Κάνει λίγο κρύο. Μιλάς, με τους φίλους σου. Είσαι σκοπιά, έχεις ευθύνη. Μπορεί να συζητάς πως τσάκισες στο ξύλο την προηγούμενη εβδομάδα έναν μετανάστη, ή πόσο δύσκολα περνάει η αδελφή σου, δεν ξέρω.

Δεν νομίζω να μάθω ποτέ.

Κάποιοι πλησιάζουν, ίσως φωνάζουν, δεν έχει ήχο εδώ που είμαι, έχει μόνο ασπρόμαυρα πίξελ. Κάποια από αυτά τα πίξελ ασπρίζουν πολύ. Πρέπει να κάνει θόρυβο, κάποιος να σε λέει φασίστα, ο φίλος σου στο πάτωμα, ίσως μυρίζει η σφαίρα, πολύς θόρυβος, τρομαχτικός, απότομος, εκκωφαντικός, γυρίζεις πλάτη, σαν για να αποφύγεις, είναι το πιο ενοχλητικό πράγμα που θα κρατήσω, μια απόλυτα παράλογη εικόνα, μετά σωριάζεσαι, δεν πρέπει να πόνεσες καθόλου, δεν πρέπει καν να άκουσες..

~

Σιχαίνομαι τον φασισμό όσο ελάχιστα πράγματα στην ζωή μου. Την επιβολή, με την βία, την ανάδειξη του πιο ισχυρού με τα όπλα. Σιχαίνομαι τον ναζισμό, και κάθε ρατσισμό με την ίδια ένταση. Την θεωρία ότι κάποιοι άνθρωποι είναι ανώτεροι, και κάποιοι άλλοι είναι κατώτεροι. Και πάντα άλλοι είναι κατώτεροι από τον ρατσιστή, ανώτερος μόνο ο αρχηγός του, ο fuhrer του, ο καθοδηγητής του – αυτός που βολικά θα τον δείξει ανώτερο, σε άλλους.

Τα σιχαίνομαι αυτά. Και δεν ξέρω αν ο πόνος μου, ο αληθινός, φυσικός μου πόνος, αυτός που ένιωσα όταν πεντέξι δειλοί ατιμώρητα χτυπούσαν τον Αυγουστίνο Δημητρίου, όταν έσκαγε μία βόμβα σακατεύοντας τα αυτιά του Μανώλη Κυπραίου, όταν άνοιγαν το κεφάλι του ανώνυμου «μην με χτυπήσεις» στο Σύνταγμα, όταν «σιωπούσαν» τον Μοδέστο Σιώτο, όταν μάθαινα ότι ένας νέος άνθρωπος με όνειρα για ζωή βρισκόταν κρεμασμένος απ’ το πατάρι του για να κρατηθεί ένα φοβερό μυστικό, όταν έσφαζαν έναν μετανάστη σε ένα ποδήλατο, όταν ο Χριστούλας ξαποσταίνει, για πάντα σε ένα δένδρο, χτυπώντας τον εαυτό του αντί για άλλους, όταν δολοφονούσαν την Κατερίνα Γκουλιώνη για να μην μιλάει πια, όταν έσταζε αίμα από το χέρι του καθηγητή με τον φάκελο στο Σύνταγμα, όταν πνιγόταν μία έγκυος σε μία τράπεζα απ’ τους καπνούς, όταν μάθαινα για την κοπέλα που απέβαλλε στην Κερατέα, όταν χαράκωναν το πρόσωπο του μετανάστη στην Βικτώρια, όταν έσβηνε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στην αγκαλιά των φίλων του, όταν το παιδί του Νίκολα Τόντι δεν θα τον γνωρίσει ποτέ, όταν η Κούνεβα κατάπινε βιτριόλι, όταν ο ΜΑΤατζής καιγόταν στο Σύνταγμα, ή όταν ο Παύλος Φύσσας, στην αγκαλιά της κοπέλας του, σταματούσε να τραγουδά – δεν ξέρω αν αυτός ο πόνος μου για δύο χρυσαυγίτες, που δέχονται δύο σφαίρες στο κεφάλι, με κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που νομίζεις, ίσως, τόσο καιρό ότι είμαι.

Είδα την σκηνή, και δάκρυσα.

Μπορεί να είμαστε σε πόλεμο, δεν ξέρω. Μπορεί. Μπορεί να είμαι ο αθώος αφελής νοικοκυραίος που δίνει συγχωροχάρτι στους φασίστες όταν τους εμφανίζει ανθρώπινους, να μυρίζουν το μπαρούτι και να τους τρυπά η σφαίρα, να τους κάνει αυτό που δεν πρέπει να γίνουν, να είμαι ο χειρότερος και από αυτούς, γιατί αυτοί είναι τίμιοι στο μίσος τους και γω, αφελώς, χώμα για να γίνουν και αυτοί «παιδιά» και όχι δολοφόνοι μεταναστών, όψιμοι ή μη -μπορεί.

Αποδέχομαι ότι μπορεί να κάνω χειρότερο κακό, να εξυπηρετώ αυτό ακριβώς που μπορεί να ήθελαν οι δολοφόνοι τους, να τους λυπηθούν κάποιοι, να πουν «έλα μωρέ, άνθρωποι είναι και αυτοί», το πρώτο βήμα για την αποδοχή τους –

– αλλά, έτσι είμαι εγώ, και μία σφαίρα με πονά, είτε πέφτει φαντάσου, στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, δεκαπέντε χρονών αθώο παιδί, είτε πέφτει στον φρουρό γυμνασμένο, μνησίκακο στρατιώτη φασίστα της γειτονιάς. Με πονά το ίδιο. Δεν ξέρω να κάνω αλλιώς. Δεν ξέρω να μην πονάω. Μακάρι να είχα την πυγμή κάποιων που λένε «κρεμάλες στους φασίστες», μα δεν είμαι έτσι, και δεν ξέρω πως, αν μπορώ, και αν θα έπρεπε να είμαι έτσι.

Και δεν μπορώ να μην σκέφτομαι ότι τους δύο νεκρούς, δεν τους σκότωσε ο φασισμός τους. Αν το δεχόμουν αυτό, θα δεχόμουν ότι τους μετανάστες τους σκότωσε η διαφορετική φυλή τους, ή το άλλο χρώμα τους, ή τους κομμουνιστές τους σκότωσε η ιδεολογία τους: τους δύο τους σκότωσαν δολοφόνοι. Άνθρωποι που με τα όπλα έγιναν πιο ισχυροί από τους άλλους, που με την βία διεκδίκησαν το όποιο δίκιο τους. Άνθρωποι που με μία σφαίρα στο κεφάλι, τερμάτισαν δύο ζωές.

Ο Βαλιανάτος, έγραψε «απόψε είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες». Καταλαβαίνω τι λέει, και ας είναι όσο πιο λάθος μπορεί να είναι άνθρωπος. Εγώ ντρέπομαι να γράψω κάτι τέτοιο, ντρέπομαι να γράψω ότι είμαι χρυσαυγίτης, ντρέπομαι να γράψω ότι θα πάρω το μέρος αυτών που μισούν, που τρέφονται από αυτό το μίσος, και από τον φόβο που προκαλεί.

Δεν θα γίνω ποτέ χρυσαυγίτης. Ούτε «απλώς εθνικιστής», ούτε «απλώς έλληνας». Ποτέ.

Μα, από ότι φαίνεται, και αυτό είναι μία αποκάλυψη και για τους δύο μας, και για σένα που διαβάζεις, και για μένα που θα πρέπει να προσπαθήσω να ξεχάσω τα ασπρόμαυρα πίξελ από την οθόνη μου, αναγνωρίζοντας ότι είμαι ίσως επικίνδυνος και αφελής, θα με πληγώνει βαθιά ο θάνατός τους, αληθινά και ειλικρινά, θα με πονάνε αυτές οι εικόνες, και θα νιώσω τις σφαίρες στο κορμί τους σαν να ήμουν εγώ το θύμα.

Και, μετά λόγου γνώσεως, σχεδόν αναίσχυντα και θύτες και θύματα, όλοι θα γίνουν μία ταφή, και ένας πόνος, ανεξαρτήτως του ρόλου που έπαιξαν πριν. Και θα πονάνε, αν θες το πιστεύεις, το ίδιο.

Δεν ξέρω άλλον τρόπο: σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και δικαιοσύνη.

Είναι τα μόνα αντιναζιστικά φάρμακα που ξέρω. Μπορεί να έχεις δίκιο, και να εξιλεώνω. Μακάρι να έχω δίκιο, και για τους δύο μας μακάρι, και να κερδίζεται, με αυτά, ο φασισμός.

~

Σωριάζεσαι στο έδαφος. Δεν νιώθεις πια τίποτα. Κάποιος πάνω από το κεφάλι σου, με θυμό και οδύνη θα φωνάξει «Παναγία μου! Όχι Παναγία μου!». Θα χαθείς σε πίξελ μίας οθόνης που κοιτά αφ υψηλού, σαν θεός, σαν κριτής, βουβή και ασπρόμαυρη.

Τι περίεργο τέλος, να τελειώνεις, εσύ, ασπρόμαυρα.

~

Υ.Γ.: Τα blog είναι προσωπικές καταθέσεις. Δεν γίνεται αλλιώς, είναι όσο πιο εγωιστικά και εγωκεντρικά γίνεται. Σε τούτο το post δεν μοιράζομαι σκέψεις για παγκόσμια ειρήνη, ή τι κοινωνικά μαθήματα αφήνει σε όλους αυτό το γεγονός, αλλά πως βιώνω εγώ μία δολοφονία. Σε προλαβαίνω, λοιπόν: ναι, γύρω από μένα γυρίζει το ποστ. Και από την δική μου αλήθεια. Έτσι πάει, φίλε. Έτσι είναι τα προσωπικά ημερολόγια.

Υ.Γ.: Με πολύ σκέψη, αφήνω τα σχόλια ανοικτά. Δεν θέλω αυτό το ποστ να γραφτεί χωρίς αντίλογο. Μα να κάνουμε μία συμφωνία: αν είσαι θυμωμένος, ασ’ τους απέξω. Για μένα γράψε ο,τι θες. Γι’ αυτούς τους δύο, όχι τώρα, και όχι εδώ.

Υ.Γ.: ο @auzenakos στο περιοδικό Unfollow διαφωνεί. Καλό είναι να διαβάσετε και την δική του άποψη.

Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις, αλλά αυτό το blog ήταν, κάποτε, χαλαρό blog. Να, πήγαινε πίσω να δεις και μόνος σου: Και πλάκες έκανε, και τα ωραία του είχε, δεν το είχε φάει η μαυρίλα και η μιζέρια.

Τώρα, θα μου πεις, να γίνεται ο κακός χαμός και να γράφω άσχετα; Δύσκολο. Οπότε, επιλέγεις τα θέματα, και προχωράς αναλόγως.

Αλλά έλα που, κάπου-κάπου, γίνομαι και γω παιδί 🙂

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Sensible Soccer 96/97.

Sensible Soccer - Amiga

Ω, oui.

Παίξαμε όταν ήμασταν παιδιά, για σας δεν ξέρω, μα εγώ το είχα γονατίσει στην Amiga μου. Μετά μεγάλωσα ξέρω γω, το ξέχασα, ήρθαν άλλα παιχνίδια, πιο κλασάτα, Fifa, Pes, λουξ, έψα, αναβαθμιστήκαμε.

Αυτό το κακόμοιρο πάλι, όχι.

Κάποιοι όμως, δεν το ξέχασαν, σας διαβεβαιώ!

Προχθές, ο φίλος Βασίλης, μου έστειλε ένα link. Είναι μία εταιρία, που επανακυκλοφορεί παιχνίδια για PC (κυρίως, αλλά όχι μόνο) με την βοήθεια ενός προγράμματος που λέγεται DosBox. Το κάνει επί πληρωμή, αλλά είμαι απολύτως σίγουρος ότι θα το βρείτε και δωρεάν. Όπως και να χει, $6 είναι αυτά, κάτι λιγότερο σε ευρώ, χαλάλι. Υπόψιν: είναι η έκδοση για PC, όχι για Amiga. Για κάποιους έχει νόημα αυτό, εγώ γέρασα τόσο που δεν θυμάμαι διαφορές.

(Θα σου δώσω link στο τέλος)

Και το αγόρασα.

Το παιχνίδι εγκαταστάθηκε θαυμάσια στον υπολογιστή μου, το έτρεξα, και… ω-ναι, το παλιό-καλό Sensible Soccer, Fullscreen, να μη το χορταίνουν τα δακρυσμένα ματάκια μου.

Βέβαια, κομμάτι παλιό, αρχαίο, και οι παίκτες Βαζέχα, Τοχούρογλου, Καραταΐδης, Αγορογιάννης, Κετσπάγια, Μητρόπουλος, Κολιτσιδάκης, Καλιτζάκης – μέχρι και Πάντελιτς έχει -ναι, τον ίδιο.

Ψευτοέπαιξα μερικά παιχνίδια, μα ήταν πολύ γρήγορο λέμε – ή εγώ γέρασα, και πολύ δύσκολο – ή εγώ γέρασα. Και πως να ταυτιστείς με Τσαλουχίδη; Χαριτωμένο, αλλά κομμάτι παλιό.

Άκου λοιπόν να δεις τι έκανα: Ότι κάνω καμιά δεκαριά χρόνια τώρα. Αρχισα να ψάχνω.

Λέω, ο μόνος βλαμμένος δεν μπορεί να είμαι, η εταιρία βγάζει το παιχνίδι άρα έχει ενδιαφέρον το πράγμα, κάτσε να δούμε τι κάνουν οι άλλοι, οι πιο βλαμμένοι από εμένα.

Αυτοί οι άλλοι λοιπόν, εδώ και μερικά χρόνια, έχουν πάρει την έκδοση για PC, έχουν ξεψαχνίσει τον κώδικα, και κάνουν ….ανανεώσεις πρωταθλημάτων! Δηλαδή, η εταιρία το παράτησε το 97, αλλά αυτοί οι κουλοί συνέχισαν να ανανεώνουν ομάδες, παίκτες, στατιστικά και ονόματα (να σου θυμίζω πόσα πρωταθλήματα είχε; άει γειά σου) σε τρέχουσες περιόδους.

(Θα σου δώσω link στο τέλος είπαμε, μη βιάζεσαι. Διάβασε, έχει και άλλο ενδιαφέρον)

Πότε λοιπόν σταμάτησαν να ασχολούνται; Αμ, δεν σταμάτησαν. Έχουν φτιάξει έκδοση ακόμα και για την σαιζόν 2012-2013! Μήτρογλου στο Swos λοιπόν – ενδιαφέρουσα προοπτική!

Η εγκατάσταση χρειάστηκε λίγο brainstorming, που για άλλους είναι εύκολο, αλλά εγώ είμαι σαράντα, (και στα μούτρα σου) και μου χρειάστηκε λίγο παραπάνω – αλλά έγινε!

Και να ο Κοντρέρας, και να ο Μανωλάς, και να ο Αρκούδας (σιγά μη δεν) και να ο Πετρόπουλος. (Και τα στατιστικά να μην είναι απογοητευτικά λάθος!)

Ψήνεσαι, έ;

Περίμενε, έχει και άλλο:

Έχει όμως και Φουστέρ. Και Τοροσίδη. Χμ. Δεν μ’ αρέσει να έχω παίκτες που έφυγαν, χαλάει την γεύση ρε φίλε, και, σου θυμίζω ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΙΚΤΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ!. Συγγνώμη που φωνάζω, αλλά με τρώει από το 97 αυτή η αδικία. Πολύς καιρός.

Όμως αυτοί, κάπως το έκαναν. Ξύπνιοι είναι, δεν αντιλέγω, αλλά πως;

Έφτιαξαν έναν Editor φίλε μου.

(Στο τέλος τα links)

Ω, yeah.

Εναν editor που αλλάζεις ονόματα παικτών των ομάδων, εμφανίσεις (μισό, να σκουπίζω ένα δάκρυ) ακόμα και (χαρτομάντιλο) την εμφάνιση των παικτών όπως μαλλιά ή χρώμα δέρματος!

Ναι ρε φίλε.

(Είπαμε, κάτω τα links, αν συνεχίσεις να με πρήζεις, δεν θα τα βάλω. Να κάτσεις να διαβάσεις ρε, τόσο κόπο έκανα.)

Όμως, το παιχνίδι παρέμενε ενοχλητικά γρήγορο. Ενοχλητικά; Όοοχι, γιατί ένα site στην Γαλατία, παρείχε συμβουλές για το πως να αλλάξεις και την ταχύτητα του DosBox, να γίνει πιο …παλιό.

Ανακεφαλαιώνοντας: Παίζω Sensible Soccer. Σήμερα. Με τον Μήτρογλου. Και προσθέτω και Βλαχογιάννη Βλαχοδήμο αν κάνω κέφι. Σε φυσιολογικούς για την ηλικία μου ρυθμούς.

Ναι ρε φίλε.

ΝΑΙ ΡΕ ΦΙΛΕ!

(συγνώμη, καταλαβαίνεις)

~

(μισό να παίξω ένα παιχνίδι όσο εσύ αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο της στιγμής και μεγαλώνει η ζήλια σου και επιστρέφω)

(ουφ, ωραία ήτανε)

Πάμε στα που και πως; Πάμε.

Ένα, αγοράζεις το παιχνίδι απ’ εδώ http://www.gog.com/gamecard/sensible_world_of_soccer_9697. ΔΕΝ επιμένω να το αγοράσεις – σίγουρα κάπου θα μπορέσεις να το βρεις, δεν έκαναν πυρηνική φυσική οι άνθρωποι, έτοιμα δωρεάν προγράμματα συγκέντρωσαν και τα πούλησαν. Αλλά εγώ εκεί το βρήκα, είναι εύκολο, μπαμ-ταμ, ηνστάλ, το προτίμησα από τις εναλλακτικές – έχω και μία ηλικία, πληρώνονται αυτά. Θέλει (πιστωτική ή χρεωστική) κάρτα (ή Paypal, νομίζω) και εγγραφή. [UPDATE: Μέσω @L_Gnou έρχεται και αυτό το link από το abandonia.com (tweet), με το οποίο το στήνεις μόνος σου, δωρεάν (μέρες που είναι…) – χρειάζεσαι όμως, όπως ανέφερα, και το DOSbox]

Δύο, λοιπόν, install. Εμένα δούλεψε, καλή τύχη σε σένα. Τρέξτο, να δεις αν παίζει. Αν παίζει προχωράς, αν όχι, δεν μπορώ να βοηθήσω. Αν έπαιξε, χάσε πέντε μηδέν γιατί πάει γρήγορα, και γέρασες, και κλείστο. Έχεις δουλειά ακόμα. Α, και δώσε φιλιά στον Κούλη.

Τρία, κατεβάζεις από εδώ http://synchronatedswos.blogspot.gr/2012/10/synchronated-swos-2012-13-v1_18.html το τελευταίο update ομάδων. Τσεκάρεις για ιούς αν είσαι έξυπνος (εγώ δεν ήμουν), ένα zip αρχείο είναι, ξεζίπαρέ το κάπου. Ανοιξέ το, έχει έναν φάκελο PC. Μέσα του έχει έναν φάκελο Data και ένα sws.exe. Μετονόμασε το sws.exe ENGLISH.EXE (εγώ το έβαλα κεφαλαία, κάνε όπως γουστάρεις, δεν ξέρω αν υπάρχει πρόβλημα). Θυμήσου που είναι ο φάκελος.

Τέσσερα, πήγαινε εκεί που έκανε install το πρόγραμμα (αν πάταγες κουμπιά χωρίς να διαβάζεις τι λένε μάλλον είναι στο C:\GOG Games\Sensible World of Soccer 96-97\) και θα βρεις μέσα επίσης έναν φάκελο Data και ένα English.exe. Κράτα αντίγραφο και από τα δύο (εγώ το έκανα μετονομάζοντάς τα σε oldData και oldEnglish.exe)

Πέντε, πήγαινε στον προηγούμενο φάκελο, εκεί που unzipαρες (αυτόν που σου είπα να θυμάσαι) κάνε copy τον φάκελο data και το english.exe, πήγαινε στην εγκατάσταση του παιχνιδιού, κάνε paste. Κανονικά, δεν θα σου ζητήσει να αντικαταστήσει τίποτα, γιατί ήσουν φρόνιμος και με ακούς που σου μιλάω.

Έξι, τρέξε ξανά το παιχνίδι. Παίζει; Με γειά. Διασκέδασέ το, φάε πέντε γκολ γιατί δεν πρόλαβες να το μάθεις πριν, βιαζόσουνα – και μετά κλείστο γιατί έχουμε κι άλλα. Δεν παίζει; Κάτι πήγε στραβά. Υπόψιν, δεν μπορώ να βοηθήσω. Σιγουρέψου ότι τα έκανες σωστά, όπως τα γράφω, και αν είσαι σίγουρος, πέτα ένα comment μπας και ξέρει κανείς άλλος.

Επτά, πάμε να κάνουμε το παιχνίδι λίγο πιο αργό. Δηλαδή, φυσιολογικό για την ηλικία μας. Πήγαινε στον φάκελο που εγκατέστησες το παιχνίδι, και άνοιξε το αρχείο dosbox_SWOS.conf με ένα notepad. Έκανες αντίγραφο πριν το κάνεις; Όχι; Θέλω να είσαι πονηρός, να μην είσαι κορόιδο, μόνοι μας τα σκεφτόμαστε αυτά. Κλείστο, κάνε αντίγραφο (ο πιο εύκολος τρόπος είναι επιλέγεις το αρχείο/copy/paste και θα φτιάξει μόνο του ένα Copy of dosbox_SWOS.conf και ξαναάνοιξε το dosbox_SWOS.conf. (Και να σκέφτεσαι την επόμενη φορά. Τι εννοείς αν εγώ κράτησα μπακαπ; Να κοιτάς την δουλειά σου. Ορίστε μας).

Οκτώ, μόλις άνοιξες ένα κατεβατό από γράμματα. Μη σκιάζεσαι, άκου εμένα. Ψάχνεις το cycles=auto (είναι κάπου στην μέση, αν θυμάμαι καλά), και το κάνεις cycles=fixed 10000. Στο δικό μου μηχάνημα, και με την δική μου ηλικία, αυτό είναι που αντέχω (εντάξει;). Σώσε, και τρέξε το παιχνίδι. Σου κάνει; Θαυμάσια. Όχι; Άλλαξέ το σε κάτι άλλο. Όσο πιο μεγάλο το νούμερο, τόσο πιο γρήγορα πάει το παιχνίδι.

Εννιά, πριν κλείσεις το dosbox_SWOS.conf . Εγώ ενοχλούμαι από την fullscreen έκδοση, αν ενοχλείσαι και εσύ, βρες την γραμμή fullscreen=true (κοντά στην αρχή) και κάντην fullscreen=false. Σώσε, παίξε. Παραδόξως με fullscreen πάει λίγο πιο γρήγορα (στο δικό μου μηχάνημα) γι’ αυτό και η επιλογή 10000 στο προηγούμενο.

Δέκα. Πήγαινε εδώ, http://swoes.info/editor_downloads/ και κατέβασε την έκδοση 1.3.0 (ή μεγαλύτερη αν βρήκες αυτό το ποστ οκτακόσια χρόνια αφότου γράφτηκε – να ζήσεις να μας θυμάσαι). Όπως πάντα, scan για ιούς, και αποσυμπίεση. Στον φάκελο που δημιουργήθηκε, βρίσκεις και τρέχεις το SwoEditorS.exe, κάνεις File/Load team file/ πας στον φάκελο data εκεί που εγκατέστησες το παιχνίδι, και επιλέγεις ένα team. Η Ελλάδα, πχ είναι το TEAM.015. Αλλάζεις ονόματα, στατιστικά, εμφανίσεις, πειραματήσου. Σώσε, και θα τα δεις να γίνονται – όταν κλείσεις, και ξανατρέξεις το παιχνίδι. Έχει και help, αξίζει να του ρίξεις μία ματιά.

Και τώρα τράβα, γίνε πάλι παιδί.

Keep SWOS alive! 🙂

(Καμιά φορά, όταν με διαβάζετε, σας δίνεται η εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Μεγάλη η ψευδαίσθηση, και θα την ανατρέψω άλλη μία φορά. Και λυπάμαι, που για άλλη μία φορά δεν πάω με το ρεύμα. Μακάρι ίσως να ήταν αλλιώς, αλλά έτσι είμαι, αυτά σκέφτομαι)

Την Τετάρτη το πρωί, μόλις σηκώνομαι, μαθαίνω για την αυτοκτονία ηλικιωμένου στο Σύνταγμα. Μένω αποσβολωμένος. Βλέπω τα ρεπορτάζ, γίνονται κουβέντες για χρέη, για πρόβλημα υγείας, αναρωτιέμαι αν θα δοθεί βαρύτητα, ηλικιωμένος, 77χρονος, βλέπω τον Μπεγλίτη, στην Τσαπανίδου, live, λέω μεγάλο φάουλ ρε, ακόμα δεν ξέρουμε τι έγινε, και γιατί.

Στον δρόμο για την δουλειά, το σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι πως είναι να ετοιμάζεσαι το πρωί, να κάνεις τέτοιο πράγμα. Είσαι σίγουρος; το έχεις μετανιώσει; το έχεις ξαναδοκιμάσει και άλλες φορές; είναι βαρύ το πιστόλι στην τσέπη; κρύο; το κουβαλάς στο μετρό; κοιτάς τον κόσμο στα μάτια; δεν τον κοιτάς, μη σε καταλάβουν; βαστούν τα πόδια σου; ξέρεις τι πας να κάνεις; έχεις πρόγραμμα; Έχεις προγραμματίσει τι θα πεις πριν; Όταν βγαίνεις; τους κοιτάς ξέροντας αυτό που δεν ξέρουν; ότι θα δουν έναν φόνο; βιάζεσαι να το κάνεις, για να μην μετανιώσεις;

Ανατριχιάζω. Βιαιο πράγμα. Τον φοβάμαι τον θάνατο, πολύ – και στα παπούτσια του αυτόχειρα είναι βαριά η θέση, το βγάζω από το μυαλό μου.

Παρακολουθώ την κουβέντα από το twitter στο γραφείο. Κάποιοι, τον έχουν ήδη αναγάγει σε ήρωα. Μένοντας σε μία κουβέντα που μετέφερε αυτόπτης μάρτυρας ότι δεν θέλει να αφήσει χρέη, μιλούν για έναν απελπισμένο άνθρωπο, θύμα της κοινωνίας. Ο 77χρονος γίνεται βάρκα, για εκφράσει ο καθένας την οργή του. «Γιατί δεν ζώστηκε με χειροβομβίδες, να μπει στην βουλή». «Έστρεψε το όπλο του σε λάθος κεφάλι».

Μένω σιωπηλός. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω.

Γράφω μόνο ένα tweet για το θέμα:

Αυτό.

Λίγη ώρα μετά, διαβάζω το γράμμα που άφησε ο αυτόχειρας. Βρίθει σχολιασμών που δεν με βρίσκουν σύμφωνο – αλλα τους καταλαβαίνω. Βγαίνουν περισσότερα στοιχεία για την αυτοκτονία. Ενας από τους καλύτερους μου φίλος, μου στέλνει ένα μήνυμα:

«ρε φιλε η περιγραφη μοιαζει φοβερα με τον πατερα της!»

Μου κόβονται τα πόδια. Ξέρω την Έμυ χρόνια, αλλά κανέναν άλλο από την οικογένειά της. Μου φαίνεται αδιανόητο. Ρωτάω εναν φίλο που έχει πρόσβαση σε δημοσιογράφο: Το όνομά του αρχίζει από Χριστ; Ναι.

Ταμπλάς.

Επιβεβαιώνεται. Ρωτάω κοινούς γνωστούς. Ναι, αυτός είναι.

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο. Κλαίω όμως για την κόρη του.

Μετα από λίγο, μου έρχεται email από την οικογένειά του, ότι η επιστολή είναι αληθινή, και ένα σκανάρισμά της, γιατί τα μέσα την έχουν πετσοκόψει μόνο σε ότι τους συμφέρει. Επειδή υπάρχουν αρκετοί που αναρωτιούνται, επιβεβαιώνω δικτυακά την επιστολή, χωρίς να αναφέρω την ανάμιξή μου.

Γιατί; Γιατί δεν έχω ακόμα ιδέα.

Όσο ο καιρός περνάει, μαθαίνω περισσότερα για τον Δημήτρη Χριστούλα. Βαθιά πολιτικοποιημένος, αξιοπρεπέστατος σαν άνθρωπος, μόνιμος κάτοικος Συντάγματος όταν οι νέοι θέλησαν να ονειρευτούν.

Σήμερα, στην πολιτική κηδεία του (το πολιτική αντί θρησκευτικής, όχι πολιτική όπως πολιτικοποιημένης) ακούστηκε το ίδιο πράγμα που ακούγεται μέρες τώρα. Συνθήματα, κλάματα, οργή, ελπίδα.

Αλλοπρόσαλλο μέχρι τώρα το κείμενο, ασύνδετο, χωρίς νόημα, το ξέρω. Στα γράφω για να με καταλάβεις. Να δεις πόσο ζαλισμένος είμαι. Αλλά άκου: Ψάχνω, ακόμα, να βρω την θέση μου. Αυτό είναι το θέμα μου. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να φωνάξει τα τελευταία του λόγια σε ένα χαρτί. Είναι ένας άνθρωπος που, αν τον γνώριζες, το πιο πιθανό είναι να του έσφιγγες το χέρι, ακόμα και αν διαφωνούσες μαζί του. Είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που γράφει για καλάσνικόφ και κρεμασμένους στην τελευταία επίγεια δήλωσή του. Ενας άνθρωπος που σήμερα έμαθα ότι ενέπνευσε πολλούς να είναι τίμιοι και ουσιαστικοί, να αγωνίζονται γι αυτά που πιστεύουν, είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που υπογράφει ένα κείμενο με οργή, και απελπισία και κάλεσμα.

Δεν έχω καμία πρόθεση να σου πω τι να σκεφτείς. Καμία. Άκου; Εγώ δεν ξέρω. Ξέρω για μένα: δεν θέλω καλασνικοφ. Δεν θέλω κρεμασμένους. Δεν θέλω αίμα. Αν υπάρχει, προτιμώ να είναι το δικό μου, παρά του απέναντί μου ή του διπλανού μου. Δεν θέλω σκλαβιά, αυτό είναι σίγουρο. Δεν θέλω την βία τους, αυτό είναι δεδομένο. Δεν θέλω υποταγμένους δίπλα μου, αυτό είναι βέβαιο. Αλλα δεν θέλω την ελευθερία μου να την κερδίσω ούτε με κρεμάλες, ούτε με καλάσνικοφ, ούτε με αίμα. Θέλω να την κερδίσω με το δίκιο μου.

(και είμαι σίγουρος, άκου, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος, όσο λάθος και να κάνω, δεν κάνω, ότι και οι δικοί του άνθρωποι, αυτοί που τον λατρεύουν, πιστεύουν το ίδιο πράγμα ακριβώς)

Ταυτόχρονα όμως, σέβομαι τον Δημήτρη Χριστούλα. Όχι γιατί έχω προσωπική ανάμιξη, αλλά γιατί δεν μπορώ να κρίνω κανέναν, δεν είμαι ικανός να κρίνω κάποιον που αποφασίζει για τον εαυτό του. Που γράφει για καλάσνικοφ – αλλα δεν χύνει σταγόνα αίμα άλλου, πλην την δική του. Η απόλυτη αυτοθυσία. Η απόλυτη ειρήνη.

Ταυτόχρονα όμως, και ως πιο βαθύ συμπέρασμα απ’ όλα, θλίβομαι για την απόφασή του να τερματίσει την ζωή του. Αν μη για οτιδήποτε άλλο, ίσως για τους πιο εγωιστικούς λόγους που μπορείς να φανταστείς:

Γιατί ήθελα να τον γνωρίσω.

Ζωντανός, ήταν για τους γύρω του πηγή ειρηνικής έμπνευσης. Ήταν ένας άνθρωπος, από ότι ακούω από όσους τον γνωρίσανε, χωρίς ίχνος από το τετριμμένο «ο νεκρός δε δικαίωτε δεδικαίωται», αλλά με αληθινά, πικρά, ειλικρινή δάκρυα ότι έχασαν έναν πολύτιμο φίλο, έναν πολύτιμο πατέρα.

Ως νεκρός μου στερεί την πρόθεσή μου να διαφωνήσω μαζί του. Να του θέσω τις απόψεις μου. Να επιμείνω. Να τσακωθούμε. Να αλλάξουμε τα δίκια μας.

Θα ήταν ένας θαυμάσιος συνομιλητής, όσο ήταν ζωντανός.

Η πρώτη μου θέση, φαίνεται, είναι πιο σωστή απ’ όλες:

(Πείτε ό,τι νομίζετε στα σχόλια, δεν ξέρω αν θα συμμετέχω. Καταλαβαίνετε ελπίζω.)

Τόσο κάνει η Δημοκρατία σας. Τόσο αποτιμάται. Τον μισθό σας. Τα ευρώ σας. Έχετε καταλάβει λάθος. Λάθος, εντελώς λαθος. Έχετε μπλέξει με τα eurogroup, και τα δάνεια, και τις απειλές, και τις κατάρες, και τα CDS, και τα ευρώ, και τις εξαγορασμένες φωνές σας, και τα αποτιμάτε όλα σε νομίσματα, όλες τις αξίες σε νομίσματα, όλες τις ευθύνες σε νομίσματα, μάθατε να λέτε πόσο κάνει η δημοκρατία; ένα δάνειο; δύο δάνεια; πόσο κάνει η δικαιοσύνη; πόσο κάνει η ευθύνη; πόσο αποτιμάται η αξιοπρέπεια; η τιμή; πόσο κάνει;

Ο κορυφαίος των ελλήνων δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Δεν του ζήτησε κανείς τον παχυλό μισθό του. Δεν θα φτάσει να να βρουν σπίτι οι άστεγοι, δεν θα φτάσει για να γίνει αξιοπρεπές το επίδομα ανεργίας, δεν θα φτάσει για να επιβιώσει μία οικογένεια με τον βασικό μισθό. Δεν θα φτάσει για όλα αυτά. Δεν θα φτάσει για όλους. Δεν του ζητήθηκε αυτό. Του ζητήθηκε όταν μειωνόταν ο κατώτατος μισθός, όταν μειωνόταν το επίδομα ανεργίας, όταν οι δανειστές μας διόριζαν τους καταλληλότερους πρωθυπουργούς, όταν ψεκάζοντας οι αθώοι συνάνθρωποί του, όταν τους χτυπούσαν αναίτια στο κεφάλι, όταν έβλεπε εκείνη την εικόνα στην τηλεόρασή του, όταν άδικα έμπαιναν φόροι που αφορούσαν παλαιότερα έτη, όταν εκβιαστικά συνδεόταν ένας άδικος φόρος με το υπερπολύτιμο για όλους ηλεκτρικό ρεύμα, όταν άκουγε τα ψέματά τους, όταν έβλεπε την προπαγάνδα τους, όταν έβλεπε τις σκοτεινές μηχανογραφίες τους, το μόνο που του ζητήθηκε, το μόνο, το πιο απλό, το πιο ανθρώπινο, ήταν να αντιδράσει:

Να μιλήσει.

Να μιλήσει για δημοκρατία, για αξιοπρέπεια, για ευθύνη, για δικαιοσύνη.

Να μιλήσει, και να τα κάνει πράξη.

Δεν τα θέλουμε τα ματωμένα, τα ψεκασμένα, τα βρώμικα, τα συννενοημένα τα λεφτά σας. Δεν είναι καν δικά σας για να μας τα δώσετε. Είστε διαχειριστές τους με την λαϊκή εντολή μας, και δεν την έχετε πια, όσα κόλπα και αν κάνετε, όσο ξύλο και αν μας ρίξετε, όσο και αν μας τρομοκρατήσετε, για να τα διαχειρίζεστε.

Τα δώρα σας δεν θα φτάσουν για όλους. Εμείς αυτά που θέλουμε, αυτά που απαιτούμε, τα απαιτούμε για όλους.

Έχετε καταλάβει λάθος. Έχετε αντιληφθεί λάθος. Είστε σε λάθος, εντελώς λάθος δρόμο.

Αν έχουμε δημοκρατία, δικαιοσύνη, αν έχετε αξιοπρέπεια, αίσθημα ευθύνης, τιμή, δεν τα θέλουμε τα λεφτά σας.

Και δεν αγοράζονται αυτά που ζητάμε. Όσα λεφτά και να δώσετε.

Υ.Γ.: Διάβασε και τον Μανώλη, είναι το ίδιο εκνευρισμένος με μένα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Ήθελα να κάνω ένα μάζεμα όσων έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο, ως κλείσιμο. Ίσως το κάνω, αλλά τούτο το ποστ το έχω μεγαλύτερη ανάγκη:

Κάτι αλλάζει.

Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να το δεις, αλλά κάτι αλλάζει. Αν γίνεται καλύτερο, ή χειρότερο θα το δούμε αργότερα, αν αξίζει ή αν θα χαλάσει θα το δούμε μεθαύριο – αλλά κάτι αλλάζει, και εμένα μου αρκεί αυτή η ελπίδα του.

Γινόμαστε «μαζί».

Να σου πω τι έγινε το 2011; Έγιναν διαδηλώσεις, έγιναν οι φόροι, έγινε το ξύλο, έγινε η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, έγινε η μείωση του αφορολόγητου στα 5.000 ευρώ (384 σου θυμίζω, μηνιαίως) έγινε το ρίξιμο των συντάξεων, έγινε το ανέβασμα της ακροδεξιάς σε θέσεις εξουσίας, έγινε η μείωση μισθών, έγινε η υπαγωγή εταιριών στο 99, το κλείσιμο καταστημάτων, επιχειρήσεων, οι απολύσεις, η άκρατη και αδιανόητη φορολογική επίθεση, το απίστευτο ρίξιμο χημικών, ξύλου, συλλήψεων σε κάθε αντίδραση.

Να σου πω τι έγινε για μένα το 2011; Έγινε το Σύνταγμα (σε όλη την Ελλάδα). Έγινε το Debtocracy. Αποφασίστηκε το Catastroika. Έγινε το Unfollow. Έγινε το Tarentola. Έγινε η αντίδραση για την Systemgraph. Έγινε η αντίδραση για τον Μόδεστο. Έγινε το Occuppy Wall Street. Οι atenistas. Η οικονομία αλληλεγγύης σε τόσες πολλές μορφές. Το κοινωνικό ωδείο. Το tutorpool. Το Μπορούμε. Και άλλα. Έγιναν τόσα πολλά. Τόσα υπέροχα πράγματα.

Το Σύνταγμα, το debtocracy, οι atenistas, το Unfollow και τα υπόλοιπα, δεν τα αντιμετωπίζω σαν να πρέπει να συμφωνώ ή πολύ περισσότερο να συμφωνείς εσύ μαζί τους. Είναι εντελώς διαφορετικές ενέργειες μεταξύ τους, που γίνονται από πολλούς, διαφορετικούς ανθρώπους μεταξύ τους, με διαφορετικούς προορισμούς, με διαφορετικές ελπίδες.

Έχουν ένα κοινό μεταξύ τους: Το «μαζί».

Όχι «με κάποιους από εμάς ανώτερους από κάποιους από εσάς»:

Μαζί.

Αυτό αλλάζει.

Φίλε, μαζί.

Αυτό το μαζί μου δίνει όλη την ελπίδα που χρειάζομαι για το 2012. Δεν θα θυμώσω λιγότερο με την αδικία, το υπόσχομαι. Αλλά θα κοιτάξω δίπλα μου, και θα βρω κάποιον μαζί μου. Κάποιον που, μέχρι πέρσι έλεγε «εγώ, και οι άλλοι να πα να γαμηθούνε», σήμερα τον βλέπω μαζί μου.

Μαζί χτίσαμε το Debtocracy. Κάποιοι διαφωνούν: θαυμάσια. Μαζί θα χτίσουν την διαφωνία τους. Μαζί χτίσαμε το Σύνταγμα. Μαζί χτίσαμε το Unfollow. Μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά σχολεία, μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά ωδεία, μαζί φτιάξαμε το Catastroika, μαζί κάναμε τα νοσοκομεία των γιατρών χωρίς σύνορα, μαζί τους atenistas, μαζί το Μπορούμε.

Όχι «μαζί» όπως εγώ και οι άλλοι, αλλά μαζί όπως «Εμείς Που Θέλαμε Να». Οι όποιοι εμείς.

Κάποιοι διαφωνούν; θαυμάσια. Μαζί, και αυτοί, θα χτίσουν την διαφωνία τους.

Αν καταφέρουμε να συνυπάρξουμε – και μέχρι τώρα το καταφέραμε!, παρά τις ελπίδες των καταστροφέων κάθε «μαζί»!, αν μπορέσουμε να ανεχθούμε αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε (το debtocracy, τους atenistas, το unfollow, το Σύνταγμα) – όχι, όχι απλώς ανεχθούμε, τους ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ να επικοινωνήσουν ΕΙΔΙΚΑ αν διαφωνούμε μαζί τους, αν οι χριστιανοί πιάσουμε τα χέρια για να προστατέψουμε τους μουσουλμάνους να προσευχηθούν (δες το site Το Κουτί της Πανδώρας), αν είμαστε μαζί, διαφωνώντας, αλλά όχι ακυρώνοντας, με κάθε ανάγκη του άλλου να εκφράσει αυτό το μαζί, αρκεί να είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί, θα έχουμε μία θαυμάσια χρονιά.

Θα έχουμε την επιτυχία όλοι μαζί, αλλιώς, ακόμα και αν αποτύχουμε, θα έχουμε προσπαθήσει όλοι μαζί. Θα έχουμε εκφραστεί όλοι μαζί, θα έχουμε πει δυνατά τι πιστεύουμε, όλοι μαζί. Δεν θα φοβόμαστε, γιατί δεν θα είμαστε μόνοι μας.

Θα είμαστε όλοι μαζί.

Χωρίς αφεντικά, ανώτερους, ισχυρότερους, καλύτερους, σπουδαιότερους, αξιότερους. Αλλά όλοι αφεντικά, όλοι ανώτεροι, όλοι καλύτεροι, όλοι σπουδαίοι, όλοι ικανοί, όλοι ισχυροί, γιατί όλοι μαζί.

Μαζί.

Πιάσε μου το χέρι, αν συμφωνείς, αν πάλι όχι, βρες κάποιον να συμφωνήσεις μαζί του, να δημιουργήσετε κάτι, να φτιάξετε κάτι, να κάνετε μία εταιρία, μία επιχείρηση, μία φιλανθρωπία, ένα μέλλον, μία ιδέα, να βοηθήσετε κάποιον, να γίνετε χρήσιμοι, να φτιάξετε κάτι, μαζί.

Ένα βιβλίο, ένα συσσίτιο, μία πορεία διαμαρτυρίας, ένα περιοδικό, ένα μαγαζί, έναν πολιτικό χώρο, έναν όμιλο, μια δουλειά, μαζί, ίσοι, με εμπιστοσύνη και δύναμη, με ειλικρίνεια και με πάθος γι’ αυτό που πιστεύετε, με βοήθεια προς τα άλλα μαζί, των άλλων, που είναι ίσοι με εσάς και έχουν τα ίδια όνειρα με εσάς, την ίδια ελπίδα με εσάς, την ίδια αξία με εσάς.

Όλοι μαζί.

Θα έχουμε την καλύτερη χρονιά που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό. Το βλέπω να έρχεται, και είμαι πολύ συγκινημένος με κάθε μικρό βήμα που το φέρνει πιο κοντά.

Δεν είναι πια όνειρο. Σιγά σιγά χτίζετεαι, γίνεται πράξη, μας περιβάλλει.

Μαζί φίλε. Μαζί.

Καλή χρονιά.

Η οθόνη, και ένα πληκτρολόγιο.

Όλοι στο σπίτι, κοιμούνται. Εγώ, γράφω. Ξημερώνει Σάββατο, 12 Νοεμβρίου του 2011, μία μέρα μετά. Όχι, δεν ξημερώνει τίποτα. Θα αργήσει να ξημερώσει.

Μέχρι τώρα, η τηλεόραση έπαιζε. Κοιμήθηκα λίγο, όσο χρειαζόταν για να ξυπνήσω να ταΐσουμε την μικρή. Άλλες φορές τρώει εύκολα, άλλες δύσκολα. Βγάζει και γουλίτσες, παίρνει και σιρόπι, σαν την μεγάλη της αδελφή.

Φοβάσαι μην χάσεις όσα αγαπάς μόνο όταν γίνει κάτι που σου στερεί την ασφάλεια ότι θα τα έχεις για πάντα. Όπως την ανθρωπιά σου, ξερώ γω. Ή την τιμή σου.

Δάκρυσα σήμερα.

Ήμουν στο γραφείο, και, κάποιοι άνθρωποι χαμογελούσαν. Νικητές. Όχι γύρω μου: στο γυαλί, στις δηλώσεις. Με νίκησαν. Μου είπαν «κοίτα, η απόλαυση να χτυπήσεις έναν άνθρωπο, η απόλαυση να τον πονέσεις, να τον διώξεις, να τον ξεριζώσεις, να τον κοιτάξεις σαν κατώτερο ον, σήμερα, μόλις τώρα, σε εξουσιάζει. Θα αναφέρεσαι σε αυτήν ως Κύριε Υπουργέ μου. Θα την πληρώνεις, θα την τιμάς, θα την σέβεσαι.»

Αλλιώς; Αλλιώς θα χάσω κάτι από μένα.

Την αξιοπρέπειά μου, την ελευθερία μου, τα παιδιά μου το φαγητό τους, η γυναίκα μου τον άντρα της, ο πατέρας μου τον γιο του.

Νίκησαν.

Πονάει λίγο το συκώτι μου. Δεν είναι η πρώτη φορά, με πονάει μέρες τώρα, μάλλον, μήνες τώρα. Πρέπει να πάω να το κοιτάξω, το αμελώ. Να το σημειώσω στο κινητό μου, απέκτησε ημερολόγιο, καλεντάρι. Όμορφο. Τίποτα πια όμως δεν είναι τόσο αθώα όμορφο.

Πονάει το χαμόγελό τους.

Γιατί μου είπαν, κοίτα, μικρέ μου. Δεν χρειαζόμαστε τανκς. Διάολε, δεν χρειάζεται ΚΑΝ να είμαστε ψεύτες! Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ακροδεξιοί, ότι μισούμε όποιον δεν είναι έλληνας, ότι θεωρούμε έναν συνάνθρωπό μας κατώτερο – και πάλι να μπούμε στην κυβέρνηση! Τα κανάλια που μας φώναζαν τόσο καιρό σε όλα τα παράθυρά τους δικαιώνονται, και δεν θα τα ξεχάσουμε. Σήμερα, η ανάγκη της πατρίδας απαιτεί να μας πουν ήρωες – και εσύ, μικρέ μου, μπορείς μόνο να κοιτάς.

Αλλιώς θα γίνεις σαν και μας. Θα λύνεις τις διαφορές σου με γροθιές.

Κάνει λίγο κρύο. Τα κοινόχρηστα ήταν πολύ ακριβά ήδη, φέτος θα μας γονατίσουν. Χοντρότερα ρούχα, και κάλτσες. Θα μπορούσαμε να μετακομίσουμε, και ίσως χρειαστεί να το κάνουμε – αλλά το σπίτι μας αρέσει, έχει χώρο για τα παιδιά, τώρα που είναι μικρά. Ίσως μετά.

Ότι τους έβαλε το ΠΑΣΟΚ, με γονατίζει. Δεν ξαφνιάζομαι για την σύμφωνη γνώμη της Νέας Δημοκρατίας, ξέρω τι θα πεις, αυτοί είναι οι βασικοί εχθροί τους – ποτέ δεν το χώνεψα πλήρως αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ με γονάτισε. Δεν ήμουν ποτέ ΠΑΣΟΚ, δεν το ψήφισα ποτέ, δεν ήμουν ποτέ κανένα κόμμα άλλωστε, είχα πάντα πολιτική ιδεολογία που δεν καλουπώνεται σε κόμματα, δεν χωράει σε στεγανά. Το είπε το κόμμα και παπαριές – στα αρχίδια μου. Αλλά βλέπεις τους ανθρώπους. Σου πουλάνε έναν σοσιαλισμό. Δεν τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ψηφίσεις – αλλά τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ακούσεις. Να ψάξεις, ανάμεσά τους, έναν καλό, ίσως τίμιο. Που πάει να αλλάξει κάτι. Εκατον πενήντα τρεις από αυτούς λοιπόν, όσοι παρέμειναν σταθεροί στο «ψηφίζω για τελευταία φορά», δικαίωσαν το σίχαμα της ακροδεξιάς, του παρέδωσαν, ανίκανοι, ανήμποροι να κάνουν αλλιώς, την εξουσία, όσο μικρή και να είναι, ή όσο μεγάλη, την τιμή, την αξιοπρέπειά τους. Εκατόν πενήντα τρεις μικροί άνθρωποι, που θέλουν να λέγονται αριστεροί.

Πες ότι θέλεις, έχε ότι γνώμη θέλεις. Τίποτα αξιοπρεπέστερο για μένα στην βουλή, τίποτα πιο ελπιδοφόρο, από την απόλυτη άρνηση της αριστεράς να συμμετέχει σ’ αυτήν την κυβέρνηση. Τίποτα πιο ελπιδοφόρο.

Δάκρυσα σήμερα.

Μία φίλη, ας την πούμε Δανάη, μου είπε μία ιστορία. Η γιαγιά της, αυτόν τον μήνα, παρέλαβε δύο φακέλους. Στην μία επιστολή, γράφει την σύνταξή της: Τετρακόσια ευρώ. Στην άλλη, έχει την ΔΕΗ. Τριακόσια ενενήντα. «Τι να της πω;» μου λέει.

Τι να της πει;

Στο twitter, πασχίζω να γράψω.

Συνήθως όταν θυμώνω, ξεκινάω και ξεχνάω να σταματήσω. Δέκα, είκοσι, τριάντα tweets συνεχόμενα. Λέω, λέω λέω – μέχρι να νιώσω ότι είπα αυτό που ήθελα, όπως ήθελα να ακουστεί.

Σήμερα, πασχίζω να γράψω. Πασχίζω να ψελλίσω. Πασχίζω να εξωτερικεύσω.

Σε ένα από αυτά, γράφω: «Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που το παιδί μου δεν καταλαβαίνει. Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που δεν έχω να γυρίσω σπίτι να του εξηγήσω.» Μια κοπέλα μου απαντά: «Εγώ τι εξήγηση και τι διαβεβαίωση για το μέλλον να δώσω στο παιδί μου, που είναι και παιδί μεταναστών;»

Της απαντώ «δύναμη και κουράγιο. Δεν είναι η εικόνα μας αυτή. Συγνώμη.»

Μετά, αφαιρώ ότι δεν είναι απαραίτητο, μένω στην ουσία. Απαντώ: «Συγνώμη.»

Αυτό λέω στην φίλη μου την Δανάη να πει στην γιαγιά της. Συγνώμη.

Έχουμε δακρύσει και οι δύο, και εγώ και η Δανάη – από απόγνωση. Αυτό να της πεις, της λέω. Συγνώμη.

Αυτή η συγνώμη, έχει πατέρα. Έναν φίλο, που ξέρω ότι ψήφισε ΠΑΣΟΚ, που ξέρω ότι είναι τίμιος, που ξέρω ότι τα όχι που έχει πει έκτοτε του έχουν κοστίσει πάρα πολλά, που στις 16:06 μου έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό.

«Τι να πω… Συγνώμη»

Σκέφτομαι τον Γλέζο, συχνά. Έχω μεγάλη εκτίμηση, μπορεί να μην συμφωνώ πάντα μαζί του, αλλά είναι άνθρωπος αξιοπρεπής, σπάνια εικόνα. Δίπλα δε στους άλλους, ακτινοβολεί.

Θυμάμαι ότι τον ψέκασαν, ανθρωπάκια, σε μία πορεία που εγώ δεν ήμουν εκεί, και ήταν εκείνος.

Θυμάμαι πόσες ιστορίες έχω ακούσει για όλα εκείνα που εκείνος θυσίασε, και εγώ όχι.

Θα δει τον Βορίδη υπουργό. Αυτός ο άνθρωπος, που του χρωστάω πολλά για την ελπίδα, θα δει τον Βορίδη υπουργό.

Πως να τον κοιτάξω στα μάτια;

Με τι μούτρα να του ζητήσω συγνώμη;

Τηλεοπτικό παράθυρο. Ο Αθανάσιος Πλεύρης γειτονιάζει τον Σπηλιωτόπουλο. Στην μέση, η Στάη. μοιάζει θυμωμένος – δεν πήρε, φαίνεται τίποτα. Αδικήθηκε. Δεν ακούω τι λέει, είμαι πολύ θυμωμένος. Μοιάζει με παιδάκι, σκέφτομαι τον πατέρα του, σκέφτομαι τον Γλέζο.

Είμαι πολύ θυμωμένος, ναι. Αλλά είμαι απόλυτα απογοητευμένος.

Ο βουλευτής, ο πράσινος, ο μπλε, στις 19 Φεβρουαρίου, αν έχουμε Ελλάδα μέχρι τότε, αν έχουμε Ευρώπη, αν έχουμε Σύνταγμα, αν έχουμε βουλή, αν έχουμε δουλειά, αν έχουμε ευρώ ή αν έχουμε δραχμή, στις 19 Φεβρουαρίου ο βουλευτής θα απλώσει το υπέροχο προσωπάκι του, φωτοσοπιασμένος, τριάντα χρόνια νεότερος, με άψογο σακάκι και χτένισμα, και θα γράψει από κάτω κάτι σαν «για να ξαναβρούμε την ελπίδα», ή «για την Ελλάδα», και θα εμφανιστεί, χάρτινος, μονοδιάστατος, στο γυαλί, στην αφίσα,

…και γω θα θυμάμαι την έκφραση του Βέγγου, όταν βλέπει ότι το παιδί του είναι ναζί.

Την πλήρη, απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη απογοήτευσή του.

Θα αργήσει να ξημερώσει.

Συμπάθα με, όχι σχόλια σήμερα.

(μόλις το έγραψα, το ξαναδιάβασα αυτό το ποστ. μια συμβουλή: μην το διαβάσεις.)

Sad clown

Δεν ξέρω πως φτάσαμε ως εδώ. Κοιτάω που φτάσαμε, κοιτάω πως να διαφύγουμε, αλλά, πραγματικά, είμαι πολύ, πολυ απογοητευμένος.

Όλα είναι σκατά.

Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε πιθανή λαϊκή εντολή. Το κράτος υπολειτουργεί, σε όλους τους τομείς. Χρήματα λείπουν από παντού, οι πολίτες έχουν σταματήσει να το εμπιστεύονται, βγαίνουν νόμοι αναδρομικοί, σκαρφίζονται κάθε τρόπο, νόμιμο ή ακόμα και παράνομο, με τους πιο γελοίους όρους, για να κλέψουν, στην ουσία, χρήματα από τον πολίτη. Ζητούν να ξανακάνεις περαίωση, ακόμα και αν έχεις ήδη κάνει στο παρελθόν, ακόμα και αν έκανες κάθε-προηγούμενη-χρονιά, ακόμα και αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις. Κρύβουν χαράτσια στους λογαριασμούς της ΔΕΗ για να τα δώσεις, ακόμα και εκβιαστικά. Ταυτόχρονα, κάθε αγορά είδους πολυτελείας γίνεται χωρίς ποθεν έσχες, αποκλειστικά για να ξαναέρθει το χρήμα που την κοπάνησε στο εξωτερικό.

Ταυτόχρονα, κάθε ποσό άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ φορολογείται, κάτι που σημαίνει ότι όποιος παίρνει περισσότερα από 380+ ευρώ τον μήνα, καλείται να πληρώσει στο τέλος του χρόνου. Όποιος το σχολιάζει γίνεται λαϊκιστής και λοιδορείται. Οι πολίτες αρνούνται να πληρώσουν. Γκρεμίζοντας κάθε αίσθηση νομιμότητας ή δικαιοσύνης, αρνούνται τις επιταγές του κράτους. Δεν πληρώνω, από δικαίους και αδίκους, ξεσφραγίζουν κουτιά της ΔΕΗ, όποιος θέλει, όπου θέλει, όπως θέλει αρνείται να πληρώσει, αρνείται να υπακούσει. Βγαίνει νόμος για το κάπνισμα στα μαγαζιά, κάποιοι βαράνε πέντε-δέκα ελεγκτές, αρνούνται να ελέγξουν, ο νόμος ισχύει, αλλά δια της ράβδου δεν εφαρμόζεται. Ο κόσμος στέλνει ο,τι να ναι στις εφορίες που δεν έχουν ελεγκτές να δουν τι από αυτά ισχύει και τι όχι. Από την άλλη, το κράτος αλλάζει κάθε-γαμημένη-μέρα τους κανόνες, σήμερα αποδείξεις, αύριο κάρτες, μεθάυριο πάλι αποδείξεις γιατί δεν υπάρχουν μηχανήματα παντού, παραμεθαύριο πάλι κάρτες. Μαζέψτε, μην μαζεύετε, μαζέψτε πάλι. Παράνοια.

Οι μαθητές χωρίς βιβλία ξεκινάνε τις τάξεις, άλλοι κάνουν κατάληψη, άλλοι σπάνε τα σχολεία, καταστρέφουν τα πάντα. Οι εργαζόμενοι στον δήμο απεργούν, δεν απεργούν, κάνουν κατάληψη στις χωματερές, δεν μπορούν να απεργήσουν, παίρνουν λιγότερα πια, είναι πιο ακριβή η απεργία, δεν αντέχουν οικονομικά να διεκδικήσουν, οδηγούνται σε παρανομίες. Παράνοια. Τα σκουπίδια μαζεύονται στους δρόμους, παιδιά σε σχολεία λιποθυμούν από ασιτία, ναι ρε φίλε, από ασιτία, (διαψεύστηκε) γίνονται καταγγελίες, δεν οδηγούν πουθενά. Γονείς χωρίς δουλειά, άνθρωποι χωρίς μέλλον. Κρατήσεις σε δημοσίους υπαλλήλους για την ενίσχυση των ανέργων, μειώνονται διαρκώς οι μισθοί, ανακοινώνεται αύξηση μισθών με το ενιαίο μισθολόγιο, ισχύει – αλλά έχουν ήδη κοπεί όλα τα επιδόματα, δίκαια και άδικα, τελικά είναι μειωμένος ο μισθός.

Οι πολίτες βγάζουν κρεμάλες στους δρόμους, κρε-μά-λες, οι πολιτικοί είναι αδύνατο να περπατήσουν. Γίνονται δηλώσεις ανυπακοής ως επανάσταση από βουλευτές, πνίγονται μετά στην αίθουσα ψηφοφορίας πίσω, όχι μόνο από μισόλογα, αλλά και από ξεκάθαρες δηλώσεις εκβιασμού. Ουδείς ασχολείται. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν πάρει μία ιδιότυπη ασυλία, ακόμα και αν υπάρχει ξεκάθαρη ευθύνη, καλύπτεται από παραγραφή. Άνθρωποι που από κατηγορητήρια, με στοιχεία, έχουν φάει ότι τρώγεται, που εμπλέξανε γυναίκες, παιδιά, off shore, εκκλησίες, τον θεό τον ίδιο, είτε δεν αγγίζονται, είτε τα ονόματά τους γίνονται γνωστά μόνο κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων κομμάτων. Επιχειρηματίες πηδάνε από το παράθυρο, αυτοπυρπολούνται, δεν μαθαίνει κανείς τίποτα.

Τα δελτία ειδήσεων και οι στήλες των εφημερίδων έχουν γεμίζει από αυτόκλητους σωτήρες, κουστουμάτους των δεκάδων χιλιάδων ευρώ που μιλάνε με άνεση για τον κατώτατο μισθό, στρατευμένους δημοσιογράφους που λειτουργούν με εκβιασμούς, απειλές και σκορπίζουν κατηγορίες, και αυθεντικούς γνώστες (και «γνώστες») που αυτοδιαψεύδονται προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν ένα σύστημα χωρίς καμία απολύτως σταθερά. Δημοσιογράφοι και «δημοσιογράφοι» που κάνουν τα δελτία τύπου είδηση, και τα ευχολόγια σίγουρο μέλλον. Και ποιοι παρακολουθούν; Επιχειρηματίες που καταρρέουν, μαγαζιά που κλείνουν διαρκώς, άνθρωποι που χάνουν την δουλειά τους, και δεν βρίσκουν ούτε έναν-χρόνο-μετά, μετά από άπειρες αποστολές βιογραφικών, παρακάλια, βύσματα και μέσα.

Άνθρωποι χωρίς μέλλον, που φωνάζουν «να καεί το μπουρδέλο η βουλή», και η φωνή τους ενώνεται με ακροδεξιούς που νομιμοποιούνται σε βουλή και δήμους, που κυκλοφορούν άνετα πλέον με μαχαίρια και λοστάρια, που η φωνή τους ενώνεται με ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει στο δημόσιο ούτε μία μέρα, ή στην μονάδα τους ούτε μία μέρα, και όλοι αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιο ανερχόμενη εργασία αυτήν την στιγμή, τις δυνάμεις ασφαλείας, τα ΜΑΤ, που χτυπούν ακαριαία, δεν λογοδοτούν πουθενά, δημοσιογράφους, πολίτες, παιδιά, χωρίς οίκτο, χωρίς αιδώ. Και έτσι, έχεις άλλον έναν λόγο να μην κατέβεις σε πορείες έτσι και αλλιώς χωριστές, άλλοι εδώ, άλλοι εκεί, και αν είσαι με τους από εκεί να μην μπορείς να τραγουδήσεις τα συνθήματα των από εδώ, συνθήματα έτσι και αλλιώς παρωχημένα, φτιαγμένα από ξύλινους ανθρώπους, αχυρανθρώπους, συνδικαλιστές που δεν μπορούν να απολυθούν, που δεν δούλεψαν ποτέ, που δεν νοιάζονται, μερικοί εκ των οποίων θα γίνουν γενικοί γραμματείς και υπουργοί αύριο, μίας Ελλάδας διαλυμένης.

Μιας Ελλάδας που το μέλλον της εγκλωβισμένο σε σχολές και παρατάξεις, σε μαφία των τάξεων και των εξωθεσμικών, πασχίζει να βρει μία ακτίνα φωτός έξω, έξω όπου και να είναι αυτό. Σκλαβοπάζαρα στην Αυστραλία ή μία τυχερή θέση στην Αγγλία. Μα και έξω να πεινάνε, να μαθαίνουμε τα κόλπα τους, να βαπτίζουμε την απόλυση εφεδρεία, μισούς μισθούς για μισή δουλειά, απλήρωτοι για μήνες, να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι. Να μην πληρώνεσαι αλλα να μην είσαι απολυμένος να πάρεις τουλάχιστον επίδομα. Παράνοια.

Τα κανάλια να παίζουν τις ίδιες αηδίες κάθε μέρα, τα εξώφυλλα των εφημερίδων να εκβιάζουν, πότε για δικό τους όφελος, πότε για μία πατρίδα που έχουν να της εξοφλήσουν το ΙΚΑ πέντε χρόνια τώρα. Ο διπλανός μου να μην κόβει αποδείξεις, ο άλλος να ακριβαίνει ως καρτέλ το ήδη ακριβότερο πετρέλαιο, το γάλα, την τιμή της μονάδας στο κινητό, όλοι μαζί συννενοημένοι να σε χρεώνουν στα 45» πλέον, όχι στα 30», συννενοημένοι, στα μουγγά, και εσύ να μην έχεις ούτε αυτά να δώσεις.

Εταιρίες να μπλέκονται σε σκάνδαλα, εκατομμύρια ανασφάλιστα αυτοκίνητα, να παρακαλάς να μη σε βαρέσει κανένα, κλοπές, πρεζόνια, ημεδαποί και μη με στιλέτα στην τσέπη τα βράδια, ο κάθε Ψωμιάδης να κατουρά σε ένα σάπιο δικαστικό σύστημα, και να βγαίνει γελώντας ενώ μόλις τον πιάσανε γιατί τον κυνηγούσε ιντερπολ και ως φυγά, δίπλα ο άλλος να παθαίνει καρδιακό γιατί χρώσταγε τρία χιλιάρικα. Παράνοια. Σε κάθε προσπάθεια σωτηρίας θα χωθεί και κάποιος τραμπούκος, θα κάνει την ελπίδα στρατευμένη, τελικά θα φύγεις αηδιασμένος, το όνειρο να γίνεται σαπίλα.

Και στις ειδήσεις, να σε απειλούν με όρους ακαταλαβίστικους, σπρεντ, κούρεμα, αγορές, να μην καταλαβαίνεις, να θες πέντε μάστερ να δεις ειδήσεις, ο Πάγκαλος να σου λέει μαζί τα φάγαμε, ο Χρυσοχοϊδης να μιλά για επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ο Παπουτσής να δικαιολογεί τον ματατζή που κοπανάει τον άνθρωπο που λέει μη με βαρέσεις, και εμείς να κοιτάμε όταν ατιμώρητα χημικά με σκοπό να δολοφονήσουν ρίχνονται στους αποπνικτικούς χώρους του μετρό, χτυπώνται γιατροί που παρέχουν πρώτες βοήθειες, απλοί άνθρωποι με παιδιά.

Κόμματα υπερχρεωμένα σε τράπεζες, αληθινά χρεωμένα, με δάνεια, πολιτικές χρεωμένες σε επιχειρηματίες που τις κράτησαν ζωντανές, σε Ευρωπαίους, σε Αμερικανούς, σε ισραηλινούς, σε Κύπριους και Τούρκους, σε μπίζνεσμαν, από την Σαουδική Αραβία, στο κεφάλαιο, τους Κινέζους, που μοιράζονται ορυχεία χρυσού, άφαντες μελλοντικές πετρελαιοπηγές, αοζ, που στέλνουν καράβια με γιατρούς στο έλεος των οποίων θέλουν να τα βυθίσουν, απόπειρες δολοφονίας Ελλήνων πρωθυπουργών, φυσικά αέρια, ψυχρός πόλεμος στα πόδια μας, κοιτάμε, χαζεύουμε αμίλητοι.

Και σε όλα αυτά, κανένα μέλλον, καμία διέξοδος, μπροστά μας χρεωκοπία, οι ίδιοι πολιτικοί, οι ίδιες ιδέες, καμία ελπίδα, τίποτα ορατό.

Χρεωκοπία ρε φίλε. Χρεωκοπία.

Υ.Γ.: Video που κοινοποίησε η @Cyberela

Ζούμε ένα μάτριξ. Μία παράλληλη πραγματικότητα. Όπως στον Κυνόδοντα, που το μουνί βαφτίζεται μεγάλη λάμπα, έτσι και εδώ, οι νονοί της πραγματικότητάς μας, αλλαζουν λέξεις, νοήματα, για κάτι που το νιώθουμε πως είναι κάτι άλλο, αλλά μουδιασμένοι το ακούμε, ξανά και ξανά, μέχρι να το εμπεδώσουμε, ξανά, ξανά, έτσι που οι απολύσεις βαπτίζονται «πρόοδος», ο δανεισμός «σωτηρία», το ξύλο της ασφάλειας (που τώρα τον ρόλο της έχουν αναλάβει τα ΜΑΤ) «εθνική ασφάλεια», τα κυβερνητικά ανακοινωθέν βαπτίζονται «Δελτία Ειδήσεων», η αποδοχή των όρων «φρόνιμη στάση», η μη-αποδοχή «προδοσία», ο νόμιμος, πειθήνιος πολίτης βαπτίζεται «πατριώτης», ο μόνιμος φόρος «έκτακτος», το χαράτσι βαπτίζεται «ενίσχυση», η κλοπή βαπτίζεται «εισφορά», ο παπάς βουτάει τις λέξεις στο νερό, βγαίνουν άλλες, πιο ωραίες, πιο αποδεκτές, ο συνταξιούχος χάνει μέρος της σύνταξής του, είναι πια «λαός με κατανόηση», όχι υποσιτισμένος, όχι «φτωχός», προς θεού όχι «κάτω από το όριο της φτώχιας», όχι, είναι αυτός που καταλαβαίνει, πεινάει, βέβαια, το κατανοούμε, συμπάσχουμε, όχι αδιαφορούμε, το βαφτίσαμε αλλιώς και αυτο, έγινε «συμπάσχουμε», δεν προσέχεις, αχ, γιατί δεν προσέχεις, αυτός που χτυπάμε στο Σύνταγμα, που παρακαλάει να μην τον χτυπήσουμε, αυτός, είναι «αναρχικός», φοβού, μην του μπαντάρεις το κεφάλι, καίει ανθρώπους, είναι φονιάς, ο γιατρός στο μετρό που περιθάλπει ανοιγμένα κεφάλια είναι τραμπούκος ρε, μακρυά, μακρυά, ο διπλανός σου είναι δημόσιο, κακός, κακός, σε ταλαιπωρούν, μη τους μιλάς, θέλουν την θέση σου, την ευημερία σου, ο ταξιτζής, ο γιατρός, ο γιατρός είναι «φοροφυγάς», τι θα πει ποιος, όλοι, όλοι, ο νέος που χάνει την δουλειά του, όχι εσύ, όχι εσύ, ο άλλος, μη σε νοιάζει, η χώρα θα αναθαρρήσει, είσαι ο λόγος που βγαίνουμε από το τούνελ, την στενωπό, δεν υπάρχουν διλήμματα στην δημοκρατία, το λένε οι νονοί μας, η εθνική μας προδοσία έγινε «θυσία», «αδιαφορία για το πολιτικό κόστος», η πείνα βαπτίζεται «σπρέντς», και οι οχτροί βαπτίζονται «αγορές», όχι τοκογλύφοι, όχι!, άμα σου έλεγαν ότι τα δίνεις στους τοκογλύφους θα τα έδινες ρε; για σένα βρε τα κάνουμε όλα αυτά, αχ, αχ, λίγο να καταλάβαινες, να πρόσεχες τα λόγια μας, λιγάκι ρε γαμώτο, θα ήταν τόσο σαφές πια.

Αχάριστε. Δεν προσέχεις πια τις νέες λέξεις, τα νέα νοήματα. Δεν προσέχεις, πρόσεξε λίγο, θα καταλάβεις. Θα καταλάβεις.

Το λένε οι νονοί μας ρε.

Αυτοί που από άνθρωπο σε βάπτισαν αριθμό.

Κανένας σεβασμός πια, κανένας.

Προσθήκη 12 Νοεμβρίου 2011: Να μην ξεχάσουμε αυτούς που βάπτισαν την ακροδεξιά, το μίσος, τον φασιμό «εκλεγμένη κυβέρνηση». Προς θεού, να μην το ξεχάσουμε ποτέ αυτό.

Μάζεψα τα tweets της Παρασκευής. Δεν είχα σκοπό να τα πω, αλλά, τα μαζεύω, τα μαζεύω – κάποια στιγμή. Επειδή με εκφράζουν όμως, και επειδή το twitter ξεχνάει πολύ εύκολα, τα μάζεψα εδώ:

Η Σούλα Μερεντίτη απηύδησε εχθές. Ένιωθε βαθύτατα αριστερή, και πετάχτηκε μία με κάτι γάλατα και κάτι ψωμιά και την έκανε να νιώσει δεξιά. [tweet]

Κατανοώ την αγανάκτησή της. Έχει δείξει άλλωστε η κυρία Σούλα Μερεντίτη στο κοινοβούλιο τις αριστερές της πεποιθήσεις, τόσες ψηφοφορίες πια. [tweet]

Το πρόβλημά μου με την Μερεντίτη δεν είναι αν παρεξηγείται που δεν είναι (πια) αριστερή. Το πρόβλημά μου είναι αν δεν το έχει καταλάβει. [tweet]

Και η Μερεντίτη, και οι υπόλοιποι θα έπρεπε από νωρίς να καταλάβουν ότι τους κοροϊδεψαν(;) &το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια(;) αριστερό. [tweet]

Την αδυναμία τους όμως να κατανοήσουν, την εισπράττουμε εμείς ως σκληρό κράτος. Δεν θα πονάει για πολύ ΜΟΝΟ εμάς όλο αυτό, νομίζω. [tweet]

Τεσπα,αυτοί νιώθουνε αριστεροί,εμείς νιώθουμε βιασμένοι, ο πρωθυπουργός νιώθει πιεσμένος,το κεφάλαιο νιώθει πεινασμένο.. Όλοι κάπως νιώθουν. [tweet]

Δεν γαμιέται. Ο καθείς ότι σπέρνει θα θερίσει. Εμείς ψηφίζαμε λαμόγια, και θερίζουμε τώρα. Αυτοί ψηφίζουν πείνα, και θα θεριστούν αύριο. [tweet]

Φοβάμαι μόνο μην έχουν την έκπληξη της Μερεντίτης αύριο. Μη πουν «μα γιατί; εγώ είμαι αριστερός! είμαι με τον λαό!». Από την άλλη, μπορεί να θέλουν να μαυριστούν ως ηλίθιοι, όχι ως προδότες. Μπορεί να ετοιμάζουν από τώρα την απολογία τους. [tweet][tweet]

Αυτήν την έκπληξη δεν θα την αντέξω. Όχι τίποτα άλλο, θα σημαίνει ότι δεν φωνάξαμε «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΕΙΣΤΕ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ» αρκετά δυνατά σήμερα. [tweet]

Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να είναι καλύτερη μία Ελλάδα που πεινάει,αλλά που ψηφίζει με αξιοπρέπεια τους καλύτερούς της. Ίσως, χαλάλι. [tweet]

Απλώς θέλω να θυμάμαι την έκφραση οργής της κυρίας Σούλας της βουλευτού. Που ο «λαϊκισμός» της Κανέλλη της έπεσε βαρύς. [tweet]

Γιατί, αυτό θέλω να πω από το πρωί, δεν έχω θυμώσει με την Κανέλλη. Γιατί η Κανέλλη είπε στο κοινοβούλιο (όπως και ο Τσίπρας παλαιότερα) αυτά που θέλω να πω ΕΓΩ. Ότι, ένα καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι γάλα, είναι ήδη το ένα πέμπτο των εξόδων του έτους μιας οικογένειας που θα φτάσει το αφορολόγητο όριο. Το ένα πέμπτο. Ένα γάλα και ένα ψωμί. Ότι τα πέντε χιλιάδες αφορολόγητα, είναι για μηνιαίο μισθό 384 ευρώ. Οπότε, δεν μιλάει η Κανέλλη με τα smart και τις πισίνες στο κοινοβούλιο – μιλάω εγώ. Εγώ. Και λέω ότι ένας πολίτης με 384 μισθό τον μήνα δεν μπορείς να τον φορολογείς επιπλέον. ΔΕΝ – ΜΠΟΡΕΙΣ. Δεν μπορεις να του πάρεις ΚΑΙ ΑΛΛΑ. Δεν βγαίνει ούτε με αυτά. Δεν μπορείς. [tweet] [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Στ’ αρχίδια μου λοιπόν αν το λέει η Κανέλλη, αν το λέει η Σακοράφα, ή αν το λέει ο Φούφουτος. Το λέω ΕΓΩ. Εμένα εκπροσωπεί η Κανέλλη. Την δική μου φωνή μιλάει. Ας το πει η Μερεντίτη – δεν με νοιάζει. Αρκεί ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ να το ψηφίσει μετά. Διότι, δεν φτάνει να το λες, πρέπει να έχεις τα αρχίδια να μην το ψηφίσεις μετά. Είτε άκοπα, όπως η Κανέλλη, ή ο Τσίπρας, είτε με κόπο όπως η Σακοράφα και ο Κουρουπλής [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Αυτοί λοιπόν, μιλάνε για μένα, ψηφίζουν για μένα, και με εκπροσωπούν τίμια. Δεν πρόκειται περι λαϊκισμού, και αν είναι έτσι, είναι ο καλύτερος, ο πιο τίμιος λαϊκισμός που είδε αυτή η γαμιόλα η βουλή εδώ και χρόνια. [tweet] [tweet]

Είτε από την Κανέλλη με τις πισίνες, είτε από την «Πασόκα» την Σακοράφα, είτε από τον «προδότη» Τσίπρα, είτε από τον Κουρουπλή. [tweet]

Οπότε, όσοι κκ βουλευτές ενοχλούνται από τον λαϊκισμό του κάθε τύπου εκει μέσα που με εκπροσωπεί, ευχαρίστως να τους εξηγήσω εγώ που δεν έχω ούτε πισίνες, ούτε σμαρτ, ούτε πασοκικό παρελθόν, ούτε τίποτα. Ας ρωτήσουν την πηγή του κειμένου. Ευχαρίστως να τους εξηγήσω. [tweet] [tweet]

Για να μην έχουν αυτήν την βλακώδη έκφραση μετά, όταν θεριστεί ότι έχουν σπείρει. [tweet]

Υ.Γ.: Τα link δεν είναι για να τα ακολουθήσετε εσείς. Είναι για να θυμάμαι εγώ, ότι όντως, αυτά ήθελα να πω, και αυτά είπα.

Εχθες το βράδυ, μία ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου.

Σκέφτηκα να δώσουμε ένα όνομα στο βάρβαρο και επικίνδυνο έθιμο των βεγγαλικών. Να του δώσουμε το όνομα του νεκρού επτάχρονου παιδιού.

Να πάμε στην οικογένεια, και, με όλο το σεβασμό στο κακό που τους βρήκε, να τους ζητήσουμε να κάνουμε το όνομα του επτάχρονου, αθώου παιδιού σύμβολο, σύμβολο για να θυμούνται όλοι πόσο σκληρό μπορεί να γίνει αυτό το ανόητο έθιμο.

Αφού πάρουμε την έγκριση της οικογένειας που πενθεί, που οδύρεται πάνω από το πληγωμένο κεφαλάκι του, να λέμε, κάθε Πάσχα από εδώ και μπρος, την ημέρα της Ανάστασης ημέρα που σκοτώθηκε αυτό το παιδάκι.

Είμαι σίγουρος πως ο Ιησούς δεν θα είχε αντίρρηση. Θα έπαιρνε την ημέρα του πίσω, όταν όλοι αυτοί που γιορτάζουν την ανάστασή του, θα σταματούσαν να τροφοδοτούν τον χάρο με μικρά παιδάκια.

Θα την λέγαμε μέρα Ανάστασης του Ιησού, και θανάτου του μικρού παιδιού. Όλοι. Εκκλησία, Τύπος, εμείς, τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, μόνο αυτό, δεν θα λέγαμε «μην ρίχνετε βεγγαλικά», «μην σκοτώνεστε μεταξύ σας», «μην στερείτε την ζωή σε κανέναν» – θα λέγαμε θα γιορτάσουμε την Ανάσταση του Ιησού, και θα κλάψουμε τον θάνατο του μικρού.

Κάθε χρόνο.

Είμαι σίγουρος πως κανένας δεν ήθελε να σκοτωθεί ο μικρός, και θα είχαν όλοι δεύτερες σκέψεις, πριν ρίξουν, και θα τους κοίταζαν οι δίπλα με αποδοκιμασία, γιατί κάποιος είδε τον εικοσιπεντάχρονο να το πετά το δολοφονικό βεγγαλικό, και τα προηγούμενα που πέταξε, και τα προηγούμενα που πέταξαν όλοι οι άλλοι, και τα ανέχθηκε, ε, δεν θα τα ανεχθεί πια, γιατί θα σκοτώσουν αυτόν, το παιδί του, ένα ξένο παιδί, ένα όχι και τόσο ξένο επτάχρονο παιδάκι.

Δεν θα ξεχάσει κανείς το επτάχρονο παιδάκι.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα το θυμόντουσαν οι άνθρωποι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή σε ένα επτάχρονο παιδάκι;

Καθώς όμως η νύχτα προχωρά, η ελπίδα μου, ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, αν δώσουμε όνομα σ’ αυτόν τον σατανά, που βάζει πιστούς ανθρώπους να σκοτώνονται μεταξύ τους, αυτή η ελπίδα – δεν κρατάει πολύ.

Μου μένουν στο μυαλό τα επεισόδια που έκαναν οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, το βράδυ.

Τελικός Κυπέλλου, ο αντίπαλος άγνωστος, μικρός – κανένας λόγος για αντιπαράθεση. Θα μπορούσε να είναι γιορτή, γιορτή της μπάλας, γιορτή κυπέλλου, γιορτή για την ΑΕΚ, αν κέρδιζε, ή προβληματισμός αν έχανε, αλλά πάντως γιορτή.

Δεν έχουν αντίπαλους απέναντί τους, ορκισμένους εχθρούς – έχουν τις οικογένειες των παικτών της άλλης ομάδας, σημαντικά λιγότερους φιλάθλους, και ΜΑΤατζίδες που δεν θα είχαν καμιά δουλειά εκεί αν οι ίδιοι οι οπαδοί της ΑΕΚ δεν είχαν χαλάσει τον κόσμο λίγες ώρες πριν.

Αυτά που ακολουθούν δεν τιμούν κανέναν.

Λίγους μήνες πριν λοιπόν, μία υπάλληλος του ίδιου σταδίου, μεταφερόταν στο νοσοκομείο με λιγότερα δάκτυλα στο χέρι της. Έπιασε μια κροτίδα, δεν ήξερε τι να την κάνει (υπάλληλος ασφαλείας που φτηνοπληρονώταν, για ώρες δούλευε, καμία ασφάλιση προφανώς, το ξεχάσαμε αυτό το σκάνδαλο) σκάει στο χέρι της, μένει με λίγα δάκτυλα λιγότερα, φωνάζει, ουρλιάζει, την μεταφέρουν σηκωτή στο νοσοκομείο.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα την θυμόντουσαν οι φίλαθλοι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει δάκτυλα από έναν αθώο άνθρωπο;

Αλλά, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Οι οπαδοί, πιο βάρβαροι από ποτέ, δεν σκέφτηκαν καν αυτήν την κοπέλα. Ίσως γιατί δεν είχε όνομα.

Λίγα χρόνια πριν, ένας 29χρονος έχανε την ζωή του σε γήπεδο της Λάρισας. Μία φωτοβολίδα, ριγμένη με όπλο, από την απέναντι κερκίδα, καρφώνεται στην καρωτίδα του.

Και ο 29χρονος Χαράλαμπος Μπλιώνας είχε όνομα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Ίσως τα παιδιά που μαλακίζονταν εχθές το βράδυ, δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο Χαράλαμπος Μπλιώνας.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα τον είχαν θυμηθεί οι φίλαθλοι. ΘΑ τον είχαν θυμηθεί οι άντρες ασφαλείας και οι αστυνομικοί που ελέγχουν τον χώρο και την ασφάλεια όσων είναι μέσα. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή από έναν αθώο φίλαθλο;

Οι ελπίδες, νιώθω, είναι σαν σπόροι. Μπορώ να τις προτείνω, να τις φυτέψω, αλλά αν δεν έχουν χώμα, αν δεν έχουν νερό, δεν θα μεγαλώσουν – δεν θα γίνουν τίποτα. Θα μείνουν ελπίδες, ελπίδες για ένα μέλλον με περισσότερη λογική, περισσότερο συναίσθημα.

Ελπίδες για ένα μέλλον που θα θέλαμε να αλλάξουμε, ώστε να μην σκοτώνεται κανείς, να μην χάνει χέρια, δάκτυλα, μάτια κανείς, να μην χαλάει κανείς την ζωή κανενός για ένα βάρβαρο, απαράδεκτο έθιμο, ή για μία βλακώδη επίδειξη δύναμης.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόταν ένα όνομα. Θα είχαμε αρκετό μυαλό για να μην επαναλάβουμε τα λάθη μας, αυτά τα ανούσια, βλακώδη, εκληματικά λάθη, ποτέ ξανά.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόμασταν ονόματα θυσιασμένων.

Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα αρκούσε να θυμόμαστε.

ACE Collectible Garbage Truck

Η Ελεάνα είδε τα προσεκτικά διαλεγμένα σκουπίδια της ανακύκλωσης να καταλήγουν στο ίδιο σκουπιδιάρικο που, δευτερόλεπτα πριν, αφομοίωνε τις πάνες και τα τρόφιμα.

Όταν μου το περιέγραφε, είχε ένα σταμάτημα το βλέμμα της.

Μία απογοήτευση.

Μία ώρα πριν, (μια ώρα πριν ρε φίλε!), ο υπολογιστής μου δεχόταν καταιγισμό από φωνές, κραυγές και κατάρες, καθώς αναμετέδιδε, για άλλη μία φορά, στιγμές της Κερατέας.

Εκεί, που ένα κράτος, πασχίζει να χτίσει μία μονάδα διάθεσης σκουπιδιών. Κόντρα σε στην αρχή ήρεμους, ύστερα εξαγριωμένους πολίτες, με όπλο ασπίδες, κράνη εξαρτήσεις, αφθονία χημικών που, καθώς καταγγέλλεται μπορεί να είναι υπεύθυνα για τον θάνατο ενός αγέννητου παιδιού, πολλούς, πολλούς τραυματισμούς ρε φίλε, σωματικούς και ψυχολογικούς.

Κόντρα σε ένα χωριό, που δεν τους εμπιστεύεται – ούτε-ένα-λεπτό.

Και εκεί, που κόβουν χρήματα από την σύνταξη, (κόβουν χρήματα από την σύνταξη ρε φίλε!), για να πληρώσουν ευρωπαϊκά πρόστιμα για τις παράνομες χωματερές. Σκέψου το: θέλω να πω, αν μπορείς, σκέψου το.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο πιο χαμηλά θα πέσουμε. Πόσο πιο ανήκουστο είναι να μαζέψει κανείς αποτυχημένες ανακυκλώσεις, νεκρά αγέννητα παιδιά από χημικούς πολέμους, κομμένες συντάξεις και ταυτόχρονα πληρωμές προστίμων για ανυπολόγιστη ζημιά στο περιβάλλον, σε μία πρόταση, σε μία ημέρα, σε μία σκέψη – και να μην ακουστεί τρομερά παράλογο. Τρομερά αποτυχημένο, τρομερά λίγο.

Τρομερά απογοητευτικό.

Ξέρεις, η απογοήτευση αυτή, είναι βαθιά. Όχι για τα σκουπίδια, ή για το χαμένο χρόνο διαλογής, να μπει το πλαστικό ή το μεταλλικό εδώ, το άλλο εκεί, να μην κλείσει η σακούλα, να μην χαθεί το χρήσιμο. Θέλω να πω, ούτε εύκολα τα έκανε αυτά η Ελεάνα, ούτε άκοπα – τα έκανε με όραμα.

Με κοίταξε όμως ρε φίλε η Ελεάνα με απογοήτευση. «Γιατί να παιδεύομαι;» Αυτό μου είπε.

Γιατί να παιδεύεται;

Η προσπάθειά της, η όποια, η μικρή ή η μεγάλη, θα περισυλλέγει με το ίδιο σκουπιδιάρικο που θα μαζέψει του τύπου που δεν έκανε καμία προσπάθεια. Που δεν ανακύκλωσε τίποτα, που δεν νοιάστηκε καθόλου, που τα έγραψε όλα στα αρχίδια του. Το κράτος θα τους αντιμετωπίσει το ίδιο, αδιάφορα, μάζεψέ τα ρε Γιώργο να φύγουμε. Και αυτό, στο λέω ρε μάγκα και στεναχωριέμαι στ’ αλήθεια, με πληγώνει βαθύτερα από το κάθε τι:

Αυτοί που ονειρεύονται να μην έχουν να ελπίζουν σε τίποτα.

Και αν ελπίσουν, για μία στιγμή, πως θα γίνουν πολιτισμένοι, πως θα βρουν -όχι βοήθεια, καθήκον, υπευθυνότητα, μία ροή, κάτι διαφορετικό, θα περάσει ο σκουπιδιάρης και θα τους αφήσει άφωνους.

Θα τους πάρω τηλέφωνο εκεί στον δήμο, να τους μαλώσω, και θα γελάσουν αμέσως μόλις κλείσουν το τηλέφωνο. Ρε τον μαλάκα θα πούνε, και θα ξεχάσουν σε τρία λεπτά το θέμα. Ή, θα μαλώσουν τον Γιώργο, που θα πει ρε τον μαλάκα, και τι τον νοιάζει, και θα βρίζει αποφεύγοντας τον μπλε κάδο – ή αδειάζοντας τον από εκδίκηση, πάρτα ρε μαλάκα.

Θα τους μαλώσω, πες. Και πες θα αλλάξουν. Πες. Αλλά αυτό το βλέμμα, αυτήν την αμφιβολία στα μάτια της Ελεάνας, τίποτα δεν θα την σβήσει.

Μαλακισμένο πράγμα η εμπιστοσύνη, άμα χαλάσει, δύσκολα κολλάει.

Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»

Κάθε τρεις και λίγο, αφήνω ένα σχόλιο στο twitter, με τρόπο τέτοιο για να τον διαβάσει ο Υπουργός, ο Παπουτσής. Το μήνυμα λέει «και τελικά δεν μας είπατε, τι λέει η έρευνα, φταίνε τα χημικά των ΜΑΤ για την αποβολή της εγκύου στην Κερατέα;»

Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»

Και με ένα πέρασμα του σκουπιδιάρικου, κερδίζουν.

Και γινόμαστε πιο βρώμικοι, και πιο στα αρχίδια μας, και πιο λυσσαλέοι, μίζεροι και κακόμοιροι, και χαζεύουμε στις οθόνες μας κοίτα ρε μαλάκα τι γίνεται στην Κερατέα, μπαμ! μπουμ! πω πω, γαμάτη αυτή η μολότοφ, ξυστά πέρασε, τον μαλάκα τον μπάτσο – και πετάμε το κουτάκι στα ίδια σκουπίδια που θα σκοτώσουν, αύριο, έναν εξαγριωμένο πολίτη, έναν ΜΑΤατζή, ένα αγέννητο μωρό ή μία ελπίδα.

Και αν πάει κάποιος να εξεγερθεί; να αλλάξει κάτι;

Θα περάσει το σκουπιδιάρικο και θα πετάξει τα σκουπίδια στον ίδιο κάδο πολτοποίησης. Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα μαλάκα μου. Θα στο κάνουμε πάντα πιο δύσκολο.

Θες κατακλείδα, ε; Να κλείσω με κάτι. Να ξέρεις αν είναι να ελπίζεις, γιατί θα σου πω όχι – θα συνεχίσουμε γιατί αξίζει, ή θα σου πω γάμησέ τα ρε φίλε, και θα μαυρίσει η ψυχή σου.

Να χα ένα καλό κλείσιμο ρε μπαγάσα, μπέσα σου λέω, θα στο έδινα.

(και πόσο χρήσιμο είναι να το αντιληφθείτε σύντομα αυτό)

Έχουμε και λέμε: πριν λίγο καιρό, με φώναξαν στις Βρυξέλλες. Επίσης, έχω δώσει συνεντεύξεις σε περιοδικά και στην τηλεόραση. Επίσης, κάποιος πιστεύει ότι μπορώ να εκπροσωπήσω μία ομάδα ατόμων, ενώ κάποιος άλλος νομίζει ότι αξίζω στους καλύτερους twitters της χρονιάς, και κάποιος πιστεύει ότι μπορώ να μιλήσω με τον πρωθυπουργό «εκπροσωπώντας» τους blogger.

Όλα αυτά είναι πολύ για μένα.

Δεν θέλω να το παίζω σεμνός, αλλά σοβαρά, αντιληφθείτε το: είμαι το ίδιο μαλάκας με τους υπόλοιπους. Με έναν από εσάς. Με εσένα.

Δεν μπορώ να εκπροσωπήσω κανέναν, γιατί δεν έχω τις γνώσεις να το κάνω. Δεν ανήκω στους διασημότερους twitter της χρονιάς, διότι δεν έχω σκοπό να είμαι διάσημος, έχω σκοπό να είμαι χρήσιμος (κάτι που δεν καταφέρνω όσο συχνά θα ήθελα). Αν, ω μη γένοιτο γίνω περισσότερο διάσημος από χρήσιμος, την κάτσαμε την βάρκα – θα πάψω ολοσδόλου να είμαι χρήσιμος. Δεν είμαι ικανός να ρωτήσω κάτι σπουδαίο στις Βρυξέλλες, ή να γράψω κάτι νομικό στην διαβούλευση – θα γράψω την παπάρα του απλού πολίτη, που δεν έχει γνώσεις και πάει να το παίξει μεγαλοφυία. Δεν είμαι ούτε καλύτερος πρόεδρος από τον Μαρινάκη, για να του πω ποιον παίκτη να αγοράσει, ούτε καλύτερος προπονητής από τον Βαλβέρδε, για να του πω ποιος πρέπει να παίξει, ούτε καλύτερος Πρωθυπουργός από τον Παπανδρέου για να του πω πως να λύσει το μεταναστευτικό.

Δεν έχω να προτείνω λύσεις, δεν έχω να κάνω προτάσεις (συνήθως, αλλά όταν έχω κάνω) και, κυρίως:

Όσο δεν θέλω να μιλάει κανείς για λογαριασμό μου, τόσο δεν θέλουν οι άλλοι να μιλάω για λογαριασμό τους.

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου, και όταν λέω ότι δεν αγοράζω Vodafone να μην αγοράζω ακόμα και αν έχουν τρομερά αποκλειστικά προϊόντα (να πα να γαμηθούν), να μην αγοράζω από το Mall -ακόμα και αν είναι βολικό, να μην ψηφίζω ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ακόμα και αν είχαν πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους γιατί μαζί με τα λουλούδια βγαίνουν και ζιζάνια, να μην αγοράζω από την Siemens, να αποφεύγω να παίρνω coca cola και να προτιμάω τις ελληνικές λουξ.

Ακόμα και αυτό, δεν το κάνω αρκετά καλά:

Πήγα στην συνέντευξη του πρωθυπουργού. Εκανα την ερώτηση. Συγκινήθηκα, και εγώ, και μερικοί από εσάς.

Και προχθές σε αναζήτηση βρήκα αυτό. Διάβασέ το και μείνει σ’ αυτό:

«θα ζητάω μία προεκλογική εξαγγελία: να δώσει ο πρωθυπουργός πίσω το πόδι στο παιδί.»

Και; βρέθηκα στον πρωθυπουργό, του είπα για την Αμαλία, δεν λέω, για τους Θοδωρήδες και τις Κατερίνες – αλλά το ξέχασα το παιδί.

Ξέχασα το παιδί με το ένα πόδι, το κομμένο πόδι, γιατί δεν υπήρχαν γιατροί, γιατί δεν πρόλαβαν τόσες ώρες, γιατί δεν ήταν το παιδί τους.

~

Καμιά φορά νιώθω λίγο σκληρός με τον εαυτό μου. Άλλες, λίγο «εντάξει ρε παιδί μου, δεν μπορείς να τα κάνεις όλα». Δεν μπορώ, το ξέρω, θυμώνω που δεν κατεβαίνω στο σύνταγμα, μόνος μου, να πω να πα να γαμηθούν όλοι, όλα, θα διαμαρτυρηθώ για το πόρισμα και τις διαδικασίες τους, για την ανομία και το #NoJusticeGR, και μετά θυμάμαι ότι έχω γυναίκα και παιδί, και τους βλέπω μία ώρα την ημέρα και αν, και λυγίζω και λέω δεν μπορώ να πάω.

Θα πάει κάποιος άλλος.

Και μετά δεν πάει κανείς, και θυμώνω, γιατί δεν πάω ΠΡΩΤΑ ΕΓΩ και γιατί περιμένεις ρε μαλάκα άλλους να πάνε, θα πάνε αν πας ΠΡΩΤΑ ΕΣΥ, και αν ξεκουνηθείς εσύ θα βρουν νόημα και οι άλλοι.

Και μετά σκέφτομαι μία ώρα την ημέρα. Τόσο έχω. Και δεν πάω.

Εγώ, τα ξέρω αυτά.

Απλώς στα εξηγώ και εσένα.

Υ.Γ.1: Disclaimer: με την Σακοράφα γνωριζόμαστε προσωπικά. Οπότε, (δεν κάνω διαφήμιση, αλλά) είμαι προκατειλημμένος στην άποψή μου.

Υ.Γ.2: Μην παρεξηγηθώ, μου άρεσε πολύ αυτό που έκανε ο @skoukios και σαν ιδέα, και σαν εκτέλεση. Και αν δεν συμμετείχα, πολύ θα το χαιρόμουν, ειλικρινά. Απλώς δεν θέλω να πάρουν τα μυαλά μου αέρα. Αυτοπροστασία.

Υ.Γ.3: Με την αδιανόητη σκέψη να υπάρχουν σχόλια του τύπου «όχι ρε δεν είσαι μαλάκας, εμείς σ’ αγαπάμε, συνέχισε» και όχι αυτά που πρέπει «χέσε μας ρε μαλάκα με τους εγωπροβληματισμούς σου» που είναι και το πρέπον, λέω να μην ανοίξω τα σχόλια. Σμπαθάτε με.

Υ.Γ.:4: Blog είναι εδω. Φυσικά και θα μιλάω για μένα. Τι περιμένατε;

Όταν δεν μιλάς εσύ, θα μιλήσει κάποιος άλλος.

Αξίωμα.

Αν κάνεις ησυχία, κάποιος άλλος θα βρει λόγο. Θα πει αυτό που νομίζει. Καλά θα κάνει, αλλά είναι υπό την ανοχή σου. Υπό την δική σου σύμφωνη γνώμη.

Ότι και αν πει, δεν το επέτρεψες μόνο: το δικαιολόγησες.

Θα εξηγήσω.

~

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, μου τέθηκε μία ερώτηση. Μου είπαν «σε βλέπουμε να ασχολείσαι περισσότερο με τους μετανάστες, μην κακοπεράσουν αυτοί, αλλά αν βρεις έλληνες, δεν είσαι τόσο δυναμικός». Δικός μου άνθρωπος μου το ‘πε, που μ’ αγαπάει και τον αγαπάω.

Αν και δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχει δίκιο. Όχι ότι ασκώ αντίστροφο ρατσισμό, και θα πω «έλα μωρέ, έλληνας είναι» – αυτό το ξεκαθαρίζω μία και καλή. Αλλά κοιτάω τον άνθρωπο με τους συμμάχους του. Αν έχει οικογένεια, πρώτα να βοηθήσει αυτή. Αν έχει φίλους, πρώτα αυτοί. Αν έχει γνωστούς, πρώτα αυτοί. Και αφού βοηθήσουν όλοι αυτοί, μετά ανακατεύομαι εγώ.

Ο μετανάστης δεν έχει φίλους.

Γι αυτό νοιάζομαι περισσότερο. Γιατί ο μετανάστης είναι απόκληρος, σκουπίδι, λιγότερος από άνθρωπος. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που λένε «να σωθούν πρώτα οι δικοί μας, και μετά οι μετανάστες» θα υπάρχω και εγώ και θα λέω «να σωθούν όλοι«.

Για να μην ακούγονται μόνο αυτοί.

Για να μην γίνεται ησυχία.

~

Η Κατερίνα έγραψε ένα post σήμερα. Διαβάστε το και σβήστε ότι λέει για τον αρκούδο(*). Ειλικρινά, δύο γάλατα πήγαμε. Δύο γάλατα, και δύο τηλεφωνήματα.

(*) Φαντάσου, δηλαδή, πως είναι η κατάσταση για να πανηγυρίζονται έτσι δύο γάλατα.

Δεν γλυτώνει η γυναίκα με δύο γάλατα.

Διαβάστε τα σχόλια όμως.

Το δεύτερο σχόλιο, που είναι δικό της, γράφει κάτι που γράφεται στο forum του parents.gr, μία πύλη για γονείς, που έγινε, και εκεί, έκκληση για βοήθεια. Οι γονείς, σε μεγάλο βαθμό, ανταποκρίθηκαν, έδειξαν ενδιαφέρον, έγινε συζήτηση να μαζευτούν ρούχα, φαγητά, παιχνίδια για το μωρό, ότι μπορούσαν.

Αλλά γράφει κάποιος/α στο forum:

Αντιγράφω:

«ναι αν νιωθεις ετσι κανε αυτο απλα εγω θελω να σου πω οτι οι αλοδαποι που ηρθανε στην ελλαδα φερανε και την εγκληματικοτητα μαζι τους…σκεψου ποσους ελληνες εχουνε σκοτωσει και δεν ειδα κανεναν απο τα κρατη τους να κανει ερανο για τους σκοτωμενους αθωους ελληνες απο αλβανους.κτλ.
δεν λεω οτι καλως εφυγε ο ανθρωπος αλλα δεν θα τρελαθω κιολας ..νομιζω οτι το να βοηθηθει η γυναικα αυτου ειναι καπως αδικο σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα….»

Και σημειώνει από κάτω η Κατερίνα που παραθέτει το σχόλιο:

ΜΥΝΗΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ FORUM PARENTS…..
ZHTHΣΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ…

Ήταν η δεύτερη «επίθεση» που δέχθηκε η Κατερίνα. Από ανθρώπους που λένε «ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα». Και δεν αντέχει άλλο. Και εγκαταλείπει. Και λυγίζει. Και ζητά να κατέβει το θέμα. Δεν αντέχει να το βλέπει. Όχι πια το ξένο post: αυτό το ζήτησε την προηγούμενη φορά που γράφτηκε κάτι παρόμοιο. Όλο το θέμα πια. Ότι είχε γίνει μέχρι τότε. Για να μην «μολυνθεί».

Δεν ξέρω, ξαναδιάβασέ το. Αργά. Αν αντέχεις. «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Είναι «άδικο«.

~

Δεν τα έχω με αυτούς. Αυτό πιστεύουν; αυτό λένε. Είναι κουταμάρα; για μένα είναι. Είναι οδυνηρό; επίσης.

Δεν τα έχω -προφανώς- με την Κατερίνα. Πόσο μίσος να αντέξει όταν βλέπει, καθημερινά, δίπλα της, τον πόνο; Θυμάστε πως αντέδρασαν οι γείτονές της; Όταν εκλιπαρούσε, όχι από το blog, προσωπικά, τον γείτονά της, που άκουγε το ίδιο κλάμα, για βοήθεια; Για ένα-πακέτο-μακαρόνια; Μπροστά στο πρόσωπό της; (και έγραψε ελάχιστα όπως μου εκμυστηρεύτηκε)

Δεν τα έχω λοιπόν με αυτούς.

Με μας τα έχω. Γιατί σιωπώντας εμείς, ακούγονται οι άλλοι..

Γιατί αν δεν ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ «ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΡΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΤΗΝ ΜΑΝΑ! ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» θα βρεθούν κάποιοι άλλοι, που έχουν άλλα μυαλά, να πουν «άδικο να βοηθηθεί».

Και θα ακουστεί η φωνή τους. Η τρομαχτική, βαθιά τρομαχτική φωνή τους.

Και δεν θα είμαστε δίπλα στην Κατερίνα. Πλάι της. Να της λέμε «μην τους ακους». Και να λέμε και στους άλλους, μην τους ακούτε. Να σταθούμε δίπλα. Πολλοί.

Και θα λυγίσει η Κατερίνα.

Και θα λυγίσει η καθηγήτρια.

Και θα λυγίσει ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει. Ο άνθρωπος που βλέπει Ανθρώπους, και όχι Μετανάστες.

~

Επειδή σιωπήσαμε εμείς.

Δεν πάω να σε γεμίσω ευθύνες φιλαράκι. Απλώς, έτσι έχουν τα πράγματα.

Και θα κλείσει το θέμα στο forum, η βοήθεια στην Λίντα, η ενασχόληση του κόσμου, η πιθανότητα να μάθουν ελληνικά οι μετανάστες, η αντοχή της Κατερίνας. Οριστικά.

Όταν σιωπήσαμε εμείς, κάποιος είπε: «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Υ.Γ.: Έχουν νόημα τα σχόλια; όχι, ούτε και σήμερα έχουν.

.

Δεν πρέπει να έχει πεθάνει πιο γρήγορα άνθρωπος.

Ο Nikola (ή Νικόλας, ή Νίκος – δεν έχει σημασία) δεν πέθανε όταν τον πυροβόλησαν από άστοχες, το λιγότερο, ενέργειες της αστυνομίας.

Ο Nikola πέθανε όταν τον ξεχάσαμε πέντε λεπτά μετά. Πέντε λεπτά μετά.

Θυμώσαμε όσο θα θυμώναμε αν μας έπιανε κάποιος την θέση στο μετρό, την σειρά στην ουρά, και μετά συνεχίσαμε με τις ζωές μας.

Πέντε λεπτά μετά.

Δεν πρόλαβε να ταφεί ο άνθρωπος, και τον είχαμε ξεχάσει. Τους λόγους που έγινε ότι έγινε, το άδικο, το αίμα στον δρόμο, την επιτυχία.

Πέντε λεπτά μετά.

Εκτός από το εξώφυλλο (θα μπορούσα να έχω κάνει αυτό, αλλά με είχε προλάβει ο Αλέξανδρος έναν περίπου χρόνο πριν) και το άρθρο, παρακολούθησα το blog της Κατερίνας, για το θέμα.

Η Κατερίνα, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι γειτόνισσα της οικογένειας. Άκουγε το κλάμα της Λίντας, το ίδιο βράδυ. Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Η Κατερίνα ήταν εκεί, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα το blog της, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να μάθω τι γινόταν σ’ αυτήν την οικογένεια, που έμεινε ορφανή, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα σκληρά πράγματα. Σκληρά, οδυνηρά. Αυτά που διαβάζεις όταν ενδιαφερθείς πέντε λεπτά παραπάνω. Και διάβασα για ανέχεια, για ρατσισμό, για αδιαφορία, για ένα γάλα που δεν υπάρχει, για ένα άδειο ψυγείο. Μια τρέλα.

Και έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω, πήγα στο twitter, εκεί όπου χίλιοι περίπου άνθρωποι με διαβάζουν, και τους ενημέρωσα:

«Παιδιά, πέντε λεπτά μετά, υπάρχει ένα παιδί. Μία οικογένεια. Ένα δράμα.»

Ένα δράμα ρε πούστη μου.

Μια μητέρα, και ένα μωρό, που κλαίνε, σε ένα υπόγειο.

Πέντε λεπτά μετά.

~

Εικοσιοχτώ άνθρωποι. Τόσοι επανέλαβαν το μήνυμά μου. Εικοσιοχτώ άνθρωποι.

Εννέα μηνύματα. Τόσοι είπαν μία κουβέντα. Εννέα άνθρωποι έγραψαν «προχώρα Κατερίνα, εμείς είμαστε εδώ».

352 κλικ.

352 επισκέψεις.

Ενα ευρώ από την κάθε μία, θα πλήρωνε ένα νοίκι. Μια καλημέρα από τον καθένα, θα γέμιζε ένα ξημέρωμα. Θα έδινε δύναμη.

~

Έστειλα email στην Κατερίνα. Για να μάθω νέα. Μου έδωσε τηλέφωνο, της έδωσα και γω, μιλήσαμε.

Την άκουσα.

Και είχε πολλά να πει. Δεν διαβασες ούτε το ένα πέμπτο.

Πήγαμε στο σούπερ-μάρκετ εχθές (ναι, εχθές) και δώσαμε σήμερα μία σακούλα γάλατα στην Κατερίνα. ΜΙΑ ΣΑΚΟΥΛΑ ΓΑΛΑΤΑ. Λιγότερα από είκοσι ευρώ. Και ντρεπόμουνα κιόλας, που ήταν λίγα. Ντρεπόμουνα. Αλλά έριξα τα μούτρα μου, γιατί είπα δεν είναι καιρός για ντροπές, να πιεί γάλα το παιδί. Να σκεφτεί η μάνα ότι δεν είναι μόνη της.

Πήρα όμως τηλέφωνο φίλους και τους το είπα. «νοιαστείτε», τους είπα, μόνο αυτό. Εγώ δεν έχω. Νοιαστείτε.

Και άλλος μου είπε, το νοίκι – εγώ. Και άλλος, τα έπιπλα; εγώ. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω εκεί. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω αλλού.

Θα βοηθήσω. Να κάνω ότι μπορώ.

Μα την παναγία. Έτσι. «Εγώ».

Δεν είμαι καλύτερος από σένα. Δεν ήμουνα ποτέ, και δεν θα γίνω ποτέ.

~

Ξέρεις κάτι; δεν σε μαλώνω. Άλλες φορές (δεν) έχω κάνει τα ίδια και χειρότερα. Εχω αγνοήσει, έχω αδιαφορήσει, έχω ξεχάσει.

Κι αν έχω ξεχάσει.

Αλλά απογοητεύτηκα ρε.

Μα την παναγία, απογοητεύτηκα. Απογοητεύτηκα που δεν θύμωσες, απογοητεύτηκα που δεν νοιάστηκες, που δεν φώναξες, που δεν μίλησες, που δεν νοιάστηκες, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Στ’ αλήθεια στο λέω, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Όχι που δεν έβαλες το χέρι στην τσέπη, ή που δεν πόσταρες μία καλή κουβέντα, ή που δεν άφησες ένα σχόλιο «κράτα ρε!», ή που δεν έκανες RT – που δεν έκλαψες.

Κι ας μην χορτάσει ούτε με το κλάμα σου, ούτε με το ποστ σου το παιδί της:

Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

~

Πήγα να τα κλείσω όλα σήμερα. Μα το θεο. Και τα twitter, και τα blog και όλα. Να πα να γαμηθεί, αν δεν φάει μία μάνα με το παιδί της, ορφανοί και οι δυό, να πα να γαμηθούν και τα blog, και όλα.

Αλλά αν δεν το έχω και αυτό το ρημάδι, θα τρελαθώ. Θα τρελαθώ που πεθαίνει ένας άνθρωπος και το ξεχνάμε. Που σταματήσαμε να κλαίμε, και αφήνουμε, αλόγιστα, σκληρά και αδιάφορα, μία οικογένεια στην μοίρα της. Πέντε λεπτά μετά.

Απογοητεύτηκα. Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

Δεν το χρωστάς σ’ αυτήν, και σίγουρα, ΣΙΓΟΥΡΑ δεν το χρωστάς σε μενα.

Σε σένα το χρωστάς.

να τα κάνεις ΤΙ τα comment? Αστο καλύτερα.

Επι δύο χρόνια τώρα, κάθε μέρα που πήγαινα στην δουλειά μου, έκανα μία μικρή παράκαμψη. Εστριβα απο έναν δρόμο που δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να στρίψω, ούτε καν για να κερδίσω χρόνο – μόνο και μόνο για να χαζέψω έναν τοίχο.

Ο τοίχος ανήκε σε ένα μαγαζί/γκαλερί, απο εκείνα που δεν είσαι ποτέ απολύτως σίγουρος τι έχουν, και τι είναι για πούλημα. Σε στενό στο οποίο σπάνια πατά άνθρωπος, μια-δύο καρέκλες έξω ένα τραπεζάκι και ένα φυτό, και μία ελάχιστη βιτρίνα. Απέναντι ο άχρωμος τοίχος που ανήκει σε ένα σουπερμάρκετ, η πλάγια είσοδός του για την αποθήκη, και πάντα, παρκαρισμένα φορτηγά μπροστά στους πάντα γεμάτους τρεις-τέσσερις κάδους σκουπιδιών.

Μύριζε ψαρίλα, χαρτούρα, τρέξιμο και καθημερινότητα σε έναν άδειο απο ψυχή δρόμο.

Αλλά, ο τοίχος είχε ένα διαμάντι: έναν μαυροπίνακα.

Στον μαυροπίνακα αυτόν έγραφε κάθε μέρα ή ο άνδρας, ή η γυναίκα στην ιδιοκτησία των οποίων ήταν η γκαλερί, ένα ποίημα. Συνήθως, αν όχι πάντα, δικό τους.

Δεν ήξερα ποτέ αν ήταν απλώς μία στροφή απο ένα βιβλίο τους, ή αν το σκεφτόντουσαν απο το βράδυ για να το γράψουν όταν ανοίξουν. Ξέρω οτι κάθε πρωΐ έστριβα απο τον δρόμο μου, και σταματούσα μπροστά απο τον μαυροπίνακα για να δω τι έγραφε. Σας ορκίζομαι, ο μαυροπίνακας ήταν το πιο σταθερό μου rss feed.

Πολυ συχνά, ήταν ένα ποιήμα εντελώς ερωτικό.

Αν και δεν θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστη ποιημάτων – μάλλον εντελώς άσχετος είμαι, τα ποιήματα αυτά είχαν μία φαντασία άξια της δύναμης των λέξεων: ήταν -πάντα, ακόμα και όταν δεν τα καταλάβαινα, ή δεν συμφωνούσα μαζί τους- πολύ συναισθηματικά.

Ηταν σαν επανάσταση σ’ αυτό που τριγύρω, σ’ αυτό το στενό γινόταν. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν υποστηρικτικό, σαν να ταίριαζε να ακομπανιάρεται η καθημερινότητα με ένα βιολί.

Ήταν σταθερή αξία ο μαυροπίνακας. Κάθε μέρα, βρέξει – χιονίσει, έγραφε κάτι καινούργιο.

Με τους ιδιοκτήτες, που τους είχα πετύχει μερικές φορές να κάθονται σχεδόν αμίλητοι στις στάχινες καρέκλες ή στα πάνια σκηνοθετικά, είχαμε μία ξεκάθαρη -ανύπαρκτη- συμφωνία: δεν θα τους μιλούσα ποτέ, δεν θα μου μιλούσαν ποτέ. Εγώ, για να μην υποβιβάσω αυτόν τον υπέροχο μαυροπίνακα ασχολούμενος με την καθημερινότητά τους («τι κάνετε κύριε Γιώργο;» «Καλά μωρέ, χάσαμε στην μπάλα εχθές») και αυτοί για να μην μπερδέψουν το ενδιαφέρον μου με την αγοραστική μου ανικανότητα.

Ήτοι, απο την ανωνυμία μου και την σιωπή μου, είμασταν και οι δύο κερδισμένοι.

Χάρη σε αυτήν την συμφωνία, οι ιδιοκτήτες δεν υπήρχαν. Αν ήταν μπροστά, περνούσα βιαστικά κόβοντας το βήμα μου όσο πλησίαζα, και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο μαύρο παραλληλόγραμμο – αν έλειπαν, στεκόμουν και διάβαζα, και καμιά φορά, αν θαύμαζα την αίσθηση που μου έδινε, τραβούσα φωτογραφία με το κινητό μου, και έκανα μία υπόσχεση στον εαυτό μου να το έγραφα σαν γλυκά λόγια στην γυναίκα μου – που δεν τηρούσα ποτέ.

Δύο χρόνια πιστός.

Αφού να φανταστείς, καμία φορά που είχα δουλειά και πήγαινα απο αλλού, μου έλειπε. Δεν θα επηρέαζε αυτός ο τοίχος την ζωή μου μετά, αφού τον διάβαζα. Ούτε καλύτερη θα την έκανε ένας στίχος, ούτε χειρότερη. Μπορεί και να τον είχα ξεχάσει, πριν ακόμα στρίψω στην γωνιά, στο μαγαζί με τους πίνακες. Αλλά ηταν σαν ελπίδα, οτι κάποιοι είναι ζωντανοί, κάπου στην πόλη κάποιοι ζουν και απευθύνονται σε μένα, με την ελπίδα να είμαι και εγώ ζωντανός.

Εδώ και κανα-δύο εβδομάδες, το μαγαζί έκλεισε, ο μαυροπίνακας αφαιρέθηκε, ο τοίχος σώπασε.

Στρίβω ακόμα εκεί σχεδόν κάθε μέρα, και παρά κάθε λογική σκέψη, κοιτώ ακόμα το κενό του. Το μαγαζί γράφει ενοικιάζεται – λογικό, πόση κίνηση να έχει μία γκαλερί δύο παλαβών καλλιτεχνών που κανείς δεν ξέρει τι πουλάνε. Αλλά εγώ ακόμα κοιτάω τον τοίχο.

Το στενό δεν είναι πιο άδειο, περνώντας απο διπλα δεν θα καταλάβεις καν οτι λείπει κάτι.

Ίσως να μην ακούσεις τα βιολιά – ναι, αυτό είναι:

Δεν σου φαίνεται με πρώτη, αλλά τα βιολιά βρε παιδί μου, έπαυσαν.