαθητεύσω ορδές ηρώων.
Δεν θα μπορούσε να είναι να οργανώσω αντιδράσεις, πορείες, ανατροπές (ποιος, εγώ ο παντογνώστης;).
Απλώς, κάπου – κάπου ο ρόλος μου σε αυτήν την κωμωδία είναι να λέω «Ρε, μήπως ο Βασιλιάς είναι γυμνός;» με όσο καλύτερα επιχειρήματα μπορώ να έχω.
Τουλάχιστον, ας γελάσουμε μαζί του αντί να τον πάρουμε σοβαρά.
Και οι πράξεις, οι επαναστάσεις, οι αγώνες – θα έρθουν απο μόνοι τους.

(6 ψήφοι, βαθμολογία: 4,17 / 5)

Όλα ξεκινάνε, όπως πάντα, με ένα email που μου στείλατε εσείς τις προηγούμενες ημέρες
Πριν, έλειπαν βιβλιοθήκες.
