(μόλις το έγραψα, το ξαναδιάβασα αυτό το ποστ. μια συμβουλή: μην το διαβάσεις.)

Sad clown

Δεν ξέρω πως φτάσαμε ως εδώ. Κοιτάω που φτάσαμε, κοιτάω πως να διαφύγουμε, αλλά, πραγματικά, είμαι πολύ, πολυ απογοητευμένος.

Όλα είναι σκατά.

Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε πιθανή λαϊκή εντολή. Το κράτος υπολειτουργεί, σε όλους τους τομείς. Χρήματα λείπουν από παντού, οι πολίτες έχουν σταματήσει να το εμπιστεύονται, βγαίνουν νόμοι αναδρομικοί, σκαρφίζονται κάθε τρόπο, νόμιμο ή ακόμα και παράνομο, με τους πιο γελοίους όρους, για να κλέψουν, στην ουσία, χρήματα από τον πολίτη. Ζητούν να ξανακάνεις περαίωση, ακόμα και αν έχεις ήδη κάνει στο παρελθόν, ακόμα και αν έκανες κάθε-προηγούμενη-χρονιά, ακόμα και αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις. Κρύβουν χαράτσια στους λογαριασμούς της ΔΕΗ για να τα δώσεις, ακόμα και εκβιαστικά. Ταυτόχρονα, κάθε αγορά είδους πολυτελείας γίνεται χωρίς ποθεν έσχες, αποκλειστικά για να ξαναέρθει το χρήμα που την κοπάνησε στο εξωτερικό.

Ταυτόχρονα, κάθε ποσό άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ φορολογείται, κάτι που σημαίνει ότι όποιος παίρνει περισσότερα από 380+ ευρώ τον μήνα, καλείται να πληρώσει στο τέλος του χρόνου. Όποιος το σχολιάζει γίνεται λαϊκιστής και λοιδορείται. Οι πολίτες αρνούνται να πληρώσουν. Γκρεμίζοντας κάθε αίσθηση νομιμότητας ή δικαιοσύνης, αρνούνται τις επιταγές του κράτους. Δεν πληρώνω, από δικαίους και αδίκους, ξεσφραγίζουν κουτιά της ΔΕΗ, όποιος θέλει, όπου θέλει, όπως θέλει αρνείται να πληρώσει, αρνείται να υπακούσει. Βγαίνει νόμος για το κάπνισμα στα μαγαζιά, κάποιοι βαράνε πέντε-δέκα ελεγκτές, αρνούνται να ελέγξουν, ο νόμος ισχύει, αλλά δια της ράβδου δεν εφαρμόζεται. Ο κόσμος στέλνει ο,τι να ναι στις εφορίες που δεν έχουν ελεγκτές να δουν τι από αυτά ισχύει και τι όχι. Από την άλλη, το κράτος αλλάζει κάθε-γαμημένη-μέρα τους κανόνες, σήμερα αποδείξεις, αύριο κάρτες, μεθάυριο πάλι αποδείξεις γιατί δεν υπάρχουν μηχανήματα παντού, παραμεθαύριο πάλι κάρτες. Μαζέψτε, μην μαζεύετε, μαζέψτε πάλι. Παράνοια.

Οι μαθητές χωρίς βιβλία ξεκινάνε τις τάξεις, άλλοι κάνουν κατάληψη, άλλοι σπάνε τα σχολεία, καταστρέφουν τα πάντα. Οι εργαζόμενοι στον δήμο απεργούν, δεν απεργούν, κάνουν κατάληψη στις χωματερές, δεν μπορούν να απεργήσουν, παίρνουν λιγότερα πια, είναι πιο ακριβή η απεργία, δεν αντέχουν οικονομικά να διεκδικήσουν, οδηγούνται σε παρανομίες. Παράνοια. Τα σκουπίδια μαζεύονται στους δρόμους, παιδιά σε σχολεία λιποθυμούν από ασιτία, ναι ρε φίλε, από ασιτία, (διαψεύστηκε) γίνονται καταγγελίες, δεν οδηγούν πουθενά. Γονείς χωρίς δουλειά, άνθρωποι χωρίς μέλλον. Κρατήσεις σε δημοσίους υπαλλήλους για την ενίσχυση των ανέργων, μειώνονται διαρκώς οι μισθοί, ανακοινώνεται αύξηση μισθών με το ενιαίο μισθολόγιο, ισχύει – αλλά έχουν ήδη κοπεί όλα τα επιδόματα, δίκαια και άδικα, τελικά είναι μειωμένος ο μισθός.

Οι πολίτες βγάζουν κρεμάλες στους δρόμους, κρε-μά-λες, οι πολιτικοί είναι αδύνατο να περπατήσουν. Γίνονται δηλώσεις ανυπακοής ως επανάσταση από βουλευτές, πνίγονται μετά στην αίθουσα ψηφοφορίας πίσω, όχι μόνο από μισόλογα, αλλά και από ξεκάθαρες δηλώσεις εκβιασμού. Ουδείς ασχολείται. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν πάρει μία ιδιότυπη ασυλία, ακόμα και αν υπάρχει ξεκάθαρη ευθύνη, καλύπτεται από παραγραφή. Άνθρωποι που από κατηγορητήρια, με στοιχεία, έχουν φάει ότι τρώγεται, που εμπλέξανε γυναίκες, παιδιά, off shore, εκκλησίες, τον θεό τον ίδιο, είτε δεν αγγίζονται, είτε τα ονόματά τους γίνονται γνωστά μόνο κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων κομμάτων. Επιχειρηματίες πηδάνε από το παράθυρο, αυτοπυρπολούνται, δεν μαθαίνει κανείς τίποτα.

Τα δελτία ειδήσεων και οι στήλες των εφημερίδων έχουν γεμίζει από αυτόκλητους σωτήρες, κουστουμάτους των δεκάδων χιλιάδων ευρώ που μιλάνε με άνεση για τον κατώτατο μισθό, στρατευμένους δημοσιογράφους που λειτουργούν με εκβιασμούς, απειλές και σκορπίζουν κατηγορίες, και αυθεντικούς γνώστες (και «γνώστες») που αυτοδιαψεύδονται προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν ένα σύστημα χωρίς καμία απολύτως σταθερά. Δημοσιογράφοι και «δημοσιογράφοι» που κάνουν τα δελτία τύπου είδηση, και τα ευχολόγια σίγουρο μέλλον. Και ποιοι παρακολουθούν; Επιχειρηματίες που καταρρέουν, μαγαζιά που κλείνουν διαρκώς, άνθρωποι που χάνουν την δουλειά τους, και δεν βρίσκουν ούτε έναν-χρόνο-μετά, μετά από άπειρες αποστολές βιογραφικών, παρακάλια, βύσματα και μέσα.

Άνθρωποι χωρίς μέλλον, που φωνάζουν «να καεί το μπουρδέλο η βουλή», και η φωνή τους ενώνεται με ακροδεξιούς που νομιμοποιούνται σε βουλή και δήμους, που κυκλοφορούν άνετα πλέον με μαχαίρια και λοστάρια, που η φωνή τους ενώνεται με ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει στο δημόσιο ούτε μία μέρα, ή στην μονάδα τους ούτε μία μέρα, και όλοι αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιο ανερχόμενη εργασία αυτήν την στιγμή, τις δυνάμεις ασφαλείας, τα ΜΑΤ, που χτυπούν ακαριαία, δεν λογοδοτούν πουθενά, δημοσιογράφους, πολίτες, παιδιά, χωρίς οίκτο, χωρίς αιδώ. Και έτσι, έχεις άλλον έναν λόγο να μην κατέβεις σε πορείες έτσι και αλλιώς χωριστές, άλλοι εδώ, άλλοι εκεί, και αν είσαι με τους από εκεί να μην μπορείς να τραγουδήσεις τα συνθήματα των από εδώ, συνθήματα έτσι και αλλιώς παρωχημένα, φτιαγμένα από ξύλινους ανθρώπους, αχυρανθρώπους, συνδικαλιστές που δεν μπορούν να απολυθούν, που δεν δούλεψαν ποτέ, που δεν νοιάζονται, μερικοί εκ των οποίων θα γίνουν γενικοί γραμματείς και υπουργοί αύριο, μίας Ελλάδας διαλυμένης.

Μιας Ελλάδας που το μέλλον της εγκλωβισμένο σε σχολές και παρατάξεις, σε μαφία των τάξεων και των εξωθεσμικών, πασχίζει να βρει μία ακτίνα φωτός έξω, έξω όπου και να είναι αυτό. Σκλαβοπάζαρα στην Αυστραλία ή μία τυχερή θέση στην Αγγλία. Μα και έξω να πεινάνε, να μαθαίνουμε τα κόλπα τους, να βαπτίζουμε την απόλυση εφεδρεία, μισούς μισθούς για μισή δουλειά, απλήρωτοι για μήνες, να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι. Να μην πληρώνεσαι αλλα να μην είσαι απολυμένος να πάρεις τουλάχιστον επίδομα. Παράνοια.

Τα κανάλια να παίζουν τις ίδιες αηδίες κάθε μέρα, τα εξώφυλλα των εφημερίδων να εκβιάζουν, πότε για δικό τους όφελος, πότε για μία πατρίδα που έχουν να της εξοφλήσουν το ΙΚΑ πέντε χρόνια τώρα. Ο διπλανός μου να μην κόβει αποδείξεις, ο άλλος να ακριβαίνει ως καρτέλ το ήδη ακριβότερο πετρέλαιο, το γάλα, την τιμή της μονάδας στο κινητό, όλοι μαζί συννενοημένοι να σε χρεώνουν στα 45» πλέον, όχι στα 30», συννενοημένοι, στα μουγγά, και εσύ να μην έχεις ούτε αυτά να δώσεις.

Εταιρίες να μπλέκονται σε σκάνδαλα, εκατομμύρια ανασφάλιστα αυτοκίνητα, να παρακαλάς να μη σε βαρέσει κανένα, κλοπές, πρεζόνια, ημεδαποί και μη με στιλέτα στην τσέπη τα βράδια, ο κάθε Ψωμιάδης να κατουρά σε ένα σάπιο δικαστικό σύστημα, και να βγαίνει γελώντας ενώ μόλις τον πιάσανε γιατί τον κυνηγούσε ιντερπολ και ως φυγά, δίπλα ο άλλος να παθαίνει καρδιακό γιατί χρώσταγε τρία χιλιάρικα. Παράνοια. Σε κάθε προσπάθεια σωτηρίας θα χωθεί και κάποιος τραμπούκος, θα κάνει την ελπίδα στρατευμένη, τελικά θα φύγεις αηδιασμένος, το όνειρο να γίνεται σαπίλα.

Και στις ειδήσεις, να σε απειλούν με όρους ακαταλαβίστικους, σπρεντ, κούρεμα, αγορές, να μην καταλαβαίνεις, να θες πέντε μάστερ να δεις ειδήσεις, ο Πάγκαλος να σου λέει μαζί τα φάγαμε, ο Χρυσοχοϊδης να μιλά για επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ο Παπουτσής να δικαιολογεί τον ματατζή που κοπανάει τον άνθρωπο που λέει μη με βαρέσεις, και εμείς να κοιτάμε όταν ατιμώρητα χημικά με σκοπό να δολοφονήσουν ρίχνονται στους αποπνικτικούς χώρους του μετρό, χτυπώνται γιατροί που παρέχουν πρώτες βοήθειες, απλοί άνθρωποι με παιδιά.

Κόμματα υπερχρεωμένα σε τράπεζες, αληθινά χρεωμένα, με δάνεια, πολιτικές χρεωμένες σε επιχειρηματίες που τις κράτησαν ζωντανές, σε Ευρωπαίους, σε Αμερικανούς, σε ισραηλινούς, σε Κύπριους και Τούρκους, σε μπίζνεσμαν, από την Σαουδική Αραβία, στο κεφάλαιο, τους Κινέζους, που μοιράζονται ορυχεία χρυσού, άφαντες μελλοντικές πετρελαιοπηγές, αοζ, που στέλνουν καράβια με γιατρούς στο έλεος των οποίων θέλουν να τα βυθίσουν, απόπειρες δολοφονίας Ελλήνων πρωθυπουργών, φυσικά αέρια, ψυχρός πόλεμος στα πόδια μας, κοιτάμε, χαζεύουμε αμίλητοι.

Και σε όλα αυτά, κανένα μέλλον, καμία διέξοδος, μπροστά μας χρεωκοπία, οι ίδιοι πολιτικοί, οι ίδιες ιδέες, καμία ελπίδα, τίποτα ορατό.

Χρεωκοπία ρε φίλε. Χρεωκοπία.

Υ.Γ.: Video που κοινοποίησε η @Cyberela

Πολλές φορές, προσπαθώ να θυμάμαι ότι δεν είμαι καλύτερος από κανέναν, και κανείς καλύτερός μου.

Μπορώ να κάνω τα ίδια λάθη με όλους. Με τον γιατρό, που ξεχνάει ένα σφουγγάρι στην εγχείρηση, με τον επιστήμονα, που δίνει σε στρατιωτικό την φόρμουλα για τον πυρηνικό όλεθρο, με το πρεζόνι στην γωνία, που του έδωσαν και δοκίμασε, με τον τσαντάκια, που θα τα φάει στις γκόμενες, με τον μπάτσο, που θυμωμένος, χτυπάει ένα άοπλο παιδί.

Τα ίδια λάθη με όλους.

Όταν σκέφτομαι έτσι, όταν δεν νιώθω θεός, αλάνθαστος, μπορώ και να καταλάβω τους άλλους. Όχι να τους δικαιολογήσω, ή να τους αποδεσμεύσω από τις ευθύνες τους, αλλά, τουλάχιστον να τους καταλάβω, να μην πω «αυτοί – και εμείς», αλλά εμείς, σκέτο.

~

Γιατί ο πρόλογος; Γιατί προσπάθησα, με τα ίδια κριτήρια, χωρίς καμία σταθερή, μόνο με υποψίες, να καταλάβω και την πρωθυπουργική ομάδα που προσπαθεί να μας «σώσει».

Σκέφτομαι, δηλαδή, για μία στιγμή, ότι πιστεύουν αυτό που κάνουν. Οτι ρε παιδί μου δεν είναι προδότες, δεν είναι δοσίλογοι, δεν θέλουν το κακό μας, δεν θέλουν να πεινάσουμε, ότι έχουν ένα ιδεώδες, ότι έχουν μία δουλειά να κάνουν, όχι να μας εξοντώσουν, ότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, οτι θέλουν να μας βοηθήσουν – ότι θέλουν στ’ αλήθεια να μας βοηθήσουν.

(είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά μείνε μαζί μου λίγο εδώ)

Αν ισχύει, δεν λέω ισχύει, λέω αν, αν ισχύει, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο νομίζαμε.

Αν πράγματι πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό, είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα από όσο είχαμε υπολογίσει με την λογική ότι κάνουν λάθος – και το ξέρουν. Γιατί αν νομίζουν ότι πραγματικά προσπαθούν να μας σώσουν, τότε υπάρχει βασικότερο λάθος, πιο τρομαχτικό από μία απλή χρεωκοπία.

Ο πρωθυπουργός έφερε την αποδοχή του Μνημονίου στην βουλή, ζητώντας μόνο 151+ ψήφους, πράγμα που το καθιστά αυτόματα αντισυνταγματικό (εδώ η αντίθετη άποψη του ΣτΕ με βάση αυτήν την εισήγηση).

Για το καλό μας.

Προσέξτε το λίγο αυτό: Για το καλό μας. Δεν ερωτηθήκαμε, δεν μας δόθηκε η δυνατότητα να διαφωνήσουμε, δεν μας δόθηκαν όλα τα στοιχεία, δεν είχαμε λόγο στα κέντρα αποφάσεων.

Πέντε-δέκα τύποι αποφάσισαν ότι η Ελλάδα πρέπει να σωθεί, και θα σωθεί, αδιαφορώντας τι θα πουν οι κάτοικοί της.

Ότι το τίμημα ήταν αδιαπραγμάτευτο, πρέπει να σωθεί, ανεξαρτήτως τι επίπτωση θα έχει αυτό ατομικά στους πολίτες.

Αν θέλεις, πιο νωρίς είχε ξεκινήσει το κακό: Η υπόθεση που κάνω, είναι πως ο τωρινός πρωθυπουργός ήξερε πολύ πριν την ανάληψη της εξουσίας ότι τα δημοσιονομικά μας ήταν σε άθλια κατάσταση, η υπόθεση που κάνω είναι ότι ο προηγούμενος πρωθυπουργός παρέδωσε στην ουσία την εξουσία σ΄αυτόν που ήταν διατεθημένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος να σώσει την χώρα (βάλτε εισαγωγικά αν θέλετε, ή βάλτε να ξεπουλήσει την χώρα, ή να κερδοσκοπήσει από την κατάσταση, ότι θέλετε εσείς, το νόημα θέλω να πιάσετε) με αντάλαγμα την πλήρη αμνηστία που αυτό συνεπάγεται. Το λιγότερο όμως που δεν χρειάζεται υπόθεση, είναι πως, σύμφωνα με τον Στρος Καν, η εξωτερική «βοήθεια» ήταν γνωστή στην πρωθυπουργική ομάδα (και πιθανότατα στους κερδοσκόπους) πολύ πριν γίνει γνωστή σε εμάς.

Ξαναλέω: αυθαίρετα συμπεράσματα, ελάχιστα γνωστά στοιχεία. Υποθέσεις κάνω.

Το πρόβλημα λοιπόν σύμφωνα με αυτές τις υποθέσεις, είναι πως δεν μας έδωσε, με κανέναν τρόπο την δυνατότητα να αποφασίσουμε εμείς τι θέλουμε.

Και, το πρόβλημα που προκύπτει, είναι πως η εξουσία βρίσκεται στα χέρια κάποιου που την ασκεί χωρίς, ούτε την λαϊκή, ούτε καν την βουλευτική εντολή.

Για το καλό μας.

Αν δεχθούμε ότι αυτό το παράλογο, αστήρικτο σενάριο υφίσταται, πρέπει, θεωρώ, να αναρωτηθούμε γιατί.

Γιατί δεν μας δόθηκαν επιλογές;

Γιατί δεν μας δόθηκαν πλήρη στοιχεία;

Γιατί δεν ήμασταν συμμέτοχοι (και συνένοχοι αν θέλεις) στις αποφάσεις;

Η τρομακτική απάντηση λοιπόν που μπορώ εγώ να δώσω, είναι ότι ξέρουν.

Ξέρουν.

Ξέρουν ποιος τους ψήφισε. Ξέρουν γιατί τους ψήφισε. Ξέρουν πως τους ψήφισε.

Έχουν μία ξεκάθαρη εικόνα για εμάς, και έχουν μία ξεκάθαρη εικόνα γι’ αυτούς.

Δεν μπορούν να μας εμπιστευτούν, γιατί ψηφίσαμε σαν πρόβατα. Δεν μπορούν να μας εμπιστευτουν γιατί, σαν τους ιθαγενείς μαγευόμασταν με καθρεπτάκια και χάντρες.

Σοβαρά τώρα: Θα αφήνατε το μέλλον μιας χώρας σε κάποιον που θαμπώνεται από χάντρες;

Ξέρουν λοιπόν ποιος τους ψήφισε.

Ξέρουν ότι οι έλληνες βουλευτές βγήκαν, εν πολλοίς, είτε γιατί ήταν όμορφοι, έγραφαν ωραία στο γυαλί, είχαν λυρικό (όχι απαραίτητα πολιτικό) λόγο, γιατί ήταν παροχείς θέσεων, γιατί ήταν γνωστοί σε ένα χαρτί με τριάντα ονόματα. Ανίκανοι να κάνουν ζάφτι ακόμα και το σπίτι τους, παπάρες, φαμφάρες άσχετοι και με την πολιτική, και με την εξουσία, βγήκαν με άλλα κριτήρια, που τους καθιστούσε επικίνδυνους.

Ξέρουν λοιπόν γιατί τους ψήφισε.

Ξέρουν πως, η εξουσία τους είναι αποτέλεσμα συναλλαγών, κάθε άλλο παρά νόμιμων ή ηθικών, υποχωρήσεων που τώρα πληρώνουμε, ενός παράλογου υπερφίαλου κράτους που μεταφράστηκε σε γραφειοκρατεία που τώρα πληρώνουμε, παραθυράκια σε νόμους που τώρα πληρώνουμε.

Ξέρουν λοιπόν πως τους ψήφισε.

Ξέρουν.

Δεν λέω ότι ξέρουν την αλήθεια. Μπορεί ξεράδια να ξέρουν. Αλλά, τουλάχιστον, κάτι έχουν καταλάβει.

Και, με την αίσθηση ανωτερότητας που τους χαρίσαμε, είτε από τις άστοχες και επικίνδυνες επιλογές μας, είτε γιατί αδιαφορήσαμε για την διαδικασία, μας κοίταξαν σαν πρόβατα.

Και πήραν αποφάσεις για λογαριασμό μας.

Μας αγνόησαν, ως ηλίθιους ιθαγενείς, μας είπαν αδιαφορούμε για την γνώμη σας, έχουμε πολύ σπουδαιότερα πράγματα να λύσουμε, πιο μεγάλα από εσάς, έφεραν τα ΜΑΤ να μας βαρέσουν και να μας ψεκάσουν όταν, ξαφνικά, λίγοι από εμάς σήκωσαν κεφάλι, μας κοίταξαν ως κακομαθημένα όταν, ελάχιστοι από εμάς, τους πέταξαν γιαούρτια αγανάκτησης.

Για το καλό μας.

Μας;

Αφού δεν έχουμε λόγο, δεν έχουμε γνώση, δεν έχουμε γνώμη, δεν έχουμε εξουσία, δεν μπορεί να γίνεται για το καλό μας. Το σενάριο «τα κάνουμε όλα αυτά για το καλό σας, δεν σας ρωτάμε για το καλό σας, δεν σας λαμβάνουμε υπόψιν για το καλό σας, δεν θα σωθείτε όλοι για το καλό σας, κάποιοι θα πεινάσουν για το καλό σας, κάποιοι θα πεθάνουν για το καλό σας, θα καταστραφούν για το καλό σας, θα σας τρομοκρατήσουμε για το καλό σας, θα σας φέρουμε σε απόγνωση για το καλό σας», μου φαίνεται πιο τρομακτικό, πιο απεχθές, από οποιοδήποτε άλλο.

Με τρομάζει πολύ αυτό το καλό μας.

Υ.Γ.: Δεν διεκδικώ το αλάνθαστο στις σκέψεις μου. Τις μοιράζομαι περισσότερο από συναίσθημα, λιγότερο με λογική σκέψη. Οπότε σας ζητώ να διαφωνήστε με αντίστοιχο τρόπο με τις προθέσεις μου.

Ζούμε ένα μάτριξ. Μία παράλληλη πραγματικότητα. Όπως στον Κυνόδοντα, που το μουνί βαφτίζεται μεγάλη λάμπα, έτσι και εδώ, οι νονοί της πραγματικότητάς μας, αλλαζουν λέξεις, νοήματα, για κάτι που το νιώθουμε πως είναι κάτι άλλο, αλλά μουδιασμένοι το ακούμε, ξανά και ξανά, μέχρι να το εμπεδώσουμε, ξανά, ξανά, έτσι που οι απολύσεις βαπτίζονται «πρόοδος», ο δανεισμός «σωτηρία», το ξύλο της ασφάλειας (που τώρα τον ρόλο της έχουν αναλάβει τα ΜΑΤ) «εθνική ασφάλεια», τα κυβερνητικά ανακοινωθέν βαπτίζονται «Δελτία Ειδήσεων», η αποδοχή των όρων «φρόνιμη στάση», η μη-αποδοχή «προδοσία», ο νόμιμος, πειθήνιος πολίτης βαπτίζεται «πατριώτης», ο μόνιμος φόρος «έκτακτος», το χαράτσι βαπτίζεται «ενίσχυση», η κλοπή βαπτίζεται «εισφορά», ο παπάς βουτάει τις λέξεις στο νερό, βγαίνουν άλλες, πιο ωραίες, πιο αποδεκτές, ο συνταξιούχος χάνει μέρος της σύνταξής του, είναι πια «λαός με κατανόηση», όχι υποσιτισμένος, όχι «φτωχός», προς θεού όχι «κάτω από το όριο της φτώχιας», όχι, είναι αυτός που καταλαβαίνει, πεινάει, βέβαια, το κατανοούμε, συμπάσχουμε, όχι αδιαφορούμε, το βαφτίσαμε αλλιώς και αυτο, έγινε «συμπάσχουμε», δεν προσέχεις, αχ, γιατί δεν προσέχεις, αυτός που χτυπάμε στο Σύνταγμα, που παρακαλάει να μην τον χτυπήσουμε, αυτός, είναι «αναρχικός», φοβού, μην του μπαντάρεις το κεφάλι, καίει ανθρώπους, είναι φονιάς, ο γιατρός στο μετρό που περιθάλπει ανοιγμένα κεφάλια είναι τραμπούκος ρε, μακρυά, μακρυά, ο διπλανός σου είναι δημόσιο, κακός, κακός, σε ταλαιπωρούν, μη τους μιλάς, θέλουν την θέση σου, την ευημερία σου, ο ταξιτζής, ο γιατρός, ο γιατρός είναι «φοροφυγάς», τι θα πει ποιος, όλοι, όλοι, ο νέος που χάνει την δουλειά του, όχι εσύ, όχι εσύ, ο άλλος, μη σε νοιάζει, η χώρα θα αναθαρρήσει, είσαι ο λόγος που βγαίνουμε από το τούνελ, την στενωπό, δεν υπάρχουν διλήμματα στην δημοκρατία, το λένε οι νονοί μας, η εθνική μας προδοσία έγινε «θυσία», «αδιαφορία για το πολιτικό κόστος», η πείνα βαπτίζεται «σπρέντς», και οι οχτροί βαπτίζονται «αγορές», όχι τοκογλύφοι, όχι!, άμα σου έλεγαν ότι τα δίνεις στους τοκογλύφους θα τα έδινες ρε; για σένα βρε τα κάνουμε όλα αυτά, αχ, αχ, λίγο να καταλάβαινες, να πρόσεχες τα λόγια μας, λιγάκι ρε γαμώτο, θα ήταν τόσο σαφές πια.

Αχάριστε. Δεν προσέχεις πια τις νέες λέξεις, τα νέα νοήματα. Δεν προσέχεις, πρόσεξε λίγο, θα καταλάβεις. Θα καταλάβεις.

Το λένε οι νονοί μας ρε.

Αυτοί που από άνθρωπο σε βάπτισαν αριθμό.

Κανένας σεβασμός πια, κανένας.

Προσθήκη 12 Νοεμβρίου 2011: Να μην ξεχάσουμε αυτούς που βάπτισαν την ακροδεξιά, το μίσος, τον φασιμό «εκλεγμένη κυβέρνηση». Προς θεού, να μην το ξεχάσουμε ποτέ αυτό.

Μάζεψα τα tweets της Παρασκευής. Δεν είχα σκοπό να τα πω, αλλά, τα μαζεύω, τα μαζεύω – κάποια στιγμή. Επειδή με εκφράζουν όμως, και επειδή το twitter ξεχνάει πολύ εύκολα, τα μάζεψα εδώ:

Η Σούλα Μερεντίτη απηύδησε εχθές. Ένιωθε βαθύτατα αριστερή, και πετάχτηκε μία με κάτι γάλατα και κάτι ψωμιά και την έκανε να νιώσει δεξιά. [tweet]

Κατανοώ την αγανάκτησή της. Έχει δείξει άλλωστε η κυρία Σούλα Μερεντίτη στο κοινοβούλιο τις αριστερές της πεποιθήσεις, τόσες ψηφοφορίες πια. [tweet]

Το πρόβλημά μου με την Μερεντίτη δεν είναι αν παρεξηγείται που δεν είναι (πια) αριστερή. Το πρόβλημά μου είναι αν δεν το έχει καταλάβει. [tweet]

Και η Μερεντίτη, και οι υπόλοιποι θα έπρεπε από νωρίς να καταλάβουν ότι τους κοροϊδεψαν(;) &το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια(;) αριστερό. [tweet]

Την αδυναμία τους όμως να κατανοήσουν, την εισπράττουμε εμείς ως σκληρό κράτος. Δεν θα πονάει για πολύ ΜΟΝΟ εμάς όλο αυτό, νομίζω. [tweet]

Τεσπα,αυτοί νιώθουνε αριστεροί,εμείς νιώθουμε βιασμένοι, ο πρωθυπουργός νιώθει πιεσμένος,το κεφάλαιο νιώθει πεινασμένο.. Όλοι κάπως νιώθουν. [tweet]

Δεν γαμιέται. Ο καθείς ότι σπέρνει θα θερίσει. Εμείς ψηφίζαμε λαμόγια, και θερίζουμε τώρα. Αυτοί ψηφίζουν πείνα, και θα θεριστούν αύριο. [tweet]

Φοβάμαι μόνο μην έχουν την έκπληξη της Μερεντίτης αύριο. Μη πουν «μα γιατί; εγώ είμαι αριστερός! είμαι με τον λαό!». Από την άλλη, μπορεί να θέλουν να μαυριστούν ως ηλίθιοι, όχι ως προδότες. Μπορεί να ετοιμάζουν από τώρα την απολογία τους. [tweet][tweet]

Αυτήν την έκπληξη δεν θα την αντέξω. Όχι τίποτα άλλο, θα σημαίνει ότι δεν φωνάξαμε «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΕΙΣΤΕ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ» αρκετά δυνατά σήμερα. [tweet]

Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να είναι καλύτερη μία Ελλάδα που πεινάει,αλλά που ψηφίζει με αξιοπρέπεια τους καλύτερούς της. Ίσως, χαλάλι. [tweet]

Απλώς θέλω να θυμάμαι την έκφραση οργής της κυρίας Σούλας της βουλευτού. Που ο «λαϊκισμός» της Κανέλλη της έπεσε βαρύς. [tweet]

Γιατί, αυτό θέλω να πω από το πρωί, δεν έχω θυμώσει με την Κανέλλη. Γιατί η Κανέλλη είπε στο κοινοβούλιο (όπως και ο Τσίπρας παλαιότερα) αυτά που θέλω να πω ΕΓΩ. Ότι, ένα καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι γάλα, είναι ήδη το ένα πέμπτο των εξόδων του έτους μιας οικογένειας που θα φτάσει το αφορολόγητο όριο. Το ένα πέμπτο. Ένα γάλα και ένα ψωμί. Ότι τα πέντε χιλιάδες αφορολόγητα, είναι για μηνιαίο μισθό 384 ευρώ. Οπότε, δεν μιλάει η Κανέλλη με τα smart και τις πισίνες στο κοινοβούλιο – μιλάω εγώ. Εγώ. Και λέω ότι ένας πολίτης με 384 μισθό τον μήνα δεν μπορείς να τον φορολογείς επιπλέον. ΔΕΝ – ΜΠΟΡΕΙΣ. Δεν μπορεις να του πάρεις ΚΑΙ ΑΛΛΑ. Δεν βγαίνει ούτε με αυτά. Δεν μπορείς. [tweet] [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Στ’ αρχίδια μου λοιπόν αν το λέει η Κανέλλη, αν το λέει η Σακοράφα, ή αν το λέει ο Φούφουτος. Το λέω ΕΓΩ. Εμένα εκπροσωπεί η Κανέλλη. Την δική μου φωνή μιλάει. Ας το πει η Μερεντίτη – δεν με νοιάζει. Αρκεί ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ να το ψηφίσει μετά. Διότι, δεν φτάνει να το λες, πρέπει να έχεις τα αρχίδια να μην το ψηφίσεις μετά. Είτε άκοπα, όπως η Κανέλλη, ή ο Τσίπρας, είτε με κόπο όπως η Σακοράφα και ο Κουρουπλής [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Αυτοί λοιπόν, μιλάνε για μένα, ψηφίζουν για μένα, και με εκπροσωπούν τίμια. Δεν πρόκειται περι λαϊκισμού, και αν είναι έτσι, είναι ο καλύτερος, ο πιο τίμιος λαϊκισμός που είδε αυτή η γαμιόλα η βουλή εδώ και χρόνια. [tweet] [tweet]

Είτε από την Κανέλλη με τις πισίνες, είτε από την «Πασόκα» την Σακοράφα, είτε από τον «προδότη» Τσίπρα, είτε από τον Κουρουπλή. [tweet]

Οπότε, όσοι κκ βουλευτές ενοχλούνται από τον λαϊκισμό του κάθε τύπου εκει μέσα που με εκπροσωπεί, ευχαρίστως να τους εξηγήσω εγώ που δεν έχω ούτε πισίνες, ούτε σμαρτ, ούτε πασοκικό παρελθόν, ούτε τίποτα. Ας ρωτήσουν την πηγή του κειμένου. Ευχαρίστως να τους εξηγήσω. [tweet] [tweet]

Για να μην έχουν αυτήν την βλακώδη έκφραση μετά, όταν θεριστεί ότι έχουν σπείρει. [tweet]

Υ.Γ.: Τα link δεν είναι για να τα ακολουθήσετε εσείς. Είναι για να θυμάμαι εγώ, ότι όντως, αυτά ήθελα να πω, και αυτά είπα.

Police brutality

Υπάρχουν στιγμές που με έχεις διαβάσει, και με βλέπεις να είμαι λίγο (ή, καλύτερα, πολύ) ευαίσθητος με την αστυνομική βία.

Όταν συμβαίνει, να φωνάζω, να αντιδρώ, να διαμαρτύρομαι.

Συνήθως, αν όχι πάντα, τριγύρω από την αστυνομική βία, υπάρχει η δικαιολογία μίας παρανομίας. Με, ή χωρίς εισαγωγικά. Πχ, ένας μετανάστης έκλεψε μία τσάντα – συνελήφθη και βρέθηκε αργότερα νεκρός στο τμήμα. Ταραχοποιοί προκάλεσαν επεισόδια – οι αστυνομικές δυνάμεις καταστολής άσκησαν βία με τα γκλομπ ή χρησιμοποιώντας χημικά. Ενας νεαρός πέταξε πλαστικό μπουκάλι (ή απλώς έβρισε) αστυνομικούς σε περιπολία – ένας εκ των αστυνομικών τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Υπάρχει, συνήθως (όχι πάντα) μία παρανομία, και συνήθως (όχι πάντα) ακολουθεί παρά πόδας μία αστυνομική ασυδοσία.

Σε κάποιες από τις διαμαρτυρίες μου για την αστυνομική βία (διαμαρτύρομαι α-πο-κλει-στι-κα για την αστυνομική βία, ποτέ για τις παρανομίες που την προκαλούν/δικαιολογούν/ή απλώς συνυπάρχουν μαζί της, (όλο και πιο συχνά, δυστυχώς) ακούω από άλλους σχολιαστές:

«Ναι, αλλά αυτό (την παράνομη πράξη) θα το αφήσεις ασχολίαστο; Δεν πρέπει να ασχοληθούμε μ’ αυτό; δεν πρέπει να το κατακρίνουμε;»

Ας δούμε μία και καλή τον τρόπο σκέψης μου, για να μην εξηγώ, κάθε φορά, τα ίδια πράγματα.

Όχι, δεν θα ασχοληθώ με την παρανομία.

Δεν θα ασχοληθώ με τους σιχαμερούς τύπους που έκαψαν τους τρεις στην τράπεζα, δεν θα ασχοληθώ με τους μετανάστες που έσφαξαν τον οικογενειάρχη για μία βιντεοκάμερα, δεν θα ασχοληθώ με τους υπάνθρωπους που πέταξαν μία μολότοφ σε αστυνομικό που έπεσε από την μηχανή στο Σύνταγμα, δεν θα ασχοληθώ με αυτούς που κλέβουν στις πορείες, δεν θα ασχοληθώ με τους δολοφόνους των αστυνομικών στις μηχανές.

Μου ζητάς να ασχοληθώ μαζί τους. Να τους κατακρίνω.

Δεν προτίθεμαι να το κάνω.

Θα ασχοληθώ με αυτούς που βάρεσαν τον κύπριο Αυγουστίνο, με αυτούς που συνέλαβαν τον τύπο με τα πράσινα παπούτσια, με αυτούς που άφησαν να πεθάνει η Γκουλιώνη, με αυτούς που συνέλαβαν τον Μάριο Ζ, θα ασχοληθώ με αυτούς που έριξαν τα χημικά στο Σύνταγμα, με αυτούς που στάθηκαν δίπλα-δίπλα με ακροδεξιούς στην Κρήτη, θα ασχοληθώ με αυτούς που έλεγαν «εσύ είσαι το νούμερο ένα -και εσύ το νούμερο δύο» στο ΑΤ Ακρόπολης, με αυτούς που έδειραν τον Μώδεστο όταν διαμαρτυρήθηκε, η λίστα είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ. Με αυτούς θα ασχοληθώ.

Αποκλειστικά.

Γι΄αυτούς θα φωνάξω. Γι’ αυτούς θα διαμαρτυρηθώ.

Αποκλειστικά.

Αντέχεις την συνέχεια; γιατί προτίθεμαι να σου εξηγήσω γιατί.

~

Είμαι πολίτης αυτής της χώρας. Είτε ψήφισα αυτήν την κυβέρνηση, είτε άλλο κόμμα βουλής, είτε τρίτο άγνωστο κόμμα, είτε έριξα λευκό, είτε δεν ψήφισα καθόλου (εφόσον μου το επιτρέπει ο εκλογικός νόμος) είμαι ενεργό μέρος αυτής της κοινωνίας.

Στην εξίσωση, για ο,τι έχει συμβεί στο παρελθόν, και για ο,τι πρόκειται, δυστυχώς, να συμβεί και στο μέλλον, υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένα στοιχεία:

Υπάρχουν (συνήθως) οι «παράνομοι».

Υπάρχει (πάντα) η εκτελεστική εξουσία (συνήθως με την μορφή της αστυνομίας).

Ας δούμε τον ρόλο μου, τις ευθύνες μου, απέναντι σ’ αυτά τα δύο στοιχεία.

~

Πρώτον, οι «παράνομοι».

Αυτός που κρατάει μολότοφ, αυτός που κρατάει πέτρα, αυτός που κρατάει πιστόλι, αυτός που σπάει μαγαζιά, αυτός που καταστρέφει, που σκοτώνει, αυτός που παρανομεί – όλοι δεχόμαστε ότι αυτός είναι ο παράνομος.

Ε, λοιπόν, αυτός ο παράνομος δεν κάνει απολύτως τίποτα για λογαριασμό μου.

Δεν τον διάλεξα, δεν τον επέλεξα, δεν τον ψήφισα, δεν τον ανέχθηκα, δεν τον έβαλα εκεί, δεν του ζήτησα να πάει, δεν έχω μιλήσει μαζί του, δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ξέρω ΚΑΝ αν είναι ένοχος.

Αυτός ο παράνομος δεν είμαι εγώ.

Δεν έχω εξουσία επάνω του, δεν μπορώ να τον σταματήσω, δεν μπορώ να τον καθοδηγήσω, δεν με ακούει, κατά πάσα πιθανότητα με μισεί εξίσου με εσένα, δεν είναι δικός μου –

– δεν με εκπροσωπεί.

Δεν ξέρω τι σκέφτεται, δεν ξέρω γιατί το κάνει, δεν ξέρω αν είναι τραμπούκος, αν είναι τίμιος επαναστάτης, αν είναι εγκάθετος, αν είναι μαφιόζος, αν είναι πρεζόνι, αν είναι πεινασμένος, αν έχει παιδιά, ή αν εκδίδει την γυναίκα του.

Αυτός είναι παράνομος. Εγώ, πάλι, όχι.

Θα μπορούσα, θα μου πεις, με κάποιους από αυτούς, να είμαι μαζί τους: να κλέβω, ή να αντιστέκομαι στην Κερατέα. Να δολοφονώ, ή να αντιστέκομαι στο Σύνταγμα.

Θα μπορούσα να είμαι –

– δεν είμαι όμως. Είτε είμαι πολύ ηθικός, είτε είμαι πολύ δειλός, αυτός είναι εκεί, εγώ είμαι εδώ.

Πιστεύεις ότι τρέφεται με την σιωπή μου, και σου λέω ότι, είτε το θέλω, είτε όχι, έχω πάρει την θέση μου, πολύ καθαρά: Αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ.

Και στο ξαναλέω, και πρόσεξέ το αυτό: και μόνο που αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ, μας κάνει εχθρούς, όχι φίλους.

Εγώ μπορεί να μην ασχολούμαι μαζί του – αυτός όμως, κατά πάσα πιθανότητα, αν με είχε μπροστά του, έτσι όπως κάθομαι στον καναπέ μου, και κρύβομαι πίσω από το πληκτρολόγιό μου, θα μου άνοιγε το κεφάλι.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν τον αδικώ κιόλας.

Δεύτερον, οι νόμιμοι.

Εδώ, έχουμε θέμα.

Διότι, ως πολίτης αυτής της χώρας, ως ενεργό (είπαμε, με οποιονδήποτε τρόπο) μέλος αυτής της κοινωνίας, το αστυνομικό όργανο υπάρχει για να προστατεύει εμένα.

Εγώ επέλεξα τα αφεντικά του, εγώ τα εξέλεξα, εγώ τον όπλισα, εγώ τον κατέβασα στους δρόμους, εγώ του είπα (μέσω της νομοθετικής εξουσίας) τι να κάνει, εγώ τον ανέχθηκα, εγώ του ζήτησα να πάει, εγώ ψήφισα τα άμεσα αφεντικά του.

Ο αστυνομικός που κυκλοφορεί στους δρόμους, έχει όπλο μαζί του. Του το επέτρεψα εγώ. Τις σφαίρες του τις πληρώνω εγώ. Τον κατέβασα στους δρόμους. Εγώ. Του έδωσα εξουσία να σκοτώνει. Εγώ. Του έδωσα νόμους για να ακολουθεί. Εγώ. Του έδωσα εντολή να πάει στα χειρότερα μέρη, να βάλει τον εαυτό του σε κίνδυνο, για να σώσει εμένα.

Το αφεντικό του κάθε αστυνομικού είμαι εγώ. Και την ευθύνη των πράξεών του;

Εγώ την έχω. Εξ’ ολοκλήρου.

~

Θα μου πεις «εσύ έστειλες τους ΜΑΤατζήδες να πετάξουν χημικά ΜΕΣΑ στο μετρό στο Σύνταγμα»; όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ τους έστειλες να πετάξουν κρότου λάμψης με αποτέλεσμα να κουφαθεί ο κύπριος δημοσιογράφος;» Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ έβαλες τους αστυνομικούς να φυτέψουν μολότοφ στην τσάντα του παιδιού με τις πυζάμες; Εσύ τους έβαλες να σακατέψουν τον διαδηλωτή στο σύνταγμα που τους λέει »μην με χτυπήσεις»; Εσύ τους έβαλες να χτυπήσουν με τους πυροσβεστήρες; εσύ τους είπες να χτυπήσουν οδηγώντας την μηχανή πάνω στον κόσμο; εσύ τους έβαλες να κλωτσήσουν την περαστική σπάζοντάς της το πόδι; εσύ τους έβαλες να ρίξουν χημικά στα σουβλατζίδικα στο μοναστηράκι; εσύ τους είπες να χτυπήσουν δημοσιογράφους στην Ακρόπολη»;

Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου.

Τις εντολές ΜΟΥ.

Γιατί, αυτοί οι άνθρωποι, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, είναι υπό τις εντολές μου. Και αν όχι αυτοί, τότε οι διοικητικοί προϊστάμενοί τους. Και αν όχι αυτοί, οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους.

Αυτοί, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, όλα αυτά τα κάνουν (δήθεν, ή μη) για να προστατέψουν εμένα. Από τους παράνομους. Εμένα. Αν δεν θέλω να λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, έχω την πολιτική, κοινωνική, ηθική υποχρέωση να αντισταθώ.

Δεν έχω καμία υποχρέωση να αντισταθώ στους «παρανόμους»: το έκανα ήδη, φτιάχνοντας νόμους, στήνοντας ένα δικαστικό σύστημα, και ενεργοποιώντας μία αστυνομία – ίσως ένα από το πιο σκληρό, το πιο άκαρδο, το πιο άσπλαχνο, το πιο βάναυσο, το πιο αποτρόπαιο αστυνομικό κράτος που έχουμε δει μετά την χούντα.

Έχω κάνει ήδη το ..καθήκον μου απέναντι στους παρανόμους. Και αυτό το καθήκον, ειδικά το αστυνομικό, με κάνει να ντρέπομαι, κάθε φορά που παρακούει τις εντολές μου.

Μην μου ζητάς λοιπόν να καταδικάσω τις παρανομίες των παρανόμων.

Αρνούμαι να το κάνω, γιατί δεν τους εκπροσωπώ – ούτε και αυτοί θέλουν την εκπροσώπησή μου.

Αντίθετα, ζήτα μου, όσο πιο επιθετικά μπορείς, όσο πιο επίμονα, όσο πιο απαιτητικά μπορείς να μαζέψω, με όποιον τρόπο μπορώ, την αστυνομική βία. Να την κατακρίνω, όσο πιο σκληρά μπορώ, όσο πιο πολύ μπορώ, όσο πιο έντονα μπορώ.

Όποια μορφή και αν έχει, όποια δικαιολογία και αν βρει, όποιο σιχαμένο καθήκον και αν υπηρετεί.

Γιατί οι παράνομοι δεν με φωνάζουν «αφεντικό». Οι νόμιμοι με φωνάζουν.

Flickr Photo

Διαβάζω, τις τελευταίες ημέρες μία προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθεί η ιστορία της Amy Winehouse, του Ισλανδού δολοφόνου, ακόμα και του μεγέθους της κυπριακής έκρηξης των πυρομαχικών.

Είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό, τα άρθρα νιώθω πως έχουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, μία δυσκολία να εκφραστούν, μία αμηχανία.

Μια αμηχανία ως προς το αποτέλεσμα της ιστορίας που πραγματεύονται.

Παράλογος ο θάνατος μίας 27χρονης, και κατά γενική ομολογία πετυχημένης κοπέλας, παράλογοι οι λόγοι που οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου μαζική δολοφονία, παράλογες οι απροσεξίες στην διαχείριση πολεμικού υλικού.

Αδύνατη η κατανόησή τους.

Εγώ πάλι, ξαφνιάζομαι με τις αντιδράσεις.

Είναι παράλογος ο θάνατος της Winehouse όταν, μόλις λίγες ημέρες πριν παραπατά μπροστά στο κοινό της γιουγκοσλαβίας; Όταν, από ότι μαθαίνω αργότερα, ο πατέρας της λέει δημόσια ότι όποιος της προσφέρει τσιγάρο, όχι ναρκωτικά, ή ποτό, ακόμα και τσιγάρο, θέλει το κακό της;

Είναι παράλογη η μαζική δολοφονία όταν υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσά μας, που κοστολογούν την ανθρώπινη ζωή του διπλανού μας, λιγότερη από τον σκοπό τους;

Εϊναι παράλογη η κατάληξη της φύλαξης των πυρομαχικών, όταν έγινε με τέτοιον τρόπο, που, ακόμα και στον πιο ανόητο, αφελή άνθρωπο, θα ήταν αντιληπτό ότι μιλάμε για έγκλημα που περιμένει να συμβεί;

Τι μας προκαλεί άραγε αμηχανία; ότι τα πράγματα κατέληξαν έτσι, ή η αδυναμία μας να τα αντιληφθούμε;

~

Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, σε καμία περίπτωση. Δεν είμαι πιο έξυπνος από κανέναν από τους υπόλοιπους. Ξαφνιάστηκα απόλυτα από τον θάνατο της Winehouse – παρότι είχα δει, με τα μάτια μου, την θλιβερή σκηνική της παρουσία στην Γιουγκοσλαβία. Ή, αν θέλετε, σε πιο προσωπικό επίπεδο, εντρομος ανακάλυψα τον καρκίνο της μητέρας μου, παρότι την έβλεπα να καπνίζει τόσα χρόνια.

Προφανώς, δεν ήθελα να δω.

Είναι, υποθέτω, μία φυσιολογική δυναμική άρνησης, είτε πρόκειται για έναν ξένο μύθο, είτε για έναν δικό μας άνθρωπο.

Αλλα, όταν βλέπω κάτι, όταν καταφέρνω να αναγνωρίσω το κακό πριν συμβεί, όταν αλλάζω στρατόπεδο, θυμώνω με αυτούς που δεν βλέπουν τι έρχεται.

~

Δείτε αυτές τις φωτό. Σοβαρά, δείτε τις. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

Διαβάστε αυτό το κείμενο. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

Διαβάστε αυτήν την περιγραφή.

Διαβάστε αυτήν την είδηση.

Δείτε.

Διαβάστε.

Υπάρχουν και άλλα, πολλα.

Είναι δυνατόν να ξαφνιαστούμε αύριο; Μετά από όλη αυτήν την γνώση, όλη αυτήν την προειδοποίηση, είναι δυνατόν;

~

Υ.Γ.: Ξαναδιαβάζοντας τούτο το άρθρο, με καθαρό μυαλό, ως τρίτος, μου δίνω την εντύπωση ότι χρησιμοποιώ τις θλιβερές ιστορίες των τελευταίων ημερών, για να περάσω μία ατζέντα για την οποία φωνάζω πολύ καιρό τώρα.

Μπορεί.

Αν και νιώθω βαθιά μέσα μου πως δεν έχω πρόθεση να καπηλευτώ τόσο πόνο, όσο να αναδείξω την επιλεκτική μας αντίληψη των πραγμάτων, θα δεχθώ αδιαμαρτύρητα αν θέλετε να μου προσάψετε αυτό το αδίκημα. Ούτε «μάντης κακών» με άρωμα «σας το ‘πα εγώ» θέλω να γίνω.

Απλως με πονάνε αυτές οι περιγραφές, με πονάνε αυτές οι ιστορίες, με πονάνε αυτές οι εικόνες.

Ας είναι αυτό το ελαφρυντικό μου λοιπόν: Φοβάμαι. Και σας θέλω δίπλα μου για να φωνάξουμε όλοι, και να φοβάμαι λιγότερο.

Να ξεκινήσω αυτήν την σκέψη με τούτο, που μοιάζει άσχετο, αλλά δεν νιώθω να είναι:

Είμαι πολύ προσεκτικός όταν μιλάω για το «κίνημα των αγανακτισμένων», κυρίως γιατί δεν θέλω να καπελώσω την προσπάθειά τους: Πήγαμε οικογενειακώς μόνο μία φορά, απόγευμα, καθήσαμε λίγες ώρες, και μέχρι στιγμής δεν έχω συμμετάσχει σε καμία συζήτηση.

Συνεπώς, δεν δικαιούμαι να ομιλώ αντ’ αυτών.

«Αυτοί» όμως, δεν υπάρχουν πραγματικά – είναι ένα συνονθύλευμα ατόμων, απόψεων, θέσεων, που έχουν θυσιάσει τον προσωπικό τους χρόνο για κάτι που ονειρεύονται – θα μπορούσα να είμαι και εγώ, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Άρα, χωρίς να παίρνω δάφνες, δικαιούμαι να ομιλώ και εγώ για το θέμα, να καταθέτω και τις δικές μου απόψεις.

Αυτά, για να μην τολμήσω να πω αύριο «ήμουν και εγώ ένας από αυτούς» – σαν τους κλειδωμένους στο Πολυτεχνείο.

Αυτά, και συνεχίζουμε.

~

Terror

Προχθές, Δευτέρα, οι βουλευτές έμειναν μέσα στην Βουλή. Οι αγανακτισμένοι τους μούντζωναν απ’ έξω. Οι βουλευτές, μαζί με τους υπαλλήλους της βουλής, περίμεναν μέσα. Κάποια στιγμή όμως, θέλησαν να πάνε σπίτι τους – οι μέσα, γιατί οι έξω έχουν κάνει σπίτι τους την πλατεία.

Και φοβήθηκαν.

Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

Αυτόν, που δεν ξέρεις τι να κάνεις.

Να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτόν τον φόβο;

Πριν από μερικούς μήνες, τότε με τον Η1Ν1, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο. Δεν θυμάμαι γιατί, ίσως πονούσαν τα νεφρά μου, φοβόμουν για πέτρα, ίσως για πρόβλημα στην χολή. Πάντως πήγα σε κεντρικό νοσοκομείο, μέρα εφημερίας, ανήσυχος γι αυτό που είχα.

Εκεί, πήρα αριθμό, αφού πρώτα πέρασα από τις πέντε, δέκα διαδικασίες που χρειάζονται, και ύστερα μου έδειξαν μία σαραβαλιασμένη πόρτα, σε έναν σκοτεινό διάδρομο, και μου είπαν: εκεί.

Εκεί, μαζί με περίπου τριάντα άτομα, οι μισοί με μάσκες, οι άλλοι όχι, να πονάνε, να βήχουν, να έχουν (ή να φοβούνται ότι οι διπλανοί τους έχουν) Η1Ν1, άνθρωποι με λερωμένα ρούχα, μετανάστες που δεν γνωρίζουν ελληνικά να προσπαθούν να συννενοηθούν με τους άλλους, εγώ να πονάω, ένας σεκιουριτάς να νιώθει χαμένος στο όλο σκηνικό, συγγενείς να νοιάζονται για τους δικούς τους, να περνάνε ουρές, να τσακώνονται, οι δίπλα μου να βήχουν, εγώ να έχω ένα μωρό στο σπίτι, να σκέφτομαι ότι θα γυρίσω εκεί με δώρο ένα Η1Ν1 που προσπαθήσαμε τόσο προσεκτικά να αποφύγουμε, που μπορεί να μας στερήσει την μικρή άδικα.

Και εκει μέσα, πέρασαν, με το ρολόι, ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ.

Επι τρεις ώρες φοβόμουν. Επι τρεις ώρες ένιωθα πανικό. Αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος, αν θα το μετάνιωνα μετά, που πήγα εκεί, αν δεν υπήρχε λόγος βρε αδελφέ, σιγά τον πόνο, σιγά το επείγον, αν είναι με την κίνησή μου αυτή να σκοτώσω το παιδί μου.

Και έφυγα.

Σχεδόν πανικόβλητος, γνωρίζοντας ότι, όχι μόνο ότι ήταν να γίνει, ότι ήταν να κολλήσω το έχω ήδη κολλήσει, αλλά και ότι το πρόβλημα, αν δεν ήταν νεφρά, μπορεί να ήταν σημαντικό, πονούσα, δεν ήξερα γιατί, δεν πρόλαβα να μάθω γιατί.

Νίκησε ο πανικός.

~

Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

Εμείς πάλι, ζούμε μ’ αυτόν. Πάμε στην εφορία και αφηνόμαστε στα χέρια ενός παράλογου, αδύνατο να καμφθεί συστήματος. Πάμε στον γιατρό και ξέρουμε πως αν δεν δοθεί φακελάκι, μπορεί ο άνθρωπος μας να παραμεληθεί στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Περπατάμε στον δρόμο, και φοβόμαστε να κοιτάξουμε τον άλλο, απειλούμαστε. Ξέρουμε πως, αυτός που περπατάει δίπλα μας, μπορεί να μην έχει καν να φάει, αυτός, η οικογένειά του, το παιδί του – δεν έχει τίποτα να χάσει αν αποφασίσει να πατήσει την ηθική του για να ταϊσει την οικογένειά του. Πηγαίνουμε για δουλειά -όσοι έχουμε ακόμα- και είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε οτιδήποτε, οτιδήποτε αρκεί να μπει ο μισθός μας, να μην πεινάσει η οικογένειά μας. Ας χάσουμε την αξιοπρέπειά μας, αρκεί να μην χάσουμε το φαΐ της οικογένειας. Ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και τα κανάλια μας και το μέλλον είναι μαύρο, πιο μαύρο από ποτέ, τόσο μαύρο που παραδίνεσαι, και λες «ότι θες, κάνε ότι θέλεις – αρκεί να φύγει το μαύρο μέλλον.»

Κάποιοι απο εμάς, αντιδρούν σε αυτόν τον εκβιασμό, για να βρεθούν σε έναν χειρότερο – να τους βάλουν μολότωφ στις τσάντες για να τους ενοχοποιήσουν, να τους κρατήσουν μήνες, ΜΗΝΕΣ φυλακή χωρίς κανένα στοιχείο, να τους χτυπήσουν με πυροσβεστήρες, να τους ψεκάσουν αδιαφορώντας για τα παιδιά τους, να τους βιάσουν κάθε σκέψη αν τολμήσουν να αντιδράσουν στην εξουσία.

Δες το αυτό το τελευταίο, μπορεί να μην το γνωρίζεις. Είναι το χειρότερο από δολοφονίες, από εκβιασμούς, από τραμπουκισμούς. Διάβασέ το σταγόνα, σταγόνα, να ποτίσεις από τον φόβο που σου χαρίζουν.
~

Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

Ο πανικός δεν είναι καλός. Ο φόβος, δεν είναι καλός. Είμαι ο πρώτος, ο πρώτος που θα αντιδράσω στο να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή – δεν θα το ξεστομίσω ποτέ, το σιχαίνομαι αυτό το σύνθημα, το σιχαίνομαι γιατί νομοτελειακά θα μου φέρει χειρότερους από αυτούς – όταν αυτοί θα πάνε στα Παρίσια και στα Λόνδρα, στας Βρυξέλλας και στας Μονάχους, και θα επιστρέψουν νικητές, ήρωες της επανάστασης – όταν εγώ θα έχω φάει και άλλο ξύλο, και άλλη τιμωρία για να διώξω τις στολές που τόσο δύσκολα και απρόσμενα ξεφορτωθήκαμε, κάπου εκεί το ’73

~

Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

Μόνο που ο πανικός είναι κολλητικός. Αν το έχει ο γείτονάς σου, θα κολλήσεις και εσύ. Αν φοβούνται οι εκατό, οι χίλιοι, οι δέκα χιλιάδες, οι εκατό χιλιάδες που είναι έξω από την πόρτα σου, όσα αλεξίσφαιρα αυτοκίνητα και αν έχεις, όσα σπίτια στην Διονυσίου Αεροπαγίτου, όσα κότερα, εξοχικά, όσους μπράβους, όση Δημοκρατία και αν σε περικλείει σε ένα κτίριο επιβλητικό, κρεμ σομόν, στο κέντρο της Αθήνας, με νυχτερινά φώτα το βράδυ, με δερμάτινα καθίσματα, με πούρα και δικό σου γυμναστήριο, με την γυναίκα σου να συμμετέχει σε γκαλά και να χορεύει για φιλανθρωπικούς σκοπούς, με στούντιο, παράθυρα και αντιπαραθέσεις με συναδέλφους –

– ο πανικός δεν έχει χρώμα, δεν έχει οσμή, περνάει από κλειστές πόρτες, από την υπουργική σου λιμουζίνα, από την μυρωδιά του πούρου σου, από τα αρμάνι και τα ξύλινα πατώματα, ποτίζει ο πανικός.

~

Δεν θα έπρεπε να φοβούνται οι βουλευτές. Δεν θα έπρεπε να φοβάται η δημοκρατία. Μα έκανε λάθος πράγματα, διαρκώς, δεν σταματάς να φοβάσαι με τα ΜΑΤ, δεν σταματάς να φοβάσαι με τους σωματοφύλακες, όταν κρύβεσαι στο σπίτι σου, όταν φυλακίζεσαι για να μην σε δουν στον δρόμο.

Ενισχύουν τον φόβο αυτά, δεν τον καταλαγιάζουν.

Δεν θα σου πω κύριε βουλευτά πως θα σταματήσεις να φοβάσαι. Αν δεν ξέρεις, αν δεν έχεις καταλάβει, τελικά, ίσως σου αξίζει.

~

Update – υστερόγραφο: επειδή το ‘χω και ένα άγχος, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν βγήκαν μόνοι τους, κάποιος τους ψήφισε, και όχι μία φορά, περισσότερες από μία – αν διαβάζοντας αυτό το άρθρο, το μόνο που συγκράτησες, είναι «πάμε να τους βαρέσουμε, ού! ού!» είσαι χειρότερος από αυτούς. Και μιλάω πολύ, πολύ σοβαρά.

Εχθες το βράδυ, μία ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου.

Σκέφτηκα να δώσουμε ένα όνομα στο βάρβαρο και επικίνδυνο έθιμο των βεγγαλικών. Να του δώσουμε το όνομα του νεκρού επτάχρονου παιδιού.

Να πάμε στην οικογένεια, και, με όλο το σεβασμό στο κακό που τους βρήκε, να τους ζητήσουμε να κάνουμε το όνομα του επτάχρονου, αθώου παιδιού σύμβολο, σύμβολο για να θυμούνται όλοι πόσο σκληρό μπορεί να γίνει αυτό το ανόητο έθιμο.

Αφού πάρουμε την έγκριση της οικογένειας που πενθεί, που οδύρεται πάνω από το πληγωμένο κεφαλάκι του, να λέμε, κάθε Πάσχα από εδώ και μπρος, την ημέρα της Ανάστασης ημέρα που σκοτώθηκε αυτό το παιδάκι.

Είμαι σίγουρος πως ο Ιησούς δεν θα είχε αντίρρηση. Θα έπαιρνε την ημέρα του πίσω, όταν όλοι αυτοί που γιορτάζουν την ανάστασή του, θα σταματούσαν να τροφοδοτούν τον χάρο με μικρά παιδάκια.

Θα την λέγαμε μέρα Ανάστασης του Ιησού, και θανάτου του μικρού παιδιού. Όλοι. Εκκλησία, Τύπος, εμείς, τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, μόνο αυτό, δεν θα λέγαμε «μην ρίχνετε βεγγαλικά», «μην σκοτώνεστε μεταξύ σας», «μην στερείτε την ζωή σε κανέναν» – θα λέγαμε θα γιορτάσουμε την Ανάσταση του Ιησού, και θα κλάψουμε τον θάνατο του μικρού.

Κάθε χρόνο.

Είμαι σίγουρος πως κανένας δεν ήθελε να σκοτωθεί ο μικρός, και θα είχαν όλοι δεύτερες σκέψεις, πριν ρίξουν, και θα τους κοίταζαν οι δίπλα με αποδοκιμασία, γιατί κάποιος είδε τον εικοσιπεντάχρονο να το πετά το δολοφονικό βεγγαλικό, και τα προηγούμενα που πέταξε, και τα προηγούμενα που πέταξαν όλοι οι άλλοι, και τα ανέχθηκε, ε, δεν θα τα ανεχθεί πια, γιατί θα σκοτώσουν αυτόν, το παιδί του, ένα ξένο παιδί, ένα όχι και τόσο ξένο επτάχρονο παιδάκι.

Δεν θα ξεχάσει κανείς το επτάχρονο παιδάκι.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα το θυμόντουσαν οι άνθρωποι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή σε ένα επτάχρονο παιδάκι;

Καθώς όμως η νύχτα προχωρά, η ελπίδα μου, ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, αν δώσουμε όνομα σ’ αυτόν τον σατανά, που βάζει πιστούς ανθρώπους να σκοτώνονται μεταξύ τους, αυτή η ελπίδα – δεν κρατάει πολύ.

Μου μένουν στο μυαλό τα επεισόδια που έκαναν οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, το βράδυ.

Τελικός Κυπέλλου, ο αντίπαλος άγνωστος, μικρός – κανένας λόγος για αντιπαράθεση. Θα μπορούσε να είναι γιορτή, γιορτή της μπάλας, γιορτή κυπέλλου, γιορτή για την ΑΕΚ, αν κέρδιζε, ή προβληματισμός αν έχανε, αλλά πάντως γιορτή.

Δεν έχουν αντίπαλους απέναντί τους, ορκισμένους εχθρούς – έχουν τις οικογένειες των παικτών της άλλης ομάδας, σημαντικά λιγότερους φιλάθλους, και ΜΑΤατζίδες που δεν θα είχαν καμιά δουλειά εκεί αν οι ίδιοι οι οπαδοί της ΑΕΚ δεν είχαν χαλάσει τον κόσμο λίγες ώρες πριν.

Αυτά που ακολουθούν δεν τιμούν κανέναν.

Λίγους μήνες πριν λοιπόν, μία υπάλληλος του ίδιου σταδίου, μεταφερόταν στο νοσοκομείο με λιγότερα δάκτυλα στο χέρι της. Έπιασε μια κροτίδα, δεν ήξερε τι να την κάνει (υπάλληλος ασφαλείας που φτηνοπληρονώταν, για ώρες δούλευε, καμία ασφάλιση προφανώς, το ξεχάσαμε αυτό το σκάνδαλο) σκάει στο χέρι της, μένει με λίγα δάκτυλα λιγότερα, φωνάζει, ουρλιάζει, την μεταφέρουν σηκωτή στο νοσοκομείο.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα την θυμόντουσαν οι φίλαθλοι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει δάκτυλα από έναν αθώο άνθρωπο;

Αλλά, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Οι οπαδοί, πιο βάρβαροι από ποτέ, δεν σκέφτηκαν καν αυτήν την κοπέλα. Ίσως γιατί δεν είχε όνομα.

Λίγα χρόνια πριν, ένας 29χρονος έχανε την ζωή του σε γήπεδο της Λάρισας. Μία φωτοβολίδα, ριγμένη με όπλο, από την απέναντι κερκίδα, καρφώνεται στην καρωτίδα του.

Και ο 29χρονος Χαράλαμπος Μπλιώνας είχε όνομα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Ίσως τα παιδιά που μαλακίζονταν εχθές το βράδυ, δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο Χαράλαμπος Μπλιώνας.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα τον είχαν θυμηθεί οι φίλαθλοι. ΘΑ τον είχαν θυμηθεί οι άντρες ασφαλείας και οι αστυνομικοί που ελέγχουν τον χώρο και την ασφάλεια όσων είναι μέσα. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή από έναν αθώο φίλαθλο;

Οι ελπίδες, νιώθω, είναι σαν σπόροι. Μπορώ να τις προτείνω, να τις φυτέψω, αλλά αν δεν έχουν χώμα, αν δεν έχουν νερό, δεν θα μεγαλώσουν – δεν θα γίνουν τίποτα. Θα μείνουν ελπίδες, ελπίδες για ένα μέλλον με περισσότερη λογική, περισσότερο συναίσθημα.

Ελπίδες για ένα μέλλον που θα θέλαμε να αλλάξουμε, ώστε να μην σκοτώνεται κανείς, να μην χάνει χέρια, δάκτυλα, μάτια κανείς, να μην χαλάει κανείς την ζωή κανενός για ένα βάρβαρο, απαράδεκτο έθιμο, ή για μία βλακώδη επίδειξη δύναμης.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόταν ένα όνομα. Θα είχαμε αρκετό μυαλό για να μην επαναλάβουμε τα λάθη μας, αυτά τα ανούσια, βλακώδη, εκληματικά λάθη, ποτέ ξανά.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόμασταν ονόματα θυσιασμένων.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα αρκούσε να θυμόμαστε.

Royal Wedding Crowd

Πάντα υπάρχει ο μαλάκας της παρέας.

Σας το λέω, δηλαδή, πρώτος – για να μην προλάβετε να μου το πείτε εσείς. Πάντα υπάρχει. Εκεί που όλοι κάνουν χαβαλέ, και πλάκα, και διασκεδάζουν, και ξεχνιούνται βρε αδελφέ, πετάγεται ο πικρόχολος και λέει «αχ, και να είχαμε την γιαγιά τώρα» και γαμιέται το γλέντι.

Καλά περνάγαμε ρε παπάρα, δεν περνάγαμε καλά; Γιατί μας το χαλάς;

~

Να, σήμερα είχαμε τους γάμους του ζευγαριού της χρονιάς. Χαβαλές, γέλιο, καπέλα, το πρώτο φιλί, Πίπα να λέγεται η κουνιάδα, στα κίτρινα η βασίλισσα, ξεχνιόμαστε.

~

Και μένα να μη μου βγαίνει από το μυαλό, μία 32χρονη, νέα κοπέλα, που ενώ ετοιμαζόταν να κάνει το τρίτο της παιδί – πηγαίνει σε νοσοκομείο που δεν εφημερεύει, στην αρχή, ενώ δεν υπήρχε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας να την φροντίσει, πεθαίνει, λόγω έλλειψης, λένε τα πρώτα ρεπορτάζ, γιατρών.

~

Άμαξες, το νυφικό, πλούσια ρούχα, πλήθος κόσμου, δεν έμπαινε το δαχτυλίδι, αλλάζει το όνομά της από Κέητ σε Κάθριν, Ζαμπούνης, προγαμιαίες σχέσεις και συμβόλαια, ξεχνιόμαστε.

~

Και κάποιοι άλλοι να κλαίνε, γιατί ένα παιδί, παιδί, μόλις επτά χρονών, κατέληξε, σήμερα το πρωϊ, από τραύματα στο κεφάλι λόγω έκρηξης πυροτεχνήματος/φωτοβολίδας. Την έριξε ένα εικοσιπεντάχρονο παιδί, που έχει συλληφθεί λέει το ρεπορτάζ, και, προφανώς, θα δικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δυο ζωές.

~

Πάντα υπάρχει ο μουντρούφλης. Εκεί που όλοι διασκεδάζουν, κάποιος περίεργος, κάποιος βλαμμένος δεν ανέχεται, δεν αντέχει να υπάρχουν δύο – τρεις – δέκα χιλιάδες αναφορές στον γάμο, και δέκα όλες και όλες σε δύο παιδιά και μία έγκυο.

Αν τον συναντήσεις, πάντως, μην τον μαλώσεις. Προσπέρασέ τον, αν σε χαλάει – αλλά μην τον μαλώσεις. Δεν θέλει να σου χαλάσει την καρδιά. Να, μωρέ, ντρέπεται που δεν υπάρχει νοσοκομείο για την έγκυο, που δεν υπάρχει λογική για τα παιδιά.

Και αυτός, μην νομίζεις – αν στο πει σκληρά, δεν το εννοεί. Ντρέπεται και στεναχωριέται, και πληγώνεται, και θέλει να φωνάξει, και έχει ευθύνη για την επόμενη έγκυο, και το επόμενο παιδί, αν πεθάνει το επόμενο παιδί – αλλά θα πεθάνει, και η επόμενη έγκυος, και το επόμενο παιδί γιατί δεν θα φωνάξει κανείς, δεν θα παραιτηθεί κανείς, και δεν θα αλλάξει τίποτα κανείς – έτσι νιώθει.

Γιατί, αν το θες, δεν μπορεί ένας γάμος να κάνει περισσότερο θόρυβο από δύο κηδείες.

Update: Διαβάστε την αντίθετη άποψη, εδώ.

Θέλω να σου ζητήσω μία χάρη.

Θέλω να ξεχάσεις για λίγο τους μισθούς σου. Θέλω να ξεχάσεις τα δελτία ειδήσεων, οτι σε φωνάζουν γουρούνι στις διεθνείς αγορές, τα επιδόματα και τα δώρα σου, την αξία που έχει το χρήμα σου.

Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες, δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

Θέλω να ξεχάσεις ότι τρείς τύποι, που δεν τους επέλεξες, που δεν τους ψήφισες, που δεν τους ξέρεις καν, με την ανοχή της σημερινής κυβέρνησης, κανονίζουν αν, και τι ασφάλιση θα έχεις, πόσο θα κάνει μία υπηρεσία που θα αγοράσεις ή θα προσφέρεις, αν θα βρεις φάρμακα ή νοσοκομεία όταν τα χρειαστείς.

Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

Θέλω να ξεχάσεις, για λίγο μόνο, ότι οι τρεις νοματαίοι από τα ξένα σε εκβιάζουν για να αγοράσεις δάνεια από αυτούς, μόνο, στις τιμές που σου προσφέρουν αυτοί, μόνο – ενώ αυτοί με την σειρά τους μπορούν να πουλήσουν το χρέος σου όπου, και όποτε αυτοί γουστάρουν. Ακόμα και στους εχθρούς σου, γιατί το χρήμα δεν έχει εχθρούς.

Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.

Θέλω να ξεχάσεις ότι το δώρο Πάσχα, για πολλούς, ήταν περίπου εκατό ευρώ. Θέλω να ξεχάσεις ότι για ακόμα περισσότερους, το δώρο Πάσχα, θα έρθει από το ταμείο ανεργίας. Και για άκομα περισσότερους, ότι δεν θα έρθει κανένα δώρο, από κανένα ταμείο.

Θέλω να ξεχάσεις τους όλο και περισσότερους πολίτες που μαζεύονται έξω από τα συσσίτια. Να ξεχάσεις τις σχολές που κλείνουν, τα νοσοκομεία που κινδυνεύουν, τα νοίκια και τα δάνεια που μένουν απλήρωτα.

Θέλω για λίγο να ξεχάσεις πόσο πολύ φοβάσαι.

Όταν τα καταφέρεις, θέλω να διαβάσεις αυτό:

Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί στη ΝΔ, τόνισε ο Ευριπίδης Στυλιανίδης

Αποστάσεις από τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της νυν ηγεσίας της ΝΔ και της «καραμανλικής πτέρυγας» για την απόφαση της δημόσιας αποκήρυξης της απογραφής επί υπουργίας Γ.Αλογοσκούφη κράτησε μιλώντας στον Βήμα 99,5, ο βουλευτής Ροδόπης Ευριπίδης Στυλιανίδης.

«Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στυλιανίδης.

«Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο» τόνισε ο βουλευτής της ΝΔ και πρόσθεσε ότι «οι αποφάσεις του παρελθόντος θα κριθούν από τους ιστορικούς».

Ο κ. Στυλιανίδης έστρεψε τα βέλη του κατά της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι πάσχει από «πολιτικό Αλτσχάιμερ» και ότι «έχει επιλεκτική μνήμη» σχετικά με τις ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η χώρα μας.

Αναφερόμενος στο «Ζάππειο 2» που θα παρουσιάσει ο Αντώνης Σαμαράς στις 9 Μαΐου ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι θα περιλαμβάνει προτάσεις για πολιτικές έκτακτης ανάγκης προκειμένου να βγει η χώρα από το αδιέξοδο. Πρόσθεσε ότι θα παρουσιαστεί μία δέσμη προτάσεων πρακτικού χαρακτήρα.

Πρόσθεσε ακόμα τώρα έχει διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή και έχει διαλυθεί η μεσαία τάξη. «Η ΝΔ έχει χρέος να στηρίξει τις εξαθλιωμένες ομάδες».

Από το in.gr

Θέλω να κρατήσεις λέξεις-κλειδιά όπως «Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο», και «Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν»

Και τώρα θέλω να τα ξαναθυμηθείς όλα όσα σου είπα να ξεχάσεις.

Υ.Γ.: Αν είσαι οπαδός του ΠαΣοΚ, και δείξεις σε άλλους το άρθρο, μόνο και μόνο για να πεις «να, κοίτα πόσο μαλάκες είναι αυτοί της ΝΔ – ψήφισε εμάς», είσαι πιο μαλάκας από ότι θα ήθελες να νομίζεις.

ACE Collectible Garbage Truck

Η Ελεάνα είδε τα προσεκτικά διαλεγμένα σκουπίδια της ανακύκλωσης να καταλήγουν στο ίδιο σκουπιδιάρικο που, δευτερόλεπτα πριν, αφομοίωνε τις πάνες και τα τρόφιμα.

Όταν μου το περιέγραφε, είχε ένα σταμάτημα το βλέμμα της.

Μία απογοήτευση.

Μία ώρα πριν, (μια ώρα πριν ρε φίλε!), ο υπολογιστής μου δεχόταν καταιγισμό από φωνές, κραυγές και κατάρες, καθώς αναμετέδιδε, για άλλη μία φορά, στιγμές της Κερατέας.

Εκεί, που ένα κράτος, πασχίζει να χτίσει μία μονάδα διάθεσης σκουπιδιών. Κόντρα σε στην αρχή ήρεμους, ύστερα εξαγριωμένους πολίτες, με όπλο ασπίδες, κράνη εξαρτήσεις, αφθονία χημικών που, καθώς καταγγέλλεται μπορεί να είναι υπεύθυνα για τον θάνατο ενός αγέννητου παιδιού, πολλούς, πολλούς τραυματισμούς ρε φίλε, σωματικούς και ψυχολογικούς.

Κόντρα σε ένα χωριό, που δεν τους εμπιστεύεται – ούτε-ένα-λεπτό.

Και εκεί, που κόβουν χρήματα από την σύνταξη, (κόβουν χρήματα από την σύνταξη ρε φίλε!), για να πληρώσουν ευρωπαϊκά πρόστιμα για τις παράνομες χωματερές. Σκέψου το: θέλω να πω, αν μπορείς, σκέψου το.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο πιο χαμηλά θα πέσουμε. Πόσο πιο ανήκουστο είναι να μαζέψει κανείς αποτυχημένες ανακυκλώσεις, νεκρά αγέννητα παιδιά από χημικούς πολέμους, κομμένες συντάξεις και ταυτόχρονα πληρωμές προστίμων για ανυπολόγιστη ζημιά στο περιβάλλον, σε μία πρόταση, σε μία ημέρα, σε μία σκέψη – και να μην ακουστεί τρομερά παράλογο. Τρομερά αποτυχημένο, τρομερά λίγο.

Τρομερά απογοητευτικό.

Ξέρεις, η απογοήτευση αυτή, είναι βαθιά. Όχι για τα σκουπίδια, ή για το χαμένο χρόνο διαλογής, να μπει το πλαστικό ή το μεταλλικό εδώ, το άλλο εκεί, να μην κλείσει η σακούλα, να μην χαθεί το χρήσιμο. Θέλω να πω, ούτε εύκολα τα έκανε αυτά η Ελεάνα, ούτε άκοπα – τα έκανε με όραμα.

Με κοίταξε όμως ρε φίλε η Ελεάνα με απογοήτευση. «Γιατί να παιδεύομαι;» Αυτό μου είπε.

Γιατί να παιδεύεται;

Η προσπάθειά της, η όποια, η μικρή ή η μεγάλη, θα περισυλλέγει με το ίδιο σκουπιδιάρικο που θα μαζέψει του τύπου που δεν έκανε καμία προσπάθεια. Που δεν ανακύκλωσε τίποτα, που δεν νοιάστηκε καθόλου, που τα έγραψε όλα στα αρχίδια του. Το κράτος θα τους αντιμετωπίσει το ίδιο, αδιάφορα, μάζεψέ τα ρε Γιώργο να φύγουμε. Και αυτό, στο λέω ρε μάγκα και στεναχωριέμαι στ’ αλήθεια, με πληγώνει βαθύτερα από το κάθε τι:

Αυτοί που ονειρεύονται να μην έχουν να ελπίζουν σε τίποτα.

Και αν ελπίσουν, για μία στιγμή, πως θα γίνουν πολιτισμένοι, πως θα βρουν -όχι βοήθεια, καθήκον, υπευθυνότητα, μία ροή, κάτι διαφορετικό, θα περάσει ο σκουπιδιάρης και θα τους αφήσει άφωνους.

Θα τους πάρω τηλέφωνο εκεί στον δήμο, να τους μαλώσω, και θα γελάσουν αμέσως μόλις κλείσουν το τηλέφωνο. Ρε τον μαλάκα θα πούνε, και θα ξεχάσουν σε τρία λεπτά το θέμα. Ή, θα μαλώσουν τον Γιώργο, που θα πει ρε τον μαλάκα, και τι τον νοιάζει, και θα βρίζει αποφεύγοντας τον μπλε κάδο – ή αδειάζοντας τον από εκδίκηση, πάρτα ρε μαλάκα.

Θα τους μαλώσω, πες. Και πες θα αλλάξουν. Πες. Αλλά αυτό το βλέμμα, αυτήν την αμφιβολία στα μάτια της Ελεάνας, τίποτα δεν θα την σβήσει.

Μαλακισμένο πράγμα η εμπιστοσύνη, άμα χαλάσει, δύσκολα κολλάει.

Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»

Κάθε τρεις και λίγο, αφήνω ένα σχόλιο στο twitter, με τρόπο τέτοιο για να τον διαβάσει ο Υπουργός, ο Παπουτσής. Το μήνυμα λέει «και τελικά δεν μας είπατε, τι λέει η έρευνα, φταίνε τα χημικά των ΜΑΤ για την αποβολή της εγκύου στην Κερατέα;»

Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»

Και με ένα πέρασμα του σκουπιδιάρικου, κερδίζουν.

Και γινόμαστε πιο βρώμικοι, και πιο στα αρχίδια μας, και πιο λυσσαλέοι, μίζεροι και κακόμοιροι, και χαζεύουμε στις οθόνες μας κοίτα ρε μαλάκα τι γίνεται στην Κερατέα, μπαμ! μπουμ! πω πω, γαμάτη αυτή η μολότοφ, ξυστά πέρασε, τον μαλάκα τον μπάτσο – και πετάμε το κουτάκι στα ίδια σκουπίδια που θα σκοτώσουν, αύριο, έναν εξαγριωμένο πολίτη, έναν ΜΑΤατζή, ένα αγέννητο μωρό ή μία ελπίδα.

Και αν πάει κάποιος να εξεγερθεί; να αλλάξει κάτι;

Θα περάσει το σκουπιδιάρικο και θα πετάξει τα σκουπίδια στον ίδιο κάδο πολτοποίησης. Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα μαλάκα μου. Θα στο κάνουμε πάντα πιο δύσκολο.

Θες κατακλείδα, ε; Να κλείσω με κάτι. Να ξέρεις αν είναι να ελπίζεις, γιατί θα σου πω όχι – θα συνεχίσουμε γιατί αξίζει, ή θα σου πω γάμησέ τα ρε φίλε, και θα μαυρίσει η ψυχή σου.

Να χα ένα καλό κλείσιμο ρε μπαγάσα, μπέσα σου λέω, θα στο έδινα.

Rocks

Ο Τάσος Μαντέλης παραδέχθηκε 450.000 μάρκα δώρο από την Siemens και τον καλούν να πληρώσει… 7.500 χιλιάδες ευρώ.

Γιατί; Τι νόημα έχει; Τι νόημα έχει αυτή η ποινή;

Τίποτα να μην πληρώσει. Τίποτα.

Δεν κάνω πλάκα, τίποτα απολύτως. Έχω καλύτερη ιδέα:

Να τον κάνουν ξανά υπουργό. Είναι πολύ μάγκας ο Τάσος, θα μας βγάλει από την κρίση – είναι φανερό.

Του κόψανε και το εκλέγειν και εκλέγεστε και στεναχωρήθηκε πολύ όπως γράφανε σωρηδόν τα ρεπορτάζ; να του το δώσουνε πίσω.

Γιατί να μην εκλέγεται;

Έχουμε τον Μαντέλη, τον Τσουκάτο παλιότερα, τον Άκη, και τους κατηγορούμε αντί να τους κάνουμε σημαίες;

Αφού είναι φανερό: Αυτοί είναι οι σωτήρες μας.

Διότι:

  • είτε ο κόσμος θα πει «να καθαρίσει ο Μαντέλης που είναι πολύ μάγκας και ασίκης, και παίρνει δέκα και πλερώνει μία», να τον στείλουμε στας ευρώπας να κάνει κολεγιά με τα άλλα τα λαμόγια που συνεννοούνται μια χαρά τόσα χρόνια,
  • είτε ο κόσμος θα πει «αυτό πάει πολύ, αυτό είναι προσβολή, να καεί το μπουρδέλο η βουλή» και θα αφήσει τα γιαούρτια, και θα πιάσει τις πέτρες.
  • Ένα από τα δύο θα γίνει. Όχι σ’ αυτόν τον Μαντέλη; Όχι σ’ αυτόν. Στον επόμενο ρε αδελφέ. Στον μεθεπόμενο.

    Έχουμε Μαντέληδες, οοουυυ, ένα σωρό. Διευθυντές κατεστραμμένων ταμείων, υπουργούς οικονομικών, πολιτικούς που διόριζαν, διευθυντές εφοριών, διευθυντές δημοσίων….

    Έχουμε Μαντέληδες ένα σωρό.

    Και, κάποια στιγμή, θα γίνουν οι σωτήρες μας αυτοί οι τύποι.

    Είτε έτσι, είτε αλλιώς.

    Να μου το θυμηθείς.

    #noJustice

    Chives and Greek Flag

    Εδώ και πολλά χρόνια, θέλω να βάλω μία σημαία στο μπαλκόνι μου. Το ξεχνάω, κάθε φορά, σε κάθε επέτειο, αλλά σχεδόν το μετανιώνω: την επόμενη φορά, σίγουρα θα το κάνω.

    Αλλά δεν το κάνω.

    Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει που είμαι Έλληνας. Θέλω να πω, το ίδιο θα μου άρεσε αν ήμουν και Πακιστανός, Τούρκος ή Σκοπιανός, αλλά και Έλληνας που είμαι, πολύ μου αρέσει.

    Βέβαια, ίσως φταίει που είμαι μισός Γάλλος – η μητέρα μου ήταν Γαλλίδα. Και μισός Γάλλος που είμαι, μ’ αρέσει. Δεν βλέπω γιατί να μην μ’ αρέσει.

    Μόνο που τώρα τελευταία, δεν μ’ αρέσει το πως έχουν κάνει άλλοι να είσαι Έλληνας. Έλληνας πχ κατέληξε να είναι να μισείς τους Τούρκους, δεν θέλω να είμαι τέτοιος Έλληνας. Για άλλους, Έλληνας σημαίνει να χαίρεσαι υπερβολικά με τις νίκες των εθνικών ομάδων, και να λυπάσαι επίσης υπερβολικά – σχεδόν να θυμώνεις. Ούτε τέτοιος Έλληνας θέλω να είμαι.

    Κάποιοι τύποι νιώθουν Έλληνες όταν φοράνε τα μαύρα τους τα τζάκετ, αρπάζουν τα καδρόνια και βαράνε τον πρώτο μετανάστη που θα βρούνε μπροστά τους – άλλοι, νιώθουν Έλληνες όταν καίνε βιβλία, ή όταν κλέβουν την εφορία.

    Ούτε τέτοιος Έλληνας θέλω να είμαι.

    Εγώ, περιέργως, έχω άλλη Ελλάδα στο μυαλό μου.

    Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που βοηθάει τον μετανάστη που θα έρθει στην χώρα του, που θα μοιραστεί το ψωμί του, θα εκπαιδεύσει το παιδί του, θα γιατρέψει την γυναίκα του. Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που θα πληρώσει τους φόρους του, φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα να είναι δίκαιοι για όλους, όχι μόνο για ‘κείνον.

    Θέλω να είμαι ο Έλληνας που λέει καλημέρα στον γείτονά του, είτε της πολυκατοικίας, είτε της γειτονιάς, είτε της διπλανής χώρας. Να λυπάται με τις λύπες του, να είναι δίπλα του στα δύσκολα και να χαίρεται με τις χαρές του.

    Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που δεν θα ντρέπεται να βάλει την σημαία του στο μπαλκόνι, γιατί δεν θα έχει κοιτάξει αλλού όταν κάποιος αδικεί κάποιον άλλον. Δεν θα έχει κοιτάξει αλλού όταν κάποιος άλλος πεινά, ή υποφέρει. Θέλω να είμαι ο Έλληνας που θα τον δείχνουν όλοι, και θα λένε τιμά τον λόγο του, μου στάθηκε, ήταν ντόμπρος. Θέλω να είμαι ο Έλληνας που θα αφήσει θα χαρεί να δει, δίπλα του, τον Πακιστανό ή τον Τούρκο να βγάλει την δική του σημαία στο μπαλκόνι, στο διπλανό από το δικό μου, γιατί θα νιώθει εξίσου περήφανος που είναι Πακιστανός, ή Τούρκος.

    Δεν βλέπω γιατί τα καραφλοξυρισμένα παιδαρέλια είναι πιο Έλληνες από μένα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ο μπαγάσας που κλέβει την εφορία γιατί νιώθει ότι αδικείται, αλλά ψηφίζει το ίδιο κόμμα που τον αδίκησε γιατί του έδωσε δουλειά στο δημόσιο είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν κατανοώ γιατί ο πολιτικός αρχηγός που διασπείρει μίσος, απέχθεια, διαφορά και έχθρα είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αυτός που καίει έναν (υποτυπώδη) χώρο διαφορετικής λατρείας, αδιαφορώντας αν έχει μέσα ανθρώπους, είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν μπορώ να διανοηθώ γιατί ο πολιτικός που πατάει τον όρκο του, που λέει δημόσια και εν γνώσει του ψέματα είναι πιο Έλληνας από μένα.

    Επειδή το λέει; Επειδή κρέμασε στην γιορτή την σημαία στο μπαλκόνι; Επειδή το καπηλεύτηκε;

    Την βλέπουμε αλλιώς την Ελλάδα. Εγώ πάντως, σίγουρα την βλέπω αλλιώς. Και όσο μεγαλώνω, τόσο αγνοώ την δική τους ερμηνεία του έλληνα, τόσο περισσότερο θέλω να φωνάξω ότι είμαι Έλληνας.

    Της δικής μου Ελλάδας. Της δικής μου πατρίδος η σημαία.

    Η κάλπη

    Εμένα, όταν με ρώτησαν, τους απάντησα ότι θέλω ειρήνη και δικαιοσύνη.

    Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να επιβάλλεται κάτι παράνομο με την δύναμη των χημικών και των ΜΑΤ. Ότι θέλω οι πολίτες να απολαμβάνουν υπηρεσίες νόμιμες και πλήρεις, όχι να πληρώνουν χωρίς να εξυπηρετούνται. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι λήθη. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι παραγραφή. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι ασυλία.

    Όταν με ρώτησαν, τους είπα ότι σέβομαι τον θεσμό του πανεπιστημιακού ασύλου, ότι δεν θέλω αστυνομία στο πανεπιστήμιο. Ότι θέλω να σέβονται τον πολίτη, όποιος και να είναι, από όπου και αν προέρχεται. Απάντησα οτι δίνω αξία στα ανθρώπινα δικαιώματα, οτι δίνω αξία στην ανθρώπινη ζωή, οτι δίνω αξία στις ευθύνες μας.

    Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι το να μην παραπέμπεται κανείς είναι απαράδεκτο. Ότι να εκδιώχνεται βουλευτής αν δεν συμφωνεί απόλυτα με το κόμμα μας, είναι απαράδεκτο. Ότι το να μην ευθύνεται κανένας πρόεδρος/διευθυντής ασφαλιστικού ταμείου για τα ελλείμματά του είναι απαράδεκτο. Ότι το να μην μου παρέχονται υπηρεσίες υγείας και σύνταξης παρότι έχω πληρώσει γι’ αυτές, είναι απαράδεκτο. Ότι να μου παρακρατούν συμφωνηθέντες μισθούς, είναι απαράδεκτο, να μου αυξάνουν μονομερώς τις ώρες και τις συνθήκες εργασίας είναι απαράδεκτο.

    Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να πληρώσω χρέη που δεν γνωρίζω που και πως προήλθαν. Ότι είμαι εναντίον της χρήσης χημικών από τους αστυνομικούς στις πορείες, είμαι εναντίον της χρήσης βίας, ψυχολογικής ή σωματικής από την αστυνομία, ότι είμαι εναντίον των συνθηκών κράτησης στις φυλακές. Ότι δεν θέλω να πεθάνει άλλος άνθρωπος ενώ είναι κρατούμενος.

    Ότι είναι απαράδεκτο να συλλαμβάνεται κάποιος για το …μαλλί του, γιατί κατεβάζει τα σκουπίδια, γιατί περπατάει στον δρόμο. Οτι είναι απαράδεκτο να του βάζουν στην τσάντα μολότοφ για να τον κάνουν, σώνει και καλά, ένοχο, ενώ άλλοι, που δημιουργούν επεισόδια, να πληρώνονται κάθε μήνα από την αστυνομία.

    Όταν με ρώτησαν, τους είπα ότι δεν θέλω να αντιμετωπίζονται συνάνθρωποί μου ρατσιστικά, γιατί ερωτεύτηκαν κάποιον του ιδίου φύλλου. Ότι αν θέλουν να συμβιώσουν μαζί, να το κάνουν ελεύθερα, νόμιμα και συνταγματικά κατοχυρωμένα όχι με την ανοχή, αλλά την προστασία του κράτους. Ότι δεν θέλω να δουλεύουν ανασφάλιστοι και να πεθαίνουν σε αυλές υπουργείων. Ότι δεν θέλω να γίνονται τα ίδια λάθη στο περιβάλλον με αυτά του παρελθόντος.

    Όταν με ρώτησαν για την εκκλησία τους είπα ότι δεν θέλω να πληρώνονται οι υπάλληλοί της από το κράτος, δεν θέλω να εξαρτάται από αυτήν αν θα δοξάσει τον θεό του ένας …»άπιστος».

    Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να «ξεχνάει» το κράτος τις υποχρεώσεις των καναλιών με αντάλλαγμα την πλήρη υποταγή στα αφεντικά τους. Δεν θέλω ιδιοκτήτες μέσων να έχουν και άλλες επιχειρήσεις που κάνουν δουλειές με το κράτος.

    Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να ξεχάσω την Vodafone, την (υποτιθέμενη) αυτοκτονία του Κώστα Τσαλικίδη, την Siemens, τα εξοπλιστικά, τις «επιχορηγήσεις» προς τα κόμματα, τις καλοπληρωμένες ΜΚΟ. Τους είπα ότι δεν θέλω να τα ξεχάσουν ούτε και αυτοί. Ότι δεν θέλω να ξεχάσω πως δεν προστατέψαμε ελληνικά καράβια από επιθέσεις σε διεθνή ύδατα, ότι κάνουμε συμφωνίες για να παράγουμε όπλα μαζικής δολοφονίας με επεκτατικές, δολοφονικές κυβερνήσεις.

    Εμένα, όταν με ρώτησαν, τους είπα την γνώμη μου.

    Και αν συμφωνούσαν αρκετοί, η γνώμη μου θα γινόταν και πράξη.

    Να το θυμάσαι, όταν, και αν σε ξαναρωτήσουν.

    (photo via @Karpidis from flickr

    Προσθήκη: διαβάζεται υπό τους ήχους: Κινούμενη άμμος

    Τις τελευταίες ημέρες ασχολούμαστε με τα γεγονότα τις Νομικής. Τους διακόσιους, τριακόσιους μετανάστες που ήταν μέσα, και έκαναν απεργία πείνας για να νομιμοποιηθούν όλοι (και όχι μόνο αυτοί) από το ελληνικό κράτος.

    Θα παραθέσω link από bloggers που ασχολήθηκαν με το θέμα, αν νομίζετε, ευχαρίστως να το κάνετε και εσείς στα comments (ναι, λέω να κάνω την έκπληξη σήμερα, και να τα αφήσω ανοιχτά 🙂 ).

    Υπάρχει, ως φιλολογία, ότι ο Αλέξης Τσίπρας(*) κανόνισε αυτήν την μεταφορά και την στέγασή τους εκεί. Δεν ξέρω αν ισχύει, το βρίσκω πολύ πιθανό δεδομένου ότι α) στελέχη του Σύριζα έχουν φανερά συμβάλει στην διαδικασία, β) ο Σύριζα γενικά τα συνηθίζει κάτι τέτοια κουλά.

    Ο πρωθυπουργός πάντως ήταν σαφής όταν μιλούσε για κομμάτικά παιχνίδια – το ίδιο και αρκετοί πασόκοι και μη όταν μίλησα μαζί τους στο twitter. Κάποιοι ήταν υπέρ του δέοντος ξεκάθαροι.

    Κοινό πνεύμα των αντιρρησιών ήταν σίγουρα το πόσο λάθος έκανε ο Σύριζα. Αν δεχθούμε λοιπόν ότι ήταν αυτοί, ας παραθέσω κάποιες σκέψεις μου.

    Για το αν έκαναν καλά που επέλεξαν την νομική, κατ’ εμέ δεν υπάρχει καν θέμα. Πόσους μήνες βρίσκονται στην Πανεπιστημίου μπροστά στην Ακαδημία απεργοί πείνας; Από που είναι; τι ζητάνε; Ξέρετε; Όχι; Αυτό ακριβώς. Ακόμα και αν ξέρετε, διαβάστε το «μήνες». Θα καταλάβετε τι εννοώ.

    Για το αν εκμεταλλεύτηκαν πολιτικά μετανάστες. Εδώ, για να είμαι ειλικρινής, γελάω πικρά και με τα δύο μέρη της πρότασης. Για παράδειγμα με την ξαφνική έγνοια που μας έπιασε για την εκμετάλλευση των μεταναστών. Ή με την πολιτική επιτυχία που είχε το εγχείρημα. Στο δεύτερο, την είδα την πολιτική επιτυχία – όσοι άκουσα θύμωσαν τόσο (ή έκαναν ότι θύμωσαν) με την «κατάληψη» της νομικής που δεν θα ψήφιζαν Σύριζα ακόμα και αν ήταν μόνο ένα κόμμα να ψηφίσουν. Κατ εμέ κέρδισαν τον σεβασμό όσων ήδη ήξεραν τον τρόπο σκέψης τους – αλλά και ακόμα και από τους υποστηρικτές τους, έχασαν μερικούς. Πολιτικά λοιπόν όχι μόνο δεν κέρδισαν, δεν είχαν καν τρόπο να κερδίσουν. Και το ήξεραν. Θέση μου. Για το πρώτο δε, που μας έπιασε κόψιμο αν τους εκμεταλλεύτηκαν τους φτωχούληδες τους μετανάστες, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι για γέλια. Θα δούμε πόσο μας ένοιαξε πραγματικά μία ημέρα μετά.

    Για το αν έκαναν ζημιά στο άσυλο. Δεν θα είχα αντίρρηση, αλλά να – είδα στο twitter τόσους αντιπαθούντες να υποστηρίζουν την ζημιά στην ιδέα του ασύλου που έκαναν οι μετανάστες (οι μισοί και βάλε εξ αυτών δεν το γουστάρουν έτσι και αλλιώς γιατί συνήθως φιλοξενεί τους σιχαμένους αναρχικούς, επίσης πολλοί εξ αυτών στο όνομα του ασύλου έκαναν έτσι και αλλιώς μπουρδέλο τα πανεπιστήμια με τις παρατάξεις τους) που, πραγματικά, δεν νομίζω να πληγώθηκε τόσο πολύ το άσυλο. Και αν πληγωθεί αύριο, δεν θα φταίει ο Σύριζα που έβαλε τους μετανάστες, αλλά η κυβέρνηση που βρήκε ένα καλό πρόσχημα για να καταλύσει από τα τελευταία ίσως δείγματα πολιτισμού στην χώρα μας. Γιατί, όταν καταλύεται το άσυλο από μετανάστες ή αναρχικούς, δεν πας σαν κράτος να το καταλύσεις ακόμα περισσότερο – εκτός και αν δεν το ήθελες εξ΄ αρχής, οπότε πάσο.

    Δύο κουβέντες ακόμα, και κλείνω: Ο Σύριζα δεν έκανε, κατ’ εμέ, κανένα λάθος. Πολιτικά μπορεί, θα λυπηθώ να τον δω ίσως να πέφτει ακόμα πιο κάτω στην βουλή – αλλά θεσμικά, σ’ αυτό που πιστεύει και ονειρεύεται, ήταν ειλικρινέστατος.

    Έφερε το πρόβλημα στην πόρτα μας, στα κανάλια μας, στην σκέψη μας. Θυσίασε ένα ποσοστό στην βουλή για να μας αποδείξει πόσο υποκριτές είμαστε. Πόσο υποκριτικά μιλάει ο πρωθυπουργός, πόσο υποκριτικά οι φοιτητές, πόσο υποκριτικά οι ψηφοφόροι, πόσο υποκριτικά η κοινωνία, πόσο υποκριτικά τα κανάλια – πόσο υποκριτικά ο απλός λαός.

    Θέλω να πω, φανταστείτε ότι πολλοί από τους υποκριτές αυτούς που σχολίασαν την υπόθεση, η πρώτη τους ενέργεια ήταν να αποκαλέσουν υποκριτές τους «υποκινητές». Σουρεαλιστικό μπάχαλο.

    Κάποιοι – όχι πολλοί, δυστυχώς, είδαν αυτήν την υποκρισία να τους τριγυρίζει. Δεν λέω ότι δεν έχουν φερθεί υποκριτικά και κάποιοι στον Σύριζα, δεν το αποκλείω καθόλου, λέω όμως ότι, με αυτήν την κίνηση, σίγουρα αποκαλυφθήκαμε εμείς.

    Οι υπόλοιποι, θα αφήσουν τα κλάματα για το άσυλο, τους φτωχούς μετανάστες, τα πάρτε τους σπίτια σας αφού τους αγαπάτε και θα ασχοληθούν με κάτι άλλο με τους ίδιους όρους, σαν παιχνίδι υπολογιστή. Άκοπα.

    Βέβαια, λίγοι τυφλοί λιγότερο, είναι και αυτό μια νίκη, όσο να πεις.

    ((*) άλλοι το χρέωναν στον Αλαβάνο, αλλά επειδή δεν έχει πολιτικό κέρδος, δεν κινείται πολύ αυτή η σκέψη)

    Υ.Γ.: Σκόπιμα δεν ασχολούμαι εδώ με τους μετανάστες. Το δράμα τους, ή το μανιπουλάρισμά τους ή την πονηριά τους – δεν έχουν θέση σε πολιτική κουβέντα. Διαβάστε το blog μου όσοι είσαστε καινούργιοι, θα βρείτε άλλα άρθρα για να μιλήσουμε γι’ αυτούς.

    Προσθήκη: Φάτε λίγη ώρα σ’ αυτό το βίντεο. Το είχα παρουσιάσει στο twitter ως «Τους μετανάστες τους λένε παράνομους, *παράνομα* κράτη. Ηλέκτρα Κούτρα TEDxAcademy». Αξίζει τον χρόνο σας – αλλά μόνο αν ενδιαφέρεστε πραγματικά.