Η οθόνη μου έχει πλημμυρίσει τραυματισμένα και νεκρά παιδιά.

Κάθε βόλτα μου στο Twitter είναι μία βόλτα σε μία πολύ δύσκολη κατάσταση, που ενώ οπτικά με αναστατώνει, αντιλαμβάνομαι γιατί συμβαίνει και την υπομένω σιωπηλός. Ναι, πρέπει να εμφανίζεται η εικόνα του τραυματισμένου παιδιού. Ναι, με ενοχλεί και εμένα, ναι, υπάρχει ο κίνδυνος να αναισθητοποιηθούμε αν την την βλέπουμε συχνά. Αλλα υπάρχει και ο κίνδυνος να μην καταλάβουμε για τι πράγμα μιλάμε, αν δεν την δούμε ποτέ.

Το πρόβλημα όμως, παραδόξως, δεν κάνει την εμφάνισή του μόνο στην Γάζα. Πολλά χιλιόμετρα πιο κοντά μας, οι εργάτες της Μανωλάδας, περσινοί «ήρωες» της προσοχής μας, σύμφωνα με ρεπορτάζ τραβάνε τα ίδια, ή και χειρότερα φέτος. Η δίκη για τους πυροβολισμούς του 2013 διεξάγεται σε άθλιες,ρατσιστικές συνθήκες, ενώ οι κεντρικοί μάρτυρες γρονθοκοπούνται για να μην καταθέσουν. Η βόλτα, όταν έγινε το περιστατικό του Δένδια στα φραουλοχώραφα, δεν άλλαξε τις συνήθειες των τσιφλικάδων που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν, και σήμερα, τους εργάτες σαν δούλους, να τους βάζουν να κοιμούνται όλοι μαζί σε μία τέντα, να χρεώνουν ανα κεφάλι δέκα ευρώ για το κοινόχρηστο ρεύμα, για τουαλέτα να τους έχουν μία δύσοσμη τρύπα στο χώμα με δύο ξύλα, να τους χρωστάνε (πολλά) λεφτά ενώ οι εργάτες να κοιμούνται σε βάρδιες για να μην δεχθούν βραδυνές επιδρομές και «επισκέψεις» από την αστυνομία.

Όλα αυτά, τα ξέρουμε από το 2013. Δεν τα ξέραμε πριν, αλλά πέρσι τα μάθαμε από την καλή-και από την ανάποδη. Θυμώσαμε, διαμαρτυρηθήκαμε, κάποιοι κατέβηκαν και σε πορείες, το θέσαμε στην ατζέντα, αντιδράσαμε.

Και μετά… μετά τίποτα. Το μόνο που είχαν να κάνουν οι τσιφλικάδες, είναι σιωπηλή υπομονή. Στην Σκάλα Λακωνίας, οκτακόσιοι μετανάστες κατέβηκαν σε απεργία, διεκδικώντας, μεταξύ άλλων -θέλω λίγο την συγκέντρωσή σου εδώ, για να καταλάβεις καλά τι πρόκειται να σου πω- να μπορούν να κατεβαίνουν στην πλατεία και στις παραλίες. Τώρα, δεν τους επιτρέπεται. Μετά την αντίδρασή μας για το «νοσοκομείο» του Κορυδαλλού, το περιβόητο Κολαστήριο, έχουν άλλαξει πολλά – αλλά όχι αυτά που διεκδικούσαμε όσοι διαμαρτυρόμαστε: Τα κελιά τύπου Γ περιμένουν όποιον διαμαρτύρεται, όποιον ενοχλεί, άρα και τον άνθρωπο, ασθενής ο ίδιος, που εμφάνισε (παράνομα, αλλά δικαιώθηκε μετά) το ζήτημα στους πολίτες.

Όλα όσα περιγράφω έχουν την ελάχιστη επικοινωνία από τα κεντρικά ΜΜΕ. Η κατάσταση στις φυλακές, και η υπο ψήφιση διαδικασία των κελιών τύπου Γ οδήγησε πάνω από τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους σε ταυτόχρονη απεργία πείνας στην Ελλάδα – ίσως την μεγαλύτερα ευρωπαϊκά μετά το 1924.

Αυτή η είδηση δεν έπαιξε ούτε ένα λεπτό στα κεντρικά ΜΜΕ, κανάλια και εφημερίδες.

Δεν μπορώ να μας (τους πολίτες) κατηγορήσω για αναισθησία. Για μένα είναι βέβαιο και προφανές, ότι κάθε μία από αυτές τις εικόνες μας ενοχλούν βαθιά, και επιθυμούμε άμεση και ανθρώπινη επίλυσή τους – όταν, η δημοσιογραφία αφήνεται να κάνει την δουλειά της, και φτάνουν σε εμάς οι άθλιες συνθήκες.

Δυστυχώς όμως, τίποτα, όπως έχω ξανααναφέρει, δεν είναι τσάμπα. Η ενόχληση απαιτεί συνέπεια, επιμονή, αναζήτηση, διαρκείς ερωτήσεις. Το πρόβλημα δεν λυνεται όταν σταματά να προβάλλεται (στο Facebook του καθενός μας ή στο δελτίο ειδήσεων ή την εφημερίδα ) το νεκρό παιδί, ο δούλος των φραουλοχώραφων, ο φυλακισμένος στην κόλαση των ελληνικών φυλακών. Το πρόβλημα εξαφανίζεται, μα δεν λύνεται.

Και εμείς, όσοι νοιαστήκαμε, και είμαι σίγουρος ότι νοιαστήκαμε αληθινά, έχουμε μία υποχρέωση να μην σταματάμε με τους ρυθμούς της αλλαγής της είδησης από το πρωτοσέλιδο που μας σερβίρεται. Να θυμόμαστε, όσο περισσότερο μπορούμε, να ρωτάμε, όσο περισσότερο γίνεται, να θυμίζουμε, ο ένας στον άλλον, πόσο και γιατί νοιαστήκαμε.

Γιατί η μόνη ήττα, είναι η λήθη.

Και η μόνη νίκη, το μόνο που κρατάει ζωντανές τις συνειδήσεις μας, είναι όχι απλώς να είμαστε άνθρωποι όταν βλέπουμε το άδικο, μα κυρίως να μην ξεχνάμε, κάθε μέρα, την υποχρέωσή μας να παραμένουμε έτσι.

Υπάρχει ένα καλά φυλαγμένο μυστικό, που πρόκειται να σας αποκαλύψω στις επόμενες γραμμές. Είναι ένα μυστικό για εντελώς νόμιμη, εντελώς ουσιαστική, πλήρως αποτελεσματική αντίδραση.

Αντίθετα από πολλές άλλες, αυτή έχει την καθολική υποστήριξη όχι μόνο από την αριστερά, που γενικά της προσάπτουν ότι αντιδρά με τα πάντα, μα έχει την ηθική υποστήριξη ακόμα και των φιλελευθέρων, καθώς βασίζεται στην βάση της έννοιας «ελεύθερη αγορά».

(Φανταστείτε δηλαδή να διαμαρτύρεστε, και καθε φιλελεύθερος να είναι δίπλα σας, και να τονίζει ότι «αφού το πιστεύεις, πολύ σωστά κάνεις». Δεν είναι ενδιαφέρον;)

Η μυστική αντίδραση που θέλω να σας μυήσω, ονομάζεται μποϊκοτάζ. Μην το πείτε παραέξω, αλλά πρόκειται για την καθολικά ανεκτή – για να μην πω προτεινόμενη, διαδικασία αντίδρασης σε κάτι που μας ενόχλησε.

Προσέξτε πως δουλεύει.

Ας πούμε μία εταιρία, την vodafone, ένα παράδειγμα λέω. Ας πούμε ότι εμπλέχθηκε σε ένα σκάνδαλο, πχ υποκλοπών, ας πούμε ότι δεν σας άρεσε που η επίσημη απάντηση ήταν «έσβησα το λογισμικό ΠΡΙΝ έρθω να αποκαλύψω τις υποκλοπες», ή ας πούμε ότι δεν σας άρεσε η «αυτοκτονία» του Τσαλικίδη.

Εμένα, γιατί πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να μιλάμε για τον εαυτό μας, δεν μου άρεσαν αυτά. Τι έκανα λοιπόν; Σταμάτησα να αγοράζω προϊόντα vodafone.

Οτιδήποτε. Κινητά, υπηρεσίες, gadget, οτιδήποτε και αν πρόσφερε αυτή η εταιρία, δεν υπήρχε για εμένα. Καμία αγορά, ούτε ένα ευρώ. Είναι το μακροβιότερο και πιο συνεπές μποϊκόταζ που έχω κανει ποτέ.

Λιγο παλαιότερα, η εταιρία Φάγε έκανε μία (σχεδόν) αθόρυβη απόσυρση γιαουρτιών, που μέχρι τότε έτρωγα φανατικά, γιατί είχαν μέσα, υποτίθεται, μούχλα. Δεν έβγαλε ανακοίνωση παρά μόνο μετά, όταν το θέμα απέκτησε δημοσιότητα. Και ξαναέγινε, πάλι με αλλοιωμένα προϊόντα της, και πάλι δεν ενημέρωσε το κοινό.

Μποϊκοτάζ. Δεν είχα κανένα πρόβλημα με τα προϊόντα της, κανένα πρόβλημα με την απόσυρση, αλλά με ενόχλησε αφάνταστα ότι δεν ενημέρωσε τους καταναλωτές της την ώρα που έπρεπε. Οπότε, σταμάτησα να αγοράζω από εκεί.

Ή την SystemGraph. Έκανε αγωγή σε έναν πελάτη της, για 200.000 ευρώ, γιατί δεν της άρεσε η… κριτική του. Καμία αγορά από την SystemGraph, δεν θα πληρώνω εγώ τους δικηγόρους της για να κάνουν μήνυση σε bloggers, σωστά;

Η λίστα συνεχίζεται και είναι μεγάλη. Και άλλοι άνθρωποι κάνουν μποϊκοτάζ – δεν θα το μάθεις, γιατί αν δεν είναι για «εθνικό θέμα» δεν θα μπει ΠΟΤΕ σε δελτίο Ειδήσεων.

Κόκα κόλα, The Mall, NewsBomb, Προπο, Creta Farm, «μικρή ΔΕΗ», είναι πάμπολοι οι λόγοι για να διαμαρτυρηθείς, και να αντιδράσεις.

Για μένα έχει δύο κανόνες, μόνο – πολύ σημαντικούς:

> Να αποφεύγω να πω «μην αγοράζεις από εκεί», μα να προτιμώ το «εγώ δεν αγοράζω από εκεί».

> Και να μην «μαλώνω» όσους δεν συμμερίζονται την δική μου ατζέντα, ή έχουν δικιά τους. Ο καθένας, άλλωστε, δεν θα δώσει λογαριασμό που θα ψηφίσει με τα λεφτά του, σωστά;

Γιατί αυτό είναι το σπουδαίο με αυτήν την κίνηση: κάθε αγορά μας, είναι μία ψήφος. Ψηφίζω την πρακτική του The Mall όταν αγοράζω από εκεί, και αντιδρώ αν δώσω τα χρήματά μου αλλού. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ τροπος, απόλυτα νόμιμος και συμβατικός με το πνεύμα της ελεύθερης αγοράς που ζούμε, είναι να επιλέξω να στερήσω τα χρήματά μου από κάποιον που θεωρώ ότι θα τα διαχειριστεί λάθος.

Θα κανω την διαφορά μόνος μου; Όχι μάλλον- αλλά για στάσου, αν είναι έτσι γιατί δεν ακούγονται τα μποϊκοτάζ; Γιατί πολλοί *μόνοι τους* θα κάνουν την μεγαλύτερη διαφορά που φαντάστηκες ποτέ.

Γιατι αυτές οι εταιρίες γι’ αυτό «μας ενοχλούν» τελικά: για το κέρδος. Ας το κανουμε ακριβότερο να ενοχλούν, και θα αλλάξουν πολιτική πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά από ότι φαντάζεσαι.

Ας τους ταράξουμε στην νομιμότητα, λοιπόν! 🙂

Εχθές πήγα σε μία κηδεία.

Όλη την ημέρα μετά κουβαλούσα αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι μου, απελευθερώθηκαν αργά το βράδυ.

Θα μπορούσα -το σκέφτηκα- να τις ξαναγράψω σε ποστ, με περισσότερες λέξεις και ίσως πιο ξεκάθαρη εικόνα, αλλά αυθόρμητες και τραχιές, νομίζω ότι με εκφράζουν περισσότερο.

Έχει τόσα πολλά ζιζάνια ο δρόμος, ώστε να είναι άδικο μην παραδεχθείς αυτούς που ξέρουν να εκτιμούν ένα λουλούδι.

Ας πούμε, δεν είναι ανάγκη να το θεωρήσουμε δεδομένο, ας υποθέσουμε ότι οι πολίτες είναι απογοητευμένοι με την ψήφο τους. Ας πούμε ότι δεν ήθελαν να ιδιωτικοποιηθεί η ΔΕΗ, δεν ήθελαν τα κελιά τύπου Γ, ας υποθέσουμε ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από τον τρόπο που γίνεται η φορολόγησή τους – ότι μαθαίνουν πχ για την περσινή χρονιά τα κριτήρια φέτος, παράδειγμα λέω, ας πούμε ότι δεν είναι ευχαριστημένοι που γίνονται οι ιδιωτικοποιήσεις έτσι, με τόσο χαμηλό το τίμημα για τον ΟΠΑΠ, ή το Ελληνικό, ας υποθέσουμε ότι δεν είναι χαρούμενοι για την έκβαση της υπόθεσης Hochtief, ότι δεν θέλουν να περνάει χωρίς έλεγχο το όποιο θέμα του Μιχελάκη, ή η καινούργια υπόθεση Αθανασίου, ότι είναι αντίθετοι με την στήριξη σε Μέγαρο – για να θέσω μερικά παραδείγματα.

Και ας πούμε, μόνο για την κουβέντα μας, ότι δεν περίμεναν αυτά όταν ψήφισαν τα κόμματα που ψήφισαν – ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να μην γίνουν απολύσεις στο δημόσιο, ότι η ΕΡΤ δεν πρέπει να κλείσει, ότι η ΔΕΗ είναι ενιαία και αδιαπραγμάτευτη, ας υποθέσουμε λέμε πάντα, ότι άλλα τους είπαν τα κόμματα που ψήφισαν, και άλλα έκαναν μετά ως συγκυβέρνηση.

Τι θα έπρεπε να κάνουν οι πολίτες;

Να κατέβουν στους δρόμους, ας πούμε. Θα ήταν ενδιαφέρον, αλλά σύσσωμη η κυβέρνηση, και τα μέρη που την ενισχύουν, όπως πχ τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, καταδικάζουν κάθε προσπάθεια τέτοιας αντίδρασης – καλά κάνουν βέβαια, την δουλειά τους κάνουν. Και όταν οι πολίτες αποφασίζουν να κατέβουν, τελικά για πορείες, οι μονάδες αποκατάστασης της τάξης ανοίγουν μερικά κεφάλια, απλώνουν τόνους χημικών – όλο αυτό λειτουργεί κατά τι αποτρεπτικά, όπως καταλαβαίνει κανείς.

Θα μπορούσαν να απεργήσουν, αλλά λειτουργούν οι ίδιες αποτρεπτικές διαδικασίες όσο αφορά το θεωρητικό της διαδικασίας, και όταν τελικά γίνεται κάτι τέτοιο, είτε με διχαστικές σκέψεις, είτε με τα ΜΑΤ, είτε με επιτάξεις, είτε με εκβιασμούς (βλ ΠΕΔΥ) κάθε προσπάθεια πεθαίνει εν τη γενέση της. Επιπλέον, τα δικαστήρια βγάζουν σε συντριπτικά ποσοστά άκυρη κάθε προσπάθεια απεργίας, καθιστώντας τις παράνομες και/ή καταχρηστικές, αφαιρώντας ακόμα και την νομιμοποίηση της αντίδρασης.

Τι μένει να κάνουν;

Πως θα εκφράσουν την αντίθεσή τους;

Η σκέψη μου με οδηγεί στο ότι κάποιοι νιώθουν ότι είμαστε επιταγμένοι πολίτες. Για χάρη της «κοινωνικής ειρήνης» όπως την αντιλαμβάνεται η εκάστοτε κυβέρνηση, όσο και να διαφωνούμε, αν θέλουμε να παραμείνουμε σε νόμιμο καθεστώς, είμαστε απολύτως υποχρεωμένοι να ανεχθούμε, και να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε, πληρώνουμε, λειτουργούμε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια κάτω από αυτούς τους κανόνες με τους οποίους διαφωνούμε.

Δεν έχουμε απολύτως κανέναν έλεγχο στις ζωές μας.

Δεν μπορούμε καν να πιέσουμε τους βουλευτές μας, καθώς η πλειοψηφία τους είναι πλασματική – έχουν την βουλευτική δύναμη που τους έδωσε η τελευταία εκλογική περίοδος, αλλά (ίσως) όχι πια την απαραίτητη εκλογική λαϊκή εντολή. Μα αυτό θα φανεί αριθμητικά σε …τέσσερα χρόνια.

Αν απειθαρχήσει κανείς αρνούμενος (δεν λέω αν είναι σωστό, ή λάθος) να πληρώσει το σύστημα που τον κρατά φιμωμένο, νομικά είναι έκθετος, και θα υποστεί τις αυστηρές συνέπειες του νόμου. Είναι όλοι απολύτως υποχρεωμένοι, επιταγμένοι πολίτες, όχι μόνο να αποδεχθούν αυτήν την κατάσταση που (θεωρούν ότι) τους καταπιέζει, αλλά και να συνεισφέρουν οικονομικά για να συνεχίσει να διατηρείται το σώμα που την επιβάλλει.

Δεν διαφωνώ ότι έτσι ήταν η Δημοκρατία μας χρόνια τώρα. Και, χωρίς αμφιβολία, κάποιοι άλλοι στο παρελθόν, λιγότεροι ίσως ή με πιο αδύναμες φωνές, να έζησαν την πίεση της κοινωνικής επίταξης. Ίσως, τώρα τελευταία, είτε περισσότεροι να νιώθουν ότι εξαπατήθηκαν, είτε σε περισσότερους η άρνησή τους να κάνει πιο φανερό το χαρτί της επίταξης με το όνομά τους.

Νομίζω ότι αξίζει κουβέντας αυτή η σκέψη. Γιατί, είτε πιστεύεις ότι όλα βαίνουν με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο και δεν υπάρχουν αντιδράσεις ή είναι λίγες, είτε πιστεύεις ότι όλα πάνε κατά διαόλου – αν όντως υπάρχουν πολίτες (που νιώθουν) εγκλωβισμένοι και επιταγμένοι, η επανάστασή τους, το σκίσιμο του χαρτιού που τους επιβάλλει να συμμετέχουν σε αυτό που θεωρούν αυτοκαταστροφή τους, θα κάνει περισσότερο θόρυβο από αυτόν που θα αντέχαμε να ακούσουμε.

(Δες και αυτό το post)

Φαντάσου, τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι να κάνουν ταυτόχρονα απεργία πείνας. Βάλε στο μυαλό σου τον αριθμό, τον όγκο, το γεγονός.

Εμένα μου φαίνεται απίστευτο. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι στα παγκόσμια χρονικά, πρέπει να είναι ελάχιστες, μετρημένες στα δάκτυλα οι φορές που ένας τόσο μεγάλος αριθμός ανθρώπων, αποφασίζει με τέτοιον τρόπο να διαμαρτυρηθεί. Αν λάβει κανείς υπόψιν του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αυτή η διαμαρτυρία, θα αντιληφθεί ότι είναι ακόμα πιο σημαντικό , ως γεγονός, και ακόμα πιο ουσιαστική η παρακολούθησή του.

Το ξέρεις ότι γίνεται εδώ και μία εβδομάδα, ε;

Το ξέρεις ότι γίνεται εδώ, στην Ελλάδα, ε;

Όχι; Περίεργο. Δεν το διάβασες στις εφημερίδες, δεν το είδες σε ειδήσεις – τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι να κάνουν απεργία πείνας, κάποιοι εξ αυτών ήδη να αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, να ζητούν γιατρούς γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί να τους προσέξουν, να είναι ίσως το μοναδικό σε όγκο γεγονός μετά την Ιρλανδία το 1923, δεν μπορεί, θα πρέπει να πάρει την δημοσιότητα που του αναλογεί, σωστά;

Σωστά;

Όχι; Δεν έπαιξε σχεδόν πουθενά; Μα, δεν γίνεται. Ακόμα και αν μία εφημερίδα, ή ένα κανάλι αποφάσιζε να κάνει εμπάργκο στην είδηση, για να μην παίξει, τα υπόλοιπα δεν θα είχαν λόγο να σιωπήσουν, σωστά;

Πως να κρύψεις τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους; Γίνεται;

Όχι; Σε κανένα κανάλι δεν το είδες; Σε κανένα δελτίο ειδήσεων; Σε καμία μεγάλη εφημερίδα δεν υπάρχει ως ρεπορτάζ; Πολύ περίεργο. Γιατί άραγε να γίνεται αυτό; Σαν γεγονός υπάρχει, το αναφέρουν αρκετές πηγές. Οι άνθρωποι όντως κάνουν απεργία πείνας, όντως έχουν αιτήματα, όντως κρατάει η διαμαρτυρία τους εδώ και μία εβδομάδα. Κανείς δεν το αρνείται.

Τότε γιατί;

Γιατί όλα μαζί τα συστημικά μέσα επέλεξαν να μην αναφέρουν πουθενά, με κανέναν τρόπο, αυτήν την είδηση;

Συμφωνήσαμε ότι είναι είδηση, αφορά τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους. Συμφωνήσαμε ότι είναι σημαντική, δεν έχει προηγούμενο ο όγκος της ούτε στην Ελλάδα, και ελάχιστα στον Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χώρο. Συμφωνήσαμε ότι έγινε, δεν είναι μύθευμα κάποιων ανόητων. Ότι δεν έληξε, συμβαίνει ακόμα.

Τότε γιατί; Γιατί εκλείπουν οι αναφορές από όλους;

Ποιος, και για ποιον λόγο φοβάται αυτήν την είδηση;

Ποιος, και για ποιον λόγο φοβάται τόσο αυτούς τους ανθρώπους, ώστε να κάνει πως δεν βλέπει τέσσερις χιλιάδες διαμαρτυρόμενους;

Τι φοβάται ότι θα συμβεί αν μάθεις;

Θα αντιδράσεις; Πολύ αμφιβάλλω. Άλλωστε και να θέλεις, αυτοί οι άνθρωποι είναι αποκλεισμένοι, είναι δύσκολο να φτάσει η συμπαράστασή σου, χώρια που δεν νομίζω να θέλεις να κάνεις πολλά.

Οπότε;

Γιατί, τα συστημικά μέσα, αρνούνται να προβάλλουν (όχι να πάρουν την θέση – να προβάλλουν ως γεγονός!) την διαμαρτυρία με μορφή απεργίας πείνας τεσσάρων χιλιάδων ανθρώπων στην Ελλάδα; Γιατί πασχίζουν, με κόπο (γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο) να αγνοήσουν αυτήν την είδηση απλώς για να μην το ακούσεις;

Τι φοβούνται ότι θα γίνει αν, απλώς, ενημερωθείς;

Εδώ το τελευταίο online άρθρο για την απεργία πείνας τεσσάρων χιλιάδων ανθρώπων.

Εδώ, το πιο ενημερωμένο blog για τα τεκταινόμενα αυτής της απεργίας πείνας.

Θέλω, σήμερα, να σου μιλήσω για πέντε ανθρώπους. Πέντε ανθρώπους μόνο.

Ο καθένας έχει μία μικρή ιστορία να μας πει. Μία για μένα, που έκατσα να την ακούσω – και μία γα σένα, που θα στην μεταφέρω όσο καλύτερα μπορώ.

Ο ένας λέγεται Παναγής Γιαννάκης. Είναι προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Είναι σημαίνων πρόσωπο της κοινωνίας μας, ακρογωνιαίος λίθος της δικαιοσύνης μας. Η ιστορία του, που θέλω να ακούσεις, ξεκινάει μερικούς μήνες πριν, όταν, για δεύτερη φορά, αναγκάζεται να διαμαρτυρηθεί για την ζωή των ανθρώπων που βάζει στην φυλακή. Είτε ένοχοι, είτε περιμένουν να δικαστούν, μένουν κλειδωμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, μαζί τα σεξουαλικά με τα οικονομικά εγκλήματα, χωρίς να δουν το φως του ήλιου, για μήνες στις αθλιότερες συνθήκες. Αυτός ο άνθρωπος στέλνει την δεύτερη επώνυμη διαμαρτυρία του, κοινοποιόντας την στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Ξεκινάει την επιστολή του λέγοντας «Ντράπηκα». «Ντράπηκα κ. υπουργέ για την Ελληνική Πολιτεία και για καθένα μας χωριστά». Δεν έχω γνώση να άλλαξε κάτι, μετά την δημοσιοποίησή του.

Τον δεύτερο, ας τον πούμε Νίκο. Ο Νίκος, ήταν τρόφιμος του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού. Ζούσε, μαζί με τους συγκρατούμενούς του σε άθλιες συνθήκες, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς σωστή περίθαλψη, χωρίς συνθήκες υγιεινής. Ζούσε σε ένα κολαστήριο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το πρόβλημα της επιβίωσής τους, στην υπεύθυνη εισαγγελέα. Όταν συνάντησε αδιαφορία, άλλαξε τρόπο. Αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τις συνθήκες διαβίωσής του κάνοντας κάτι που απαγορεύεται στις φυλακές: τράβηξε φωτογραφίες και βίντεο, πήρε συνεντεύξεις, έδειξε στον έξω κόσμο τι συμβαίνει στο κολαστήριο. Κατηγορήθηκε, παρότι παραδόθηκε αυτοβούλως από την ίδια εισαγγελέα που δεν τον άκουγε πριν. Αθωώθηκε, γιατί η επιτροπή αποφάνθηκε ότι το έκανε για να βελτιώσει την ζωή του και των συγκρατούμενών του, από όντως απάνθρωπες συνθήκες. Ζητούσε, το λιγότερο, περίθαλψη και τεστ μαντού σε όλους τους κρατούμενους του νοσοκομείου, κάτι που δεν μάθαμε ποτέ αν ολοκληρώθηκε, μήνες μετά το αίτημά του.

Τρίτος, είναι ο Μαμαντού Μπα. Ο Μαμαντού είναι από την Νέα Γουινέα, και κατόρθωσε να είναι στους τυχερούς που πήρε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Νόμιμος μετανάστης πια, είχε ενεργή συμμετοχή στην κοινότητά του, και δούλευε ως λαντζέρης. Ο Μαμαντού δέχθηκε μία επίθεση με λοστούς, από την αποία γλύτωσε αιμόφυρτος να τρέχει στους δρόμους, γιατί οι δράστες του, μέλη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής όπως επιβεβαιώνει και το Δικτύου εκ μέρους της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον άφησαν «να πάει να πεθάνει». Ο Μαμαντού δεν έκατσε ούτε στο νοσοκομείο, για να αποφύγει το κόστος και την αστυνομία. Όπως καταγγέλει, λίγο καιρό πριν, του είχε επιτεθεί η αστυνομία, κλέβοντάς του και σαράντα ευρώ που είχε μαζί του. Όταν δημοσιοποίησε την ιστορία του οι επιθέσεις εντάθηκαν – και από τις δύο δυνάμεις. Ήταν υπο παρακολούθηση από τις ομάδες κρούσης της ΧΑ, ενώ ξανασυνελήφθη από την αστυνομία, όπου τον έγδυσαν και τον εξευτέλισαν – χωρίς λόγο, αφού ήταν νόμιμος. Για σώσει την ζωή του, ζήτησε άσυλο από την Ελλάδα, προς το Βέλγιο. Οι Βελγικές αρχές έκριναν ότι όντως, η ζωή του Μαμαντού Μπα δεν τυγχάνει της ελάχιστης προστασίας εδώ στην Ελλάδα, και αποφάσισαν κάτι πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά χρονικά: Για πρώτη φορά, χώρα μέλος της ΕΕ δίνει πολιτικό άσυλο σε πολίτη χωρας μέλους της ΕΕ. Για πρώτη φορά, χρειάζεται καποιος να πάρει άσυλο απο εμάς.

Τέταρτη ιστορία, είναι του κρατουμένου στις φυλακές της Τρίπολης Τσόκα. Περιέγραψε τις συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων διακόσια δεκαπέντε άτομα να ζουν σε κελιά για εξηντα πέντε συνολικά, εννέα ντουσιέρες για όλους – έξω στην αυλή, έξι σόμπες που δεν δουλεύουν ταυτόχρονα για όλους τους κρατουμένους τον χειμώνα, καμία προστασία από τις συνθήκες βρασμού που επικρατούν το καλοκαίρι, βρώμικο φαγητό, απαράδεκτες συνθήκες σε τουαλέτες. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του, και μόλις σήμερα καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των όσων προβλέπονται στο άρθρο 3 της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί απαγόρευσης της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Ο άνθρωπος της πέμπτης ιστορίας, είσαι εσύ. Εφτασες μέχρι εδώ, διαβάζοντας για τέσσερις ανθρώπους που πολέμησαν, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική τους ακεραιότητα, τις δουλειές τους, την ελευθερία τους, θέτοντας σε κίνδυνο υπαρκτό ακόμα και την ζωή τους, για να επικοινωνήσουν, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορούσε, το κακό που τους κάναμε εμείς. Εμείς είμασταν οι φύλακές τους, εσύ και εγώ, εμείς αυτοί που είχαμε υποχρέωση να τους προστατεύουμε, εμείς αυτοί που ειχαμε την ευθύνη τους, που θα έπρεπε να ήμασταν η ασπίδα για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους – τα ελάχιστα, και όμως τόσο πολύτιμα. Εμείς τους βασανίσαμε ή τους αγνοήσαμε, εμείς είχαμε την ευθύνη για τα βάσανά τους ή αδιαφορήσαμε όταν άλλοι τους βασάνιζαν. Και αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να μας πονέσουν, χωρίς να μας χτυπήσουν, χωρίς να μας απειλήσουν, με αξιοπρέπεια όλοι τους, με ευγένεια και μέσα στους κανόνες πολιτισμού και δικαιοσύνης, ζητήσαν να διαβάσεις αυτές τις μικρές ιστορίες, και να αναρωτηθείς αν μπορείς να κάνεις κατι γι’ αυτό.

Μην τους γελάσεις. Υπέστησαν πολλά για να διαβάσεις εσύ αυτές τις ιστορίες. Χρειάστηκαν αυτοί οι τέσσερις, πιο έντιμοι απο μένα άνθρωποι, οι ιστορίες που χρειάστηκε να πουν για να σε αναγκάσω, να γίνεις, όπως είμαι και γω, ο πέμπτος άνθρωπος.

Τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Οι πολίτες, που θυσιάστηκαν. Οι πολίτες, που ανέχονται την αδικία, για να δουν, τελικά, την Ελλάδα να στέκεται στα πόδια της. Οι πολίτες, που γι’ αυτούς τα κάνουμε όλα. Οι πολίτες, που αν επιλέξουν λάθος, θα χύσουν την καρδάρα που με τόσο κόπο, με τόσο αίμα, οι συμπολίτες τους, μαζέψανε.

Ποιος θα διαφωνούσε ότι, αν ρίξεις αυτήν την στιγμή, με αυτήν την λογική και αυτά τα δεδομένα τον κόπο τόσων χρόνων, την θυσία την δική σου και των γύρων σου, αυτών που βλέπεις χωρίς δουλειά, αυτών που βλέπεις χωρίς υγεία, αυτών που βλέπεις χωρίς σπίτι, ποιος θα διαφωνούσε ότι είσαι ένας αναίσθητος άνθρωπος, που θέλει να καταδικάσει την ελπίδα;

Εγώ, μάλλον.

Γιατί όσοι αντιδρούν, δεν θέλουν να καταστρέψουν την χώρα. Όσοι αντιδρούν δεν θέλουν να χαθεί η προσπάθεια. Δεν θέλουν να απωλέσουμε τους κόπους και τις θυσίες.

Μπορεί να θέλουν, απλώς, να την σώσουν.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που τιμολογούν μισό εκατομμύριο ευρώ έκαστο νέο γραφείο καινούργιου υπουργού και αντιπροέδρου.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που απενοχοποιούν εφοπλιστές και παραγράφουν παραβάσεις τους.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που (κατα λάθος!) χάνουν ολόκληρο το ΦΠΑ από την εταιρία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο από τότε που άνοιξε(!)

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που ξεπουλάνε τον ΟΠΑΠ στους κουροπαλάτιδες φίλους τους, και ας εμπλεκονται σε υποθέσεις λαθρεμπορίου καυσίμων.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που τους περισσεύουν 240 εκατομμύρια για να μην αποτύχει η επένδυση των τραπεζών στο Μέγαρο

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που επιτρέπουν στα κανάλια να παίζουν τηλεπαιχνίδια και τους γλυτώνουν και από τον φόρο που μέχρι πρότινος πλήρωναν(!)

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που θέλουν να πουλήσουν το Ελληνικό σ’ αυτόν που για τον νόμο που οι ίδιοι φωτογραφικά του έφτιαξαν, καταδικάστηκε από το ΣτΕ.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που έκλεισαν την κερδοφόρα ΕΡΤ, και έκτοτε μόνο πληρώνουν από το υστέρημα του λαού, και πληρώνουν χωρίς κανέναν έλεγχο ούτε για τις αποδείξεις, ούτε προσλαμβάνουν με διαφάνεια απ τον ΑΣΕΠ.

Μπορεί να θέλουν να την σώσουν από αυτούς που σώζουν κάθε χρόνο, τα κανάλια από έκτακτο φόρο στις διαφημίσεις.

~

Γιατί αυτοί οι πολίτες είναι κακοί, και όχι αυτοί οι πολιτικοί που λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο; Ποιος το λέει;

Γιατί να θεωρήσω ότι αυτοί οι πολίτες θέλουν να καταστρέψουν τις θυσίες του κόσμου, τον ιδρώτα του, τους κόπους του;

Συγνώμη, εγώ βλέπω ότι θέλουν να την σώσουν την χώρα.

Καμία τύψη λοιπόν. Είμαι μαζί τους, όχι απέναντί τους.

…Όταν δείξαμε στους ψηφοφόρους ότι μαχαιρώνουν μετανάστες δεν σταμάτησαν, όταν τους δείξαμε ότι σφάζουν έλληνες, δεν σταμάτησαν, όταν τους δείξαμε ότι σηκώνουν ναζιστικά το χέρι δεν σταμάτησαν, όταν τους πολεμήσαμε στους δρόμους δεν σταμάτησαν, όταν σταματήσαμε να τους προβάλλουμε στα κανάλια δεν σταμάτησαν, όταν τους κλείσαμε φυλακή δεν σταμάτησαν, όταν τους ξεψαχνίσαμε, δεν σταμάτησαν, όταν τους φιμώσαμε δεν σταμάτησαν…

… μήπως αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι ο μόνος τρόπος για να σταματήσεις την άνοδο του νεοναζισμού στην Ελλάδα πρέπει να εξαλείψεις τις αιτίες που τον δημιουργούν;

Μήπως, ΜΗΠΩΣ να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι αν δεν σταματήσεις πρώτα την φτώχεια, την την (απίστευτη, πια) έλλειψη δικαιοσύνης, την έλλειψη ισονομίας, την έλλειψη ελπιδας και προοπτικής, την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας και ελευθερίας, αν δεν σταματήσεις πρώτα αυτά, ΠΡΩΤΑ αυτά, δεν θα σταματήσει ποτέ, και με κανέναν άλλο τρόπο το μίσος;

Όταν στον πολίτη αφαίρεσες κάθε ελπίδα, αφαίρεσες κάθε σταθερότητα, αφαίρεσες κάθε μέλλον, όταν τον έβαλες να μισεί ο ένας τον άλλον, όταν του στέρησες κάθε αίσθηση δικαίου, όταν τζόγαρες στον φόβο και την ανασφάλεια, όταν του πήρες το φαγητό από το τραπέζι και τα φάρμακα από το ντουλάπι – λέγοντάς του ότι πρωτίστως φταίει αυτός, όταν τον εκπαίδευσες στην λαμογιά και μετά δεν σου έφτασαν τα λεφτά να την συντηρίσεις, όταν του στέρησες την γνώση για τις βασικές αρχές δημοκρατίας, σεβασμού και αξιοπρέπειας, πως αλήθεια περιμέναμε να αντιδράσει;

Θρέψαμε τον λαό πολλά άσχημα πράγματα, και κάποιοι από αυτούς, πολύ θυμωμένοι, μας εκδικούνται πλέον ξεκάθαρα με τον χειρότερο, για μας και γι’αυτούς, τρόπο που έχουν.

Και όσο φρικάρουμε εμείς, όσο αντιδρούμε σπασμωδικά και βίαια, όσο παλεύουμε να χτυπήσουμε άγαρμπα το σύμπτωμα και όχι την ασθένεια που το προκαλεί, τόσο πιο πολύ σιγουρεύεται ότι πράγματι μας πονάει, και τόσο μας πληγώνει συνειδητά περισσότερο.

Γιατί δεν έχει άλλον τρόπο να δείξει πόσο θυμωμένος είναι.

Γιατί δεν έχουμε να αντιπαραβάλουμε ελπίδα, στο μίσος που γεννιέται.

Δεν περιμένω να αναγνωρίσει κανείς τις ευθύνες του από αλτρουϊσμό, και να αλλάξει την στάση του αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα της κατάστασης.

Τουλάχιστον ας το κάνει από ένστικτο επιβίωσης.

Ας δείξουμε ότι μπορούμε να έχουμε αληθινή δημοκρατία. Ας δείξουμε ότι μπορούμε να κρατήσουμε μία αξιοπρέπεια για όλους. Ας δείξουμε ότι δεν είμαστε εκδικητικοί, χωρίς όμως να πάψουμε να είμαστε δίκαιοι. Ας αλλάξουμε ατζέντα, όλοι, στοχεύοντας στην ελπιδα, όχι το αλληλοφάγωμα.

Ας εξηγήσουμε ότι καταλάβαμε. Ότι επιτέλους, καταλάβαμε.

Αυτό, θα τους σταματήσει μια και καλή.

Ο μόνος τρόπος να σταματήσουμε την απανθρωπιά των «άλλων», είναι να ξαναγίνουμε εμείς πιο ανθρώπινοι.

Γνώμη μου, και κρίνομαι γι’ αυτήν.

Είναι το μούσι σου. Αυτό το αλάνθαστο, τριμμένο μούσι σου. Δεν καταλαβαίνεις; Είσαι τόσο σιχαμένος άνθρωπος που δεν καταλαβαίνεις; Δεν αντέχω να σε βλέπω μ’ αυτές τις τρίχες στο πρόσωπο, το χρυσό σου φόρεμα, τα μακρυά σου μαλλιά, τα νύχια σου, την έκφρασή σου, σαν γυναικούλα σε κάθε δωδεκάρι, σαν γυναικούλα – δείξε μας τα πόδια σου μωρή, αρχίδια δεν έχεις εκεί κάτω; Σίχαμα. Ξυρίσου μωρή πούστρα. Να είσαι κάτι που καταλαβαίνω τουλάχιστον. Δεν σε αντέχω, ολόκληρη, όπως είσαι, δεν σε αντέχω. Είσαι ένα μίασμα για την αισθητική μου, την αισθητική μου, έχω μάθει να βασίζομαι σ’ αυτήν, ή άντρας είσαι, ή γυναίκα, σε άφησα, σου έδωσα το δικαίωμα να γίνεις πούστης, έστω, έστω, όχι όμως και έτσι. Όχι και έτσι ρε φίλε. Δεν μπορείς να τα γαμάς όλα, μείνε στα κουτάκια σου, σου έχω φτιάξει ωραία κουτάκια, πολυτελέστατα, έμαθα να μην σε κράζω μπροστά σου όταν άλλαξες τον σεξουαλικό σου προσανατολισμό, είδες; είδες πόσο υποχώρησα; έμαθα να ανέχομαι να μας παίρνεις τις δουλειές και να διαφθείρεις την νεολαία μας, και αυτή η ανοχή μου, τι την έκανες; Λάστιχο την έκανες γαμώ το στανιό σου. Πήρες όσο λουρί σου έδωσα, και θέλεις και άλλο. Σε φοβάμαι, θέλεις να λυθείς. Θέλεις να είσαι ο,τι είσαι, κάτι που δεν επέτρεψα εγώ, που δεν έφτιαξα κανόνες εγώ – που μωρή; που μωρή είπα εγώ ότι μπορείς να έχεις μούσι, μούσι γαμώ το μυαλό μου, μούσι ενώ παριστάνεις την γυναίκα; Πότε σου επέτρεψα εγώ κάτι τέτοιο; Πότε σε άφησα εγώ να ζεις έξω από τους κανόνες που έφτιαξα; Δεν καταλαβαίνεις; Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν είναι το μούσι σου; Οτι είναι η απαίτησή σου να διαλύσεις τα κουτάκια; Δεν με ενοχλεί το μούσι σου μωρή, να το βάλεις στον κώλο σου. Η ελευθερία σου να είσαι ο,τι θέλεις εσύ χωρίς να με ρωτάς, αυτό με ενοχλεί. Οτι με αμφισβητείς μωρή, αμφισβητείς την εξουσία μου επάνω σου. Και θα σε δούνε κι αλλοι, και θα με αμφισβητήσουν αν δεν σε τσακίσω σαν σκουπίδι με τις ειρωνίες μου και το μίσος μου, γιατί σε μισώ, βαθιά, και εσένα, μα κυρίως αυτούς που σε θαυμάζουν, θαυμάζουν εσένα που σηκώθηκες και με πολέμησες και αμφισβητούν εμένα που δεν σε πάτησα νωρίς, να σε πατήσω όταν είσαι δεκάξι, αδύναμη – κερδίζει, κερδίζει αυτό που δεν είναι δικό μου, το λάθος. Είσαι ο θεός του λάθους. Αυτού που δεν ελέγχω. Θα σε τσακίσω μωρή. Δεν νοείται να μην έχω εγώ το έλεγχο. Δεν υπάρχει άλλος αλάνθαστος.

Φύσηξε ένας δυνατός άνεμος – σαν ανεμοστρόβιλος. Η φουσκωτή μπάλα παρασύρθηκε – τα δύο παιδιά που ήταν μέσα, μαζί της. Το ένα γλύτωσε με χτυπήματα. Το άλλο άφησε εκεί, την τελευταία του πνοή. Ήταν αδέλφια, 13 και 9 χρονών. Κάποιος πρέπει να πει στο κοριτσάκι που γλύτωσε, ότι ο αδελφός της πέθανε.

Μου είχαν μεταφέρει οτι ο δήμαρχος Κορτζίδης ήταν ένας μαχητικός δήμαρχος (καλός, κακός δεν ξέρω, δεν είναι δικός μου δήμαρχος) και [ο πατέρας του] εκλέγεται εκεί, αν έχω καταλάβει σωστά, επι 22 συναπτά έτη. Γι’ αυτούς καλός, για άλλους ίσως κακός.

Το λούνα παρκ, δεν είχε άδεια. Δεν το είχε ελέγξει κανείς. Πίστευε, λέει ο δήμαρχος, ότι θα δούλευε για μικρό διάστημα, ήταν απολύτως δαιδαλώδεις η διαδικασία αδειοδότησης, το αμελήσανε, έμεινε χωρίς έλεγχο. Τα παιδιά χτύπησαν σε κάτι σιδεριές, αν κατάλαβα καλά, που ήταν λίγο πιο κάτω, καθώς η πισίνα που ήταν μέσα της η μπάλα δεν είχε επαρκή (αν είχε καθόλου) περίφραξη.

Άνθρωποι που το είχαν επισκεφθεί, μου λέγανε ότι ούτε απ’ έξω δεν ήθελαν να περνάνε – όχι και να πάνε τα παιδιά τους εκεί.

Και το κακό έγινε.

Όλοι έπεσαν πάνω στον Δήμαρχο. Αδιαφορώ πλήρως γιατί: άλλοι γιατί εξοργίστηκαν με την θέα νεκρών παιδιών, άλλοι γιατί θύμωσαν για την αμέλεια του δήμου, άλλοι γιατί βρήκαν ευκαιρία να τον χτυπήσουν και να ξεκουμπιστεί μπας και εκμεταλλευτούν εμπορικά τα σχέδια στα οποία ήταν αντίθετος. Αδιαφορώ παντελώς γιατί, αδιαφορώ αν ο δήμαρχος ήταν καλός, ή κακός, αδιαφορώ αν τον ψήφιζαν για έναν χρόνο, ή για χίλια χρόνια:

Αυτό είναι το νόημα της ευθύνης. Όταν πεθαίνει κάποιος στην βάρδια σου, παραιτείσαι. Είναι κατανοητές οι δικαιολογίες, και θα συνεκτιμηθούν – αρκεί να τελειώσουν με ένα «…αλλά παρόλα αυτά, αντιλαμβάνομαι ότι στην βάρδια μου πέθανε κόσμος, αντιλαμβάνομαι ότι έχω την απόλυτη ευθύνη, θα πρέπει να δηλώσω την παραίτησή μου».

Καμία άλλη τελευταία παράγραφος δεν είναι ανεκτή.

Είναι δε καλό να το κάνουν και άλλοι – όχι μόνο ο Δήμαρχος. Πριν ο ίδιος παραιτηθεί, να πιάσει τον άλφα υπεύθυνο: Γιατί δεν επέμενες να βγει η άδεια; Παρέδωσε το αξίωμά σου. Γιατί δεν πήγες εσύ να ελέγξεις; Παρέδωσε την θέση σου. Γιατί δεν επεσήμανες το πρόβλημα; Παρέδωσε την θέση σου.

Γιατί αν φύγει ο δήμαρχος, και μείνουν οι τρεις-πέντε-δέκα που ήταν άμεσα υπεύθυνοι για τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων ασφαλείας, δεν θα αλλάξουν πολλά: Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό το πρόβλημα που οδήγησε εκεί, να μην επαναληφθεί, να μην ξεχαστεί.

Και επειδή μου θύμωσαν (και) οι αριστεροί φίλοι μου μ’ αυτό το tweet μου, που έλεγα πως ο,τι και να είναι ο δήμαρχος – είναι λάθος εδώ, εξηγούμαι: αυτή η στάση, της ανάληψης ευθύνης, δεν είναι μόνο αριστερή, φίλοι μου. Είναι ανθρώπινη.

Πάει αυτό; Πάει.

~

Σήμερα το πρωϊ, στις τέσσερις τα ξημερώματα, άλλη μία βάρκα ανατράπηκε στο Αιγαίο. Ήδη, μετράμε πτώματα, πνιγμένους, ακόμα και παιδιά.

Για άλλη μία φορά, μία από τις πολλές, τις υπερβολικά πολλές τον τελευταίο καιρό, άνθρωποι πνίγονται στο Αιγαίο, είτε από κακοκαιρία και απαράδεκτα σκάφη, είτε από λάθη στην ρυμούλκηση των σκαφών που εντοπίστηκαν.

Είναι πολλοί οι πνιγμένοι. Είναι πολλά τα παιδιά. Είναι πάρα πολλά τα παιδιά. Και ΕΝΑ θα ήταν πολύ – μα εδώ είναι ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ.

Δεν λέω ότι το Λιμενικό τους πνίγει. Οι ίδιοι το λένε, με ενδελεχείς περιγραφές. Τους πιστεύω – αλλά δεν έχει σημασία γιατί δεν ήμουν εκεί, και δεν ξέρω τελικά τι έγινε. Μπορεί να είναι λάθος, να το δεχθώ. Μέχρι εκεί μπορώ να δεχθώ – ότι είναι λάθος.

Δεν μπορώ φυσικά να αγνοήσω ότι έχουμε πνιγμένους. Είναι ακόμα μπρούμυτα στο νερό, και επιπλέουν – ακόμα και μικρά παιδιά. Δεν μπορείς να αγνοήσεις ότι κάτι είναι ΤΡΑΓΙΚΑ λάθος σ’ αυτήν την εικόνα.

Αλλά ας πούμε (όλοι μαζί έχουμε την ίδια επαφή με τα πράγματα) ότι δεν έγινε τίποτα με δόλο. Όσοι πνίγηκαν, στις «διασώσεις» του λιμενικού δεν είχαν σωσίβια – αυτό, είναι πια αυταπόδεικτο, συνεπώς τουλάχιστον λάθος, έγινε.

Όπως ακριβώς, δεν λέω ότι ο Κορτζίδης πήρε την μπάλα, και την πέταξε να σκοτωθούν παιδιά – έτσι δεν λέω ότι ο Βαρβιτσιώτης είπε στους λιμενικούς «πνίξτε τους. Αφήστε τους να βουλιάξουν. Και να έχετε σωσίβια μην τους τα δώσετε».

Οτι ακολουθήθηκε η ξεκάθαρη γραμμή Θάνου Πλεύρη, για να είμαι απολύτως κατανοητός.

Αλλά ευθύνη για τους νεκρούς, δεν υπάρχει; Ως δημότης Ελληνικού – Αργυρούπολης θα ήμουν έξαλλος αν ο δήμαρχός μου, παρότι του έδωσα εντολή να είναι σοβαρός και αυστηρός για θέματα ασφαλείας, έλεγε «για λίγο το είχανε». Ως πολίτης αυτής της χώρας, δεν θα είμαι έξαλλος αν ούτε ένα πνιγμένο κορμί στις ρυμουλκήσεις δεν έχει βρεθεί με σωσίβιο; Δεν θα έπρεπε να απαιτήσω από αυτήν την χώρα, αντί να παρακολουθεί αμέριμνη να πλέουν πνιγμένα παιδιά, χωρίς να έχει αλλάξει το παραμικρό, να εξηγήσει όχι μόνο το γιατί, αλλά να παρουσιάσει ένα πλάνο ενεργειών για να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο; Οσοι έρχονται τελικά μέχρι εδώ, να αντιμετωπίζονται σαν άνθρωποι, και να τους διαχειρίζονται με τον πιο ασφαλή τρόπο;

Και, αντ’ αυτού, να διαμαρτύρεται το Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας ότι παρότι συνέλεξε 100.000(!) υπογραφές διαμαρτυρίας, Υπουργός… να μην παραλαμβάνει;

~

Αρκεί ένα τραυματισμένο παιδί και ένα νεκρό για να γίνουν έξαλλα (και δικαίως!) τα ΜΜΕ, αλλά τόσοι πνιγμένοι άνθρωποι να παρουσιάζονται εν πολλοίς ως «ατυχία» και, επιμόνως, να μην ζητούνται ευθύνες από κανέναν σε κανέναν;

Δεν είναι άνθρωποι αυτοί; Δεν είναι παιδιά;

Αυτό είναι το νόημα της ευθύνης. Όταν πεθαίνει κάποιος στην βάρδια σου, παραιτείσαι. Είναι κατανοητές οι δικαιολογίες, και θα συνεκτιμηθούν – αρκεί να τελειώσουν με ένα «…αλλά παρόλα αυτά, αντιλαμβάνομαι ότι στην βάρδια μου πέθανε κόσμος, αντιλαμβάνομαι ότι έχω την απόλυτη ευθύνη, θα πρέπει να δηλώσω την παραίτησή μου».

Και πριν το πει αυτό ο πρωθυπουργός, να πιάσει τους υπεύθυνους. «Γιατί δεν φρόντισες να μην ξαναγίνει; Παρέδωσε το αξίωμά σου. Γιατί δεν τιμώρησες τους υπεύθυνους κάτω από εσένα; Παρέδωσε την θέση σου. Γιατί δεν επεσήμανες το πρόβλημα; Παρέδωσε την θέση σου.»

Και επειδή μπορεί να μου θυμώσουν (και) οι δεξιοί φίλοι μου μ’ αυτό το post μου, εξηγούμαι: αυτή η στάση, της ανάληψης ευθύνης, δεν είναι μόνο των δεξιών, φίλοι μου.

Είναι ανθρώπινη.

Αλλιώς, θα έχουν ελεγμένες άδειες στα Λούνα Παρκ μας, αλλά θα συνεχίζουν στο Αιγαίο να πλέουν, μπρούμυτα, πνιγμένα παιδιά.

Γιατί αν δεν ζητήσουμε εμείς να αλλάξει κάτι από αυτούς που έχουν την ευθύνη, δεν θα αλλάξει τίποτα απολύτως.

Τι άλλο ξέρεις; Τι άλλο ξέρεις και δεν μας το λες; Από ποια άλλη πληροφορία μας προστατεύεις; Η ψυχή της δικαιοσύνης πέθανε. Την έθαψες, κάτω από το μαξιλάρι σου, και μας την εμφάνισες τώρα, σάπια. Θα άλλαζε κάτι; Ναι, φυσικά. Θα ήταν καλύτερα τα πράγματα; Δεν ξέρω. Θα ήταν χειρότερα; Μπορεί, δεν ξέρω. Έπρεπε να γίνει; Έπρεπε να το κρύψεις; Όχι. Αυτό το ξέρω καλά. Όχι γιατί ήταν καλύτερα να μην ειπωθεί, ή χειρότερα, μα γιατί δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερα, ή χειρότερα. Και γω δεν θα τολμούσα να αποφασίσω για σένα. Και τώρα, δεν ξέρω. Δεν ξέρω δημοσιογράφε μου, πόσα άλλα ξέρεις. Από πόσα με προστατεύεις. Από ποια αλήθεια. Όχι μόνο η Σπυράκη. Όχι μόνο ο Πρετεντέρης. Μα και συ. Και οι άλλοι, που ξέρατε. Και οι άλλοι που δεν ξέρατε, μα ξέρατε ότι ήξεραν, και δεν έλεγαν. Η δημοσιογραφία είναι αναζήτηση. Μόνος της στόχος, η αλήθεια. Ούτε η όμορφη αλήθεια, που κάνει να ακούμε, ούτε η ψεύτικη αλήθεια, που θα μας κάνει κακό. Η αλήθεια.

Η αλήθεια.

Ποιες άλλες αλήθειες μας έκρυψες; Πόσα άλλα γνώριζες και μας απέκρυψες; Η δουλειά σου ήταν όχι απλώς να μας ενημερώνεις, μα να μας ανοίγεις τα μάτια – σε εσένα το αφήσαμε αυτό; Έτσι χρησιμοποίησες την εμπιστοσύνη μας;

Μας είπες για τους ανθρώπους που ράβουν τα στόματά τους μην αντέχοντας τα βασανιστήρια που τους υποβάλλουμε καθημερινά; Ότι η κόλασή τους επεκτάθηκε για πάντα ενάντια σε κάθε λογική δικαίου; Το έκρυψες και αυτό, για να μας προστατέψεις; Γι’ αυτό δεν το ακούσαμε; Ήξερες ότι η Hochtief κέρδισε την δίκη – και μαζί τα περίπου 500 εκατομμύρια που μάζευε από ΦΠΑ, και δεν ήθελε να τα αποδώσει στο δημόσιο; Μας το είπες; Όχι; Από ποιον μας προστάτεψες; Από τι; Μας είπες ότι μέλος της ομάδας που απέκτησε τον ΟΠΑΠ καταδικάστηκε γιατί εξαπάτησε το κράτος; Όχι; Τι προστάτεψες; Είπες ότι θα χρειαστούν εκατομμύρια για να έχουν νερό στις σκουριές, γιατί αυτό που υπάρχει το χρειάζεται η εταιρία για να καθαρίσει το χρυσάφι της; Όχι; Από τι μας έσωσες; Είπες ότι ο Γεράσιμος Λιόντος αθωώθηκε; Και γιατί; Και πως; Όχι; Ποιον προφύλαξες; Είπες πόσο κοστίζει η ΔΤ/ΝΕΡΙΤ και που είναι τα τιμολόγια, και πως επιλέγονται οι εταιρίες που συνεργάζονται; Όχι; Ποιον έσωσες; Είπες μήπως αν τα κανάλια σου γλύτωσαν για άλλη μία φορά τον φόρο 20% επί των διαφημίσεων; Όχι; Μήπως είπες ότι τα τηλεπαιχνίδια είναι τώρα ελεύθερα, αλλά αυτή την φορά δεν θα χρειαστεί να πληρώσουν τον φόρο του 30% επί των ακαθάριστων εσόδων! – γιατί ακυρώθηκε αυτή η διάταξη προς όφελος των καναλιών και ζημία του κράτους; Όχι; Ποιον έσωσες; Είπες τίποτα για την καταγγελία της συναδέλφου σου του ΑΠΕ, ότι λογοκρίθηκε επανειλημμένα; Όχι; Από τι μας προστάτεψες; Είπες ότι ο Μιχελάκης κατηγορείται ότι χρηματίστηκε; Ούτε; Ποιον προστάτεψες; Είπες ότι έχει κηρυχθεί από το ΣτΕ άκυρη η (επί Βενιζέλου) φωτογραφική άδεια του The Mall; Και ότι δουλεύει ακόμα; Και θέλει να κάνει και άλλες μπίζνες με το κράτος; Όχι; Ποιον έσωσες;

Τόσα πράγματα που δεν μας είπες. Ποιον έσωσες; Εμάς;

Και άλλα τόσα που δεν ξέρουμε ότι μας έκρυψες. Για να «μας σώσεις».

Υ.Γ.: Σε λίγο θα μας πεις ότι δεν μιλούσε καν με τον Θεό. Αυτό, θα είναι το μεγαλύτερο πλήγμα όλων.

Όπως και στο παρελθόν, βρίσκω την ιδέα της συμμετοχής του κοινού ιδιαιτέρως πολύτιμη, όχι για τις απαντήσεις, αλλά -κυρίως- για τις ερωτήσεις και την συμμετοχή. Όπως και στο παρελθόν, αρκετός κόσμος έκανε πλάκα, θεμιτό, αλλά υπήρξαν και σοβαρές ερωτήσεις που έδειξαν τα προβλήματα που περιμένει ο πολίτης/ψηφοφόρος να δει τον Δήμαρχό του να επεμβαίνει. Για να μην χαθούν οι (πάμπολλες, περισσότερες από κάθε άλλη φορά) σοβαρές ερωτήσεις, τις μαζεύω εδώ, και τις παραθέτω για την κρίση σας.

Αντίθετα με τις άλλες φορές, σ’ αυτήν την διαδικασία έχω προσθέσει και tweets που είναι πιο «χαβαλετζίδικα» – αλλά αυτό έγινε αποκλειστικά επειδή ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης απαντούσε σε κάποια από αυτά, και δεν μπορούσα να μην συμπεριλάβω την «ερώτηση»

Για το τεχνικό κομμάτι: Έκανα αναζήτηση στο Storify το hashtag #gabriel4ath και μετέφερα μόνο αυτά που θεώρησα ότι είναι καλό να μείνουν. Είναι προσωπική εργασία, με λάθη, πιθανόν και παραλήψεις – καλό είναι, αν ξέχασα κάποιο ουσιώδες, αν δεν το κατάλαβα καλά, ή αν έγινε αλλά δεν είχε το hashtag για να το βρω (πρέπει να υπάρχουν πολλά τέτοια) να μου το επισημάνετε για να το προσθέσω.

Ενα tricky κομμάτι στο τεχνικό μέρος: Οι ερωτήσεις είναι με χρονολογική σειρά (από το παλαιότερο προς το νεότερο). Όμως: προσπάθησα (με πολύ κόπο) να κολλήσω τις απαντήσεις του @gabriel_athens στις ερωτήσεις. Άρα: οι ερωτώντες είναι χρονολογικά, ο συνεντευξιαζόμενος είναι με βάση την ερώτηση που απαντά.

Τέλος: Δικαίως θα ενοχληθείτε που λείπουν οι απαντήσεις στον συνεντευξιαζόμενο. Είναι πολύ περίπλοκη (κυρίως χρονοβόρα) διαδικασία, και δεν επενδύω τον χρόνο να το κάνω. Όποιος θέλει και μπει στον κόπο, ας με ενημερώσει να τον συμπεριλάβω στα links στο τέλος – ή στην αρχή, αν κάνει πολύ καλύτερη δουλειά από την δική μου 🙂

Στο σύνολο των ερωτήσεων, όπως πάντα δεν παρεμβαίνω, (δεν θα μπορούσα άλλωστε), μπορείτε να τα δείτε όλα με μία αναζήτηση στο twitter και να κρίνετε την επιλογή μου.

Τέλος, δύο πράγματα: να θυμήσω ότι έχω ξανακάνει την ίδια δουλειά με υποψήφιο πρωθυπουργό τον Παπανδρέου, και με υποψήφιο πρωθυπουργό τον Καραμανλή (το 2010 και 2009 αντίστοιχα) Στο τέλος θα βάλω τα link για τις δύο προηγούμενες συνεντεύξεις.

Όποιος μπορεί να μου βρει εργαλείο εκτός του Storify για να μαζέψω όλες τις ερωτήσεις σε csv ή text αρχείο, θα με σώσει 🙂 (τα παλαιότερα προγράμματα που χρησιμοποιούσα δεν παίζουν πια)

Υ.Γ.: Γιατί μπορεί να είναι χρήσιμο: Δεν είμαι κομματικό στέλεχος, αυτό που έκανα δεν το έκανα για τον υποψήφιο δήμαρχο, ούτε έχω καμία σχέση μαζί του – το κάνω γιατί βρήκα χρόνο, και γιατί πιστεύω στην διαδικασία της συμμετοχής. Αν άλλος υποψήφιος το κάνει, επίσης, μπορεί να κάνω το ίδιο – μπορεί και όχι. Αντίθετα από τις δύο προηγούμενες φορές, δεν έχω ούτε τον χρόνο, ούτε τα σωστά εργαλεία να υποσχεθώ αντίστοιχη ενέργεια: τα εργαλεία είναι κοινά για όλους, δωρεάν, όποιος θέλει – είτε γι’ αυτό, είτε για επόμενους- ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν! 🙂

(δύο φορές ο πρόλογος, το ξέρω, αλλά το storify στέκει και μόνο του, και πρέπει να εχει και αυτό την περίληψη)

Update (ναι, τόσο γρήγορα): Μόλις είδα ότι ο @Stefanossp έχει κάνει storify μ τς απαντήσεις τ υποψηφίου @Gabriel_Athens Είναι συγκεντρωμένο εδώ: https://storify.com/Stefanossp/gabriel4athens-full

Δείτε τα προηγούμενα:

2009: Τι ήταν πραγματικά το #askND

2010: #GreekPmLive, απαντήστε κύριε Πρωθυπουργέ

Ο Γιάννης έχει γενέθλια! Κλείνω τα 41, μπαίνω αισίως στα 42 μίας πολύ ενδιαφέρουσας ζωής – σε μία πολύ ενδιαφέρουσα επίσης χρονική στιγμή 🙂

Όμως, δεν έχω μόνο εγώ γενέθλια!

Όσοι επιλέξετε να μου ευχηθείτε, θα ήθελα, αν το θέλετε βέβαια και εσείς, να ευχηθείτε και σε έναν φίλο μου, που έχει επίσης γενέθλια. Είναι καλός άνθρωπος όπως και εγώ, ζει στην ίδια ταραγμένη περίοδο, όπως και εγώ, έχει παιδάκια, όπως και εγώ, μια γυναίκα που τον αγαπάει, και γονείς που τον σκέφτονται, έζησε σίγουρα μια γεμάτη ζωή μέχρι τώρα, και θα ήθελε να ζήσει και άλλα χρόνια, πολλά χρόνια, ελπίζοντας στο καλύτερο.

Δυστυχώς, δεν θα διαβάσει τα μηνύματά σας, ούτε θα του τα μεταφέρω εγώ. Δεν ξέρω καν πως τον λένε, από που είναι, πως είναι το πρόσωπό του. Δεν ξέρω ούτε καν που βρίσκεται, αυτήν την στιγμή.

Ξέρω όμως τι δώρο θέλει! Α, ξέρω καλά τι δώρο θέλει, και είναι πολύ φθηνό γι’ αυτούς που το έχουν, και πολύ ακριβό γι’ αυτούς που τους λείπει. Είναι σαν τα τρία δώρα που κουβάλησαν οι μάγοι, ψάχνοντας για ένα αστέρι.

Είναι δικαιοσύνη, ελπίδα, ανθρωπιά.

Ο καλός μου φίλος είναι φυλακισμένος στα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών ανά την Ελλάδα. Μπορεί να είναι ανήλικος, φυλακισμένος με μεγάλους. Μπορεί να έχει παιδιά, και να είναι φυλακισμένα μαζί του. Μπορεί να είναι άρρωστος, και να του αρνούνται την πρόσβαση στην υγεία. Μπορεί να είναι όχι «απλώς» μετανάστης, αλλά πρόσφυγας, που δικαιούται χαρτιά, αλλά δεν παραλαμβάνει κανείς την αίτησή του.

Στην χώρα του μπορεί να είχε πόλεμο, και να αναγκάστηκε να φύγει. Μπορεί να είχε πείνα, και να έψαξε αλλού σωτηρία για την οικογένειά του. Μπορεί να είναι γυναίκα, και να βιάστηκε, ή να γλύτωσε από το κόψιμο της κλειτορίδας της. Μπορεί να διαφώνησε με την ηγεσία της κυβέρνησης ή του βασιλιά στην χώρα του, και να αναζήτησε καταφύγιο για να γλυτώσει την αγχόνη.

Μπορεί να είναι δάσκαλος, ή γιατρός, ο ίδιος. Στα γενέθλιά του δεν μπορούν να του πάρουν δώρα οι συγκρατούμενοί του, αλλά να μοιραστούν μαζί του το ληγμένο γάλα, που σερβιρίστηκε σήμερα. Να πιει μεγαλυτερη μερίδα! Να αλλάξει μία μέρα η ζωή του, όντως φυλακισμένος επί τουλάχιστον δεκαοχτώ μήνες σε ένα κελί, χωρίς δίκη και χωρίς άλλη κατηγορία από την αναζήτηση ελπίδας, δικαιοσύνης, ανθρωπιάς. Ή μπορεί στον απόπάνω όροφο, να μην πάει κανείς τουαλέτα, για να κάνει ένα μπάνιο χωρίς να κυλάνε λύματα από την οροφή. Αυτό, μάλιστα, θα ήταν δώρο!

Δεν είναι μακρυά, αν θέλεις να τον ψάξουμε. Αν δεν κάνω λάθος, είναι ή στην Αμυγδαλέζα, ή στην Κομοτηνή, ή στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων Ξάνθης, ή στο Παρανέστι Δράμας, ή στο Φυλάκιο Ορεστιάδας ή στην Κόρινθο. Όλα είναι κοντά μας, μερικά είναι πολύ δίπλα μας. Δεν θα κουραστούμε πολύ, σε έξι σημεία θα ψάξουμε. Φαντάζεσαι να τον βρούμε, και να του πούμε χρόνια πολλά;

Φαντάζεσαι να μάθουμε το όνομά του; Σε πληροφορώ, δεν θέλει τίποτα άλλο. Ίσως, βέβαια, να μην μπορεί να μας το πει. Κάποιοι, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες που αναγκάζονται φυλακισμένοι να ζήσουν, έραψαν το στόμα τους. Ίσως είναι ένας από αυτούς. Ίσως τον πείσουμε να το ξεράψει λίγο, μόνο για να τον ακούσουμε. Και ας το ράψει, πάλι, όταν φύγουμε.

Έχω γενέθλια λοιπόν. Πήρα ήδη πρωινό φιλάκι από τις κόρες μου, πηγαίνοντας τις σχολείο, έκλαιγε η μικρή για κάτι μπισκότα που θα δώσει η μεγάλη στην τάξη της. Ήθελε και αυτή – υποσχέθηκα ότι θα της πάω 🙂

Εχει γενέθλια και ο φίλος μου. Είμαστε το ίδιο πράγμα, σε βεβαιώ, δακρίζουμε όταν σκεφτόμαστε τις κόρες μας, αν είναι το ίδιο μεγάλος με εμένα, ή τους γονείς μας, αν είναι το ίδιο μικρός με τα παιδιά μου. Θυμώνουμε όταν αδικηθούμε, πονάμε και οι δύο όταν μας χτυπάνε, όταν είμαστε άρρωστοι θέλουμε έναν γιατρό, λαχταράμε καθαρό και φρέσκο φαγητό όταν πεινάμε, δροσιά το καλοκαίρι και λίγη ζέστα το χειμώνα – ζεσταινόμαστε το ίδιο, κρυώνουμε το ίδιο, θέλουμε ελπίδα και έχουμε αληθινή ανάγκη να σέβονται οι άλλοι τα ανθρώπινα δικαιώματά μας, για υγεία, ελευθερία, δικαιοσύνη, ανθρωπιά.

Εγώ έχω πολλούς φίλους, εσάς! Αυτός, πάλι, έχει πολλούς συγκρατούμενους. Θα ήθελε να έχει φίλους και εσάς, το ξέρω. Είστε αξιόλογοι άνθρωποι, και θα εκτιμούσε το ενδιαφέρον σας.

Έχουμε και οι δύο γενέθλια. Σας ευχαριστώ θερμά για τις ευχές σας, αλλά δεν μπορώ να γιορτάσω μόνος μου:

Ελπίζω να γιορτάσει και ο φίλος μου μαζί!

…Ανθρώπινα.

Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τις συνθήκες κράτησης του ελληνικού κράτους στους «μετανάστες χωρίς χαρτιά», διαβάστε την αναφορά για τις συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης μεταναστών που έχουν ετοιμάσει οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, άρθρα μελών ανθρωπιστικών οργανώσεων και δημοσιογράφων που τα επισκέφθηκαν, και παλαιότερες αναφορές.

Αν θέλετε να αλλάξει κάτι, μιλήστε στους βουλευτές σας, στους δημοσιογράφους, στους φίλους σας. Εξηγήστε το πρόβλημα, εκφράστε τις σκέψεις σας. Ή, μοιραστείτε τα γενέθλιά σας με έναν άγνωστο, τελείως άγνωστο άνθρωπο, που το μόνο που θα ήθελε είναι ελπίδα, δικαιοσύνη, ανθρωπιά και λίγους περισσότερους φίλους!

Update: Αυτό είναι σημερινό – την ημέρα των γενεθλίων μου. Ρίξε μία ματιά, σε παρακαλώ.

Η άτυχη γυναίκα υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο την προηγούμενη Πέμπτη και διακομίστηκε στο Βοστάνειο νοσοκομείο της Μυτιλήνης. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η κατάσταση της παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση τις μέρες που ακολούθησαν, με αποτέλεσμα να χάσει την περασμένη Τρίτη τη μάχη για τη ζωή. Όπως διαπιστώθηκε, η 40χρονη δεν λάμβανε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα φάρμακα για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.

[…]

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Εμπρός», η 40χρονη, που μεγάλωνε μόνη της τα δύο της παιδιά, εργαζόταν περιστασιακά τον τελευταίο καιρό, το βιβλιάριο υγείας της είχε λήξει προ πολλού και αδυνατούσε να πληρώσει τα χρήματα που απαιτούνταν για την αγορά των φαρμάκων.

[…]

Σε ερώτηση για το αν θα μπορούσε να απευθυνθεί σε κοινωνικό φαρμακείο ή να ζητήσει φάρμακα από το νοσοκομείο, μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού απάντησε αρνητικά, εξηγώντας: «Η εκλιπούσα ήταν πολύ περήφανη για να δείξει είτε στο ιατρικό προσωπικό είτε σε υπηρεσίες του Δήμου ότι έχει ανάγκη. Θα ήταν σαν να ζητούσε ελεημοσύνη, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν μια σταθερή δουλειά για κάποιο διάστημα, προκειμένου να συμπληρώσει τα ένσημα και να έχει ασφαλιστική κάλυψη».

News247.gr | 5 Απριλίου 2014 (Update: το newsit.gr αναφέρει ότι συγγενής της 40χρονης διαψεύδει την είδηση, η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ επιμένει, και έχει στην διάθεσή της στοιχεία και μαρτυρίες)

Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτήν την γυναίκα. Ξέρω ότι της είχανε διαγνώσει αρτηριακή υπέρταση και δεν έπαιρνε τα φάρμακά της, γιατί δεν της έφταναν τα λεφτά.

Στο κάτω κάτω- δεν έχει νόημα μόνο για την συγκεκριμένη γυναίκα. Τους βλέπω στην οθόνη μου, να βγαίνουν με σακούλες στα χέρια από συσσίτια. Ανώνυμοι, με το κεφάλι κάτω. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι τρώνε από τον δήμο, τις εκκλησίες καθημερινά. Πολλοί μένουν στον δρόμο. Πολλοί. Φαντάζομαι αρκετοί (ειδικά όσοι δεν είναι, πια, ασφαλισμένοι) δεν έχουν πρόσβαση σε φάρμακα. Βάλε όποιο όνομα θες.

Είναι τόσοι πολλοί, μα είναι και αυτή η γυναίκα.

Δεν είναι πια.

“Για τους ανασφάλιστους και άπορους συμπολίτες μας, πάντα το προσωπικό του ιδρύματος μεριμνά. Αρκεί όμως εκείνοι να απευθυνθούν εγκαίρως” δήλωσε ο διοικητής του νοσοκομείου.

Υπάρχουν και τα κοινωνικά φαρμακεία, εκτός από το να ζητήσει από το νοσοκομείο.

Δεν ήθελε.

Ντρεπόταν μάλλον.

Υπάρχει ένα πρόβλημα αδελφέ, και αν δεν το βλέπεις, γίνεται ακόμα μεγαλύτερο.

Για να επιβιώσουν, κάποιοι άνθρωποι, θες πολλοί, θες λίγοι, πρέπει να παρακαλέσουν. Πρέπει να αποτανθούν σε δημόσιες υπηρεσίες, στην εκκλησία για το φαγητό τους, πρέπει να αποτανθούν σε φίλους ή γνωστούς για μία στέγη, αν δεν τους περισσεύουν για το νοίκι. Πρέπει να ικετέψουν για λίγα χρήματα, να τα διαθέσουν όπου νομίζουν καλύτερα, σε όποιον έχει. Στον δρόμο.

Υπάρχει ένα πρόβλημα αδελφέ, και όσο κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, γιγαντώνεται.

Το κοινωνικό κράτος αντικαταστάθηκε από …όποιον μπορεί. Από κοινωνικά μαγειρεία, χρυσαυγίτες που μοιράζουν μόνο για έλληνες, από κολλεκτίβες και στέκια.

Όποιος ρίχνει την περηφάνια του, γλυτώνει. Όποιος παρακαλάει, επιβιώνει.

Θέλω λίγο να με καταλάβεις εδώ, αλήθεια πιάνεται η ψυχή μου όταν το γράφω:

Όποιος παρακαλά, επιβιώνει.

Είμαστε λάθος, αδελφέ. Είμαστε πολύ, πολύ λάθος.

Είμαστε πολύ λάθος γιατί η επιβίωση αυτών των ανθρώπων, το ρεύμα τους, το φαγητό τους, η στέγη τους, τα λίγα ευρώ για τα απαραίτητα, αν θα έχουν ζέστη τον χειμώνα, αν θα έχουν φάρμακα δεν θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα ικεσίας.

Θα έπρεπε να είναι δικαίωμα.

Αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να ζητάνε με ψηλά το κεφάλι ο,τι δικαιούνται.

Αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να απαιτούν μία αξιοπρεπή μεταχείριση από το κράτος. Να ληφθούν υπόψιν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, και τους παρέχονται, με τον λιγότερο δυνατό κόπο.

Έτσι δεν θα έπρεπε να είναι; Πριν από πλεονάσματα, πίσω από επιτυχίες και αποτυχίες στις ιδιωτικοποιήσεις, έτσι δεν θα έπρεπε να γίνεται;

Δεν θα έπρεπε να φερόμαστε, ως κοινωνία, σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ως ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ;

Αντ’ αυτού, τους αφήνουμε να ζητιανεύουν. Όσοι πουλάνε την υπερηφάνια τους, έχουν μία ελπίδα να αντέξουν την επόμενη ημέρα. Όσοι σε πείσανε να τους δώσεις πενήντα λεπτά για το νοίκι, όσοι πήγαν στον δήμο για να τους δώσει μία στέγη, όσοι παρακάλεσαν την εκκλησία για ένα ζουμί με φακές, όσοι έσυραν την ντροπή τους σε ένα κοινωνικό φαρμακείο – θα ζήσουν.

Όσοι δεν πουλάνε την αξιοπρέπειά τους για ένα φάρμακο, θα πεθάνουν.

Βάλε όποιο τέλος θέλεις εσύ σ’ αυτό το ποστ.

Δεν μπορώ να περιγράφω άλλο τα αυτονόητα.

Update: Για την συγκεκριμένη γυναίκα όπως αναφέρει το NewsIt δεν ισχύει η ιστορία. Η εφημερίδα Εμπρός που το πρωτοδημοσίευσε, επανήλθε λέγοντας ότι έχει στοιχεία και μαρτυρίες, και επιμένει στο άρθρο της. Αν διαβάσεις καλά το post μου, θα καταλάβεις γιατί, έτσι και αλλιώς, δεν αλλάζω ούτε κόμμα από όσα έγραψα.

Πριν από μερικές ημέρες, ο βαρυποινίτης Ίλι Καρέλι στις φυλακές Μαλανδρίνου έμαθε ότι, παρότι τυπικά μπορούσε να αιτηθεί άδεια, δεν θα την έπαιρνε καθώς η απόφαση ήταν αρνητική. Ήθελε να επισκεφτεί την μητέρα του στο εξωτερικό, που ήταν ετοιμοθάνατη.

Εκτός εαυτού, λίγο μετά, αφαίρεσε την ζωή ενός φύλακα, οικογενειάρχη, του Γιώργου Τσιρώνη, πατέρα δύο παιδιών, καρφώνοντας τον στο λαιμό. Ο συνάδελφός του δεν πρόλαβε ούτε καν να αντιδράσει.

Μερικές ημέρες μετά, στον βαρυποινίτη γίνεται μεταγωγή στις φυλακές Νιγρίτας. Μόλις τον βλέπουν, σπεύδουν να καταγράψουν σωρεία χτυπημάτων, υποθέτω για να μην χρεωθούν σ’ αυτούς, και τον βάζουν για ύπνο. Το ίδιο βράδυ, ως απόρροια των χτυπημάτων αυτών, ο Καρέλι αφήνει την τελευταία του πνοή.

Έχει δύο φόνους αυτή η ιστορία. Και έχει πολύ διαφορετικούς δολοφόνους.

Τον ένα φόνο, ξέρουμε ποιος τον έκανε. Ήταν ένας φόνος σκληρός, και πέρα ως πέρα άδικος -ο Τσιρώνης αμφιβάλλω αν είχε παίξει οποιονδήποτε ρόλο στην απόφαση να μην χορηγηθεί άδεια. Ήταν στο λάθος μέρος, στην λάθος στιγμή, στο απονενοημένο διάβημα ενός ανθρώπου που ήθελε μόνο να εκδικηθεί αυτό που ένιωσε ως αδικία.

Τον δεύτερο φόνο, δεν ξέρουμε ακόμα ποιος τον έκανε. Οι ιστορίες ποικίλλουν: τα ΕΚΑΜ εκείνη την ημέρα μεταδίδεται ότι χτύπησαν κόσμο, ίσως και βασάνισαν. Τα τραύματα πάλι, όταν έφτασε στην έμοιαζαν φρέσκα, ίσως έγιναν στην μεταγωγή. Οι δολοφόνοι έδρασαν με αίσθημα εκδίκησης, είτε άμεσα, είτε έμμεσα.

Έχουμε δύο φόνους, παρόμοιους. Για εκδίκηση.

Προσπερνάω τα προφανή: όταν κάποιος είναι φυλακισμένος, το κράτος έχει την απόλυτη ευθύνη για την κατάστασή του. Κανείς δεν μπορεί να κάνει κακό σε έναν άνθρωπο που είναι στο απόλυτο έλεγχο του κράτους. Προσπερνάω τα προφανή: ούτε ένας υπουργός Δημοσίας Τάξης ή Δικαιοσύνης δεν έχει αισθανθεί την ανάγκη να κάνει δήλωση ευθύνης με μία παραίτησή του – παρά τους τόσους νεκρούς των φυλακών. Ούτε ένας. Ποτέ. Προσπερνάω τα προφανή: ποτέ και εμείς σαν κοινωνία δεν επιρρίψαμε ευθύνες για έναν θάνατο στις φυλακές – το θεωρούμε σχεδόν “θεία δίκη”, μία τιμωρία που αξίζει σ’ αυτόν που την παθαίνει.Δεν τιμωρήσαμε ποτέ, κανέναν πολιτικό προϊστάμενο γι’ αυτήν την σαπισμένη κοινωνία των φυλακών που ανέχθηκε.

Σε μία πρόταση, προσπερνάω τα προφανή.

Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο φονιάς. Ποιος έδωσε το σημαντικότερο χτύπημα. Ποιος χρέωσε το τέλος στον Ιλι. Δεν ξέρουμε. Ένας. Πολλοί. Ούτε πότε. Ούτε που. Ούτε με τι. Με τα χέρια του. Με το γκλομπ του. Βρίζοντας την μάνα του. Κλωτσόντας. Μπορεί να ήταν ο ίδιος, ο θυμωμένος, αυτός που ήξερε την γυναίκα του Τσιρώνη ή είχε γνωρίσει τα παιδιά του, ή ο συγκρατούμενός του, ή ένας άλλος, που αδιαφορεί για την ανθρώπινη ζωή και πριν μπει, και στα αρχίδια του ένας φόνος ακόμα, αρκεί να έχω την εύνοια, ή το χρήμα. Μπορεί να τον χτύπησαν πολλοί, με μίσος, ή ένας, που ήξερε καλά την δουλειά του, πως να σκοτώσει, ακόμα και σε υπηρεσία. Μπορεί να λερώθηκαν οι στολές τους με αίμα, οι μπότες τους να είχαν σημάδια από τα δόντια του, τα χέρια τους να έχουν ακόμα μόλωπες και σκισίματα.

Και όλοι αυτοί, το μόνο που έχουν να ακούσουν, είναι “καλά να πάθει. Του άξιζε. Ήταν θέμα τιμής η τιμωρία του”

Ξέρεις τι λείπει όμως; Το θάρρος. Αυτό λείπει. Αν είναι θέμα τιμής, λείπει το θάρρος. Λείπει αυτός που θα πει, σταράτα, τίμια, “ναι ρε, εγώ το έκανα, έτσι έπρεπε να γίνει, αίμα για το αίμα του φίλου μου. Αίμα για το δάκρυ των παιδιών και της γυναίκας του”.

Δεν είναι θέμα τιμής, γιατί δεν υπάρχει θάρρος. Γιατί στα μουλωχτά, πολλοί μαζί, ή ένας στα σκοτεινά, άτιμα, κρυμμένα, ύπουλα, πολλοί μαζί σε έναν, ίσως δεμένο, βασανισμένο, δεν έχει θάρρος αυτό. Δεν θα το επικροτούσα ούτε έτσι, μην με παρεξηγήσεις, αλλά θα είχε τουλάχιστον μια ψευτοαξιοπρέπεια, θα είχε τουλάχιστον μια δήθεν ντομπροσύνη, θα εξηγούσε το “καλά να πάθει”, θα δικαίωνε το “ήταν θέμα τιμής”.

Μην γελιέσαι: δεν έχει τιμή η δειλία. Δεν είναι δίκαιος ο δειλός. Δεν έχει τιμή η πράξη του, και το ξέρει- γι’ αυτό κρύβεται. Ξέρει ότι αυτό ήταν άτιμο, ξέρει ότι ήταν ύπουλο, όταν τον πιάσουν, αν τον πιάσουν, θα κρυφτεί όσο μπορεί, και μετά θα σταθεί υποκριτικά στωικός για μια ψεύτικη αξιοπρέπεια να μιλά για τιμές και αξιοσύνη.

Μην γελιέσαι. Δεν είναι ένας. Είναι όσοι τον κρύβουν, είναι όσοι ξέρουν, είναι η ηδονή ότι μπορούν να αφαιρέσουν ατιμώρητα μία ανθρώπινη ζωή κάτω από την καπα του ήρωα που σώζει εμάς, από τους αληθινούς κακούς.

Μην γελιέσαι. Να φοβάσαι περισσότερο αυτόν που στερεί μια ζωή επειδή μπορεί να το κάνει ατιμώρητος, ατιμώρητος από μία κοινωνία που το μόνο που καταλαβαίνει να πει είναι “να αγιάσει το χέρι σου”, και να κρύβεται ακόμα και από αυτό, γιατί είναι δειλός, γιατί μόνο με ένα γκλομπ και ένα όπλο, και έναν δεμένο Ίλι, και άλλους μαζί του γίνεται ήρωας, στα σκοτεινά, ατιμώρητος.

Για σένα λοιπόν που θα πεις «ήταν έγκλημα τιμής» – μην γελιέσαι.

Δεν είναι έγκλημα τιμής.

Είναι έγκλημα δειλίας.

Υ.Γ.1: Αν άντεξες μέχρι εδώ, διάβασε και για τον Νίκο Σακελλίωνα. Κατά διαβολική σύμπτωση, αυτές τις ημέρες κρίνεται η τύχη της δίκης του. Θα χορτάσεις και εδώ μπόλικη δειλία και “προστασία του κοινού συμφέροντος”, σε διαβεβαιώ.

Υ.Γ.2: Αν αναρωτιέσαι γιατί ασχολούμαι με τον Αλβανό βαρυποινίτη, και όχι τον Έλληνα φύλακα, τα εξηγώ καλύτερα εδώ, ρίξε μία ματιά: Εγώ το αφεντικό.