Πριν από πολύ καιρό, μία αιωνιότητα πια, το 2010 ψηφίστηκε ένας (μνημονιακός νομίζω) νόμος ο ν.3845/2010, που απαιτούσε οι διαφημίσεις που προβάλλονται από την τηλεόραση να έχουν έναν επιπλέον φόρο 20% που θα αποδιδόταν στο κράτος.

Ο φόρος αυτός είναι επί των διαφημίσεων που προβάλλονται, αποδίδεται από τα τηλεοπτικά κανάλια (σημείωσέ το αυτό, είναι σημαντικό για μετά) και καταβάλλεται στις 20 εκάστου μήνα.

Αυτός ήταν ο νόμος.

Σε ΦΕΚ 256Α/31.12.2012 της στις ο @xasodikis (εδώ το blog του) τυχαία είδε το (περιβόητο πια) άρθρο 22 και απόρησε για την πολυπλοκότητά του. Αντιγράφω:

Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 (Α΄ 65), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 3899/2010(Α΄ 212) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 της από 31−12−2011 Π.Ν.Π. (Α΄ 268), όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α΄ 31), αντί της ημερομηνίας «1.1.2013» τίθεται η ημερομηνία «1.1.2014»

Ωραίο;

Εδώ οι σκέψεις μας (του Χασοδίκη, και η δική μου) τότε που το πήραμε χαμπάρι.

Τι κρυβόταν κάτω από αυτό το χάος; Ε, λοιπόν έλεγε ότι «αυτός ο νόμος μεταφέρεται στις 1.1.2014». Ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση, ΤΙ δηλαδή μεταφέρεται; Α, βέβαια, η είσπραξη των φόρων. Βασικά, γίνεται πλέον κατανοητό ότι ο νόμος δεν έγινε πράξη ΌΥΤΕ το 2010, ΟΥΤΕ το 2011, ούτε το 2012, ΟΥΤΕ το 2013.

Κάθε χρόνο, έπαιρνε παράταση ενός έτους, και δεν γινόταν τίποτα.

Το ίδιο, φυσικά, έγινε και το και το 2014: λίγο πριν το τέλος του 2013, πήρε για έναν χρόνο παράταση. Το περιμέναμε, φωνάζαμε να μην γίνει, μα έγινε έτσι κι αλλιώς.

Τώρα, στο τέλος του 2014 ετοιμαστήκαμε για εκλογές. Στην αναμπουμπούλα, μάλλον κάποιος… ξέχασε να ανανεώσει την αναβολή! Είκοσι Γενάρη έπρεπε να αρχίσουν οι καταβολές φόρων! Τι κάνουμε τώρα;

Αυτό που κάνουμε, το κάνει η Κατερίνα Σαββαΐδου. Σε απόφασή της στις 12 Ιανουαρίου 2015 (επί κυβέρνησης ΝΔ δηλαδή, και μπαίνει ΦΕΚ στις 21/1 – ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΗΜΕΡΕΣ πριν τις εκλογές) δηλώνει ότι ο φόρος από μηνιαίος γίνεται πια ετήσιος. Η καταβολή δηλαδή του συνόλου του 2015 θα γίνει στο 2016. Η απόφαση στηρίζεται στην ανάγκη να προετοιμαστούν οι εταιρίες για τον φόρο που τους αφορούσε εδώ και …πέντε χρόνια.

Ως εδώ, έχουμε γεγονότα. Δείτε τους νόμους, τις αποφάσεις, όλα εδώ είναι. Αναμφισβήτητα. Πάμε να δούμε τι ακριβώς σημαίνουν αυτά τα γεγονότα.

Εδώ έρχεται η προσωπική μου εκτίμηση. Ως τέτοια, και επειδή δηλώνω εξαιρετικά αναρμόδιος σε φορολογικά, κανόνες Δ/Υ, αποφάσεις υπουργείων και νόμους, όπου κάνω λάθος – μου το λέτε και το διορθώνω. Πάμε λοιπόν:

~

Ας δούμε την σκέψη μου σε τρεις τομείς: τι έγινε με τα κανάλια, τι έκανε τότε η Σαββαΐδου και τι συμβαίνει με την Σαββαΐδου.

Με τα κανάλια είναι σαφές τι έγινε: Ο φόρος αφορούσε κυρίως εκείνα – κατά την γνώμη μου. Οι εταιρίες που διαφημίζονταν είχαν το ρευστό και ήλεγχαν ειδικά σε τέτοιους καιρούς την αγορά, άρα θα πλήρωναν ότι πλήρωναν και πριν – αν όχι λιγότερα. Το βάρος του φόρου θα μετακυλίετο στις διαφημιστικές (που όμως παραπαίουν, δεν ξέρω αν αντέχουν άλλες μειώσεις), και, τελικά, στο κόστος του χρόνου προβολής των καναλιών (που έφτασαν να κάνουν μετά μειώσεις για να κρατήσουν τους πελάτες τους). Επι μία πενταετία σχεδόν, γλίτωναν με τις αναβολές την καταβολή φόρου 20% για τις διαφημίσεις τους: Είναι πιθανότατα ένας άδικος φόρος (όπως και πολλοί άλλοι όμως), το είχα πει και τότε, αλλά είναι νόμος – και έπρεπε είτε να αποσυρθεί, είτε να εφαρμοστεί. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν απεσύρετο γιατί α) η Ευρώπη ίσως αντιδρούσε (αν και δεν είχε πρόβλημα να μην εφαρμόζεται ο νόμος, οπότε δεν βλέπω γιατί), και το πιο σημαντικό β) η αναβολή λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης: «Αν δεν με στηρίξετε, θα έρθει ο Σύριζα και θα σας τσακίσει στην φορολογία». Κάτι που έγινε τελικά όπως είδαμε όλοι, άρα η απειλή ήταν βιώσιμη: κάθε χρόνο, τα κανάλια έπαιρναν παράταση ακόμα έναν χρόνο μεγαλύτερων κερδών, αρκεί να στήριζαν την κυβέρνηση που τους προστάτευε και ενίσχυαν την επίθεση στο κόμμα του Σύριζα ώστε να μην γίνει κυβέρνηση, ή αν γίνει, να γίνει όσο το δυνατόν πιο αδύναμη. Ήταν, όπως το βλέπω εγώ τουλάχιστον, ένας σαφής και ωμός εκβιασμός.

Τι έκανε η Σαββαΐδου λοιπόν; Πέτυχε την απόλυτη ανατροπή. Χάρισε στα κανάλια (θυμηθείτε: αυτά εισπράττουν τον φόρο και οφείλουν να τον αποδώσουν) μία περίοδο ενός χρόνου για να ….προετοιμαστούν για τον φόρο που έπρεπε να ξεκινήσουν να πληρώνουν πέντε χρόνια πριν(!) Ταυτόχρονα, διόρθωσε το λάθος όταν εξέλειψε ο εκβιασμός (προεκλογικά κιόλας) πιέζοντας για μία «αριστερή παρένθεση» που θα τα γλίτωνε, χάρισε τους τόκους κάθε μήνα (έως και ενός χρόνου για τον Γενάρη!) στα κανάλια που εισέπρατταν έτσι και αλλιώς τον φόρο (εκατομμυρίων ευρώ, ε;) και, το κυριότερο, στέρησε από την Ελλάδα έσοδα μερικών εκατομμυρίων κάθε μήνα, σε μία δύσκολη όπως αποδείχθηκε περίοδο διαπραγμάτευσης και στεγνώματος της αγοράς και τον εσόδων.

Εν πολλοίς για το τελευταίο, και εδώ θελω να είμαι σαφής: ΔΕΝ έχω πρόθεση να στηρίξω το «κόμμα του Σύριζα» εδώ, αυτόν είχαμε κυβέρνηση τον Γενάρη – κυβέρνηση όμως, ήταν όλων μας. Η κυβέρνηση όλων μας λοιπόν διαπραγματεύτηκε (καλά, άσχημα, ας το κρίνει ο καθένας) με τους δανειστές μας, οι οποίοι είχαν ανεχθεί να μην πληρώνουν τα κανάλια αυτόν τον έξτρα φόρο πέντε χρόνια, και επιτρέποντας να στερηθεί τα χρήματα που χρειαζόταν η χώρα για να μην βρεθεί στον τοίχο. Και το τελευταίο καρφί σ’ αυτό το (εχθρικό για την Ελλάδα θα έλεγε κανείς) παιχνίδι, το έβαλε η Σαββαΐδου με την απόφασή της.

Τι συμβαίνει με την Σαββαΐδου όμως; Τρία πράγματα:

Πρώτον, οι Γενικοί Γραμματείς Δημοσίων Εσόδων ΔΕΝ μπορούν να αλλάξουν έναν νόμο. Οφείλουν να τον εφαρμόσουν, όσο καλύτερα μπορούν, για να έχει έσοδα η χώρα, (και δυστυχώς ή ευτυχώς) και οι δανειστές μας. Εδώ η Σαββαΐδου ΜΕΤΕΤΡΕΨΕ έναν νόμο. Ο νόμος ήταν σαφής, και έμεινε απείραχτος (προς τιμήν του εδώ) και από τον προηγούμενο, «παραιτηθέντα» Γ.Γ.Δ.Ε. Χ.Θεοχάρη: Κάθε 20 του μηνός, τα κανάλια καταβάλλουν το 20% των διαφημίσεων.

Δεν έκανε μόνο αυτό, όμως. Δεύτερον:

Όταν απολογήθηκε για τις πράξεις της, έθεσε καινούργια ερωτήματα, χειρότερα ίσως από τα προηγούμενα. Βλέπετε, κάποια στιγμή, τέσσερις μήνες μετά, αναγκάστηκε να εφαρμόσει τον νόμο όπως έπρεπε να εφαρμοστεί. Κατά δήλωσή της:

το πρώτο τετράμηνο του έτους βεβαιώθηκαν έσοδα της τάξεως των 12,2 εκατομμυρίων ευρώ εκ των οποίων εισπράχθηκαν 3,7 εκατομμύρια ευρώ

Θέλω λίγο εδώ την προσοχή σας: οι φόροι, το 20%, έχουν εισπραχθεί από τα κανάλια. Αυτά, είναι υποχρεωμένα να τα αποδώσουν – δείτε το σαν ΦΠΑ. Έχουν βεβαιωθεί €12.200.000 περίπου. Και έχουν εισπραχθεί €3.700.000; Τα ..υπόλοιπα; Η Κ. Σαββαΐδου είναι υπεύθυνη της γενικής γραμματείς δημοσίων εσόδων! Ποιες ενέργειες έχει κάνει; Αν εγώ δεν πληρώσω αυτά που χρωστάω ως πολίτης στο κράτος, ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΑ κιόλας, θα έρθει η εφορία και θα πάρει από τον λογαριασμό μου στην τράπεζα ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΟΥ, χωρίς καμία προειδοποίηση! Και μιλάμε για πολίτες που χρωστάνε στο δημόσιο βεβαιωμένα 2-3 χιλιάδες ευρώ, όχι για εκατομμύρια! Πως γίνεται να είναι βεβαιωμένα 12,2 και εισπράττονται μόλις 3,7; Πέρασε το τετράμηνο – έχουμε ήδη Οκτώβρη! Τι έγιναν τα άλλα χρήματα; Ποιος τα χρωστάει, πόσα, και κυρίως τι ενέργειες έγιναν;

Τρίτον, όταν αποφασίστηκε η αποπομπή της, επανήλθε με νέο κείμενο. Σ’ αυτό, λέει ότι συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Τσίπρα, για να μην εισπραχθεί ο ψηφισμένος φόρος για τα ιδιωτικά σχολεία (με τέτοιο ζήλο, που το επαναλαμβάνει σε τρεις συνεχόμενες παραγράφους). Ξεχνώντας ότι μιλάμε για μερικές ημέρες μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση τι θα κάνει και όχι ολάκερου χρονου παράτασης, αυτό που λέει το θεωρώ πολύ σημαντικό. Δηλαδή, για να γίνει κατανοητό: Η Σαββαΐδου επικαλείται ότι έχει απολέσει την ανεξαρτησία της ΚΑΙ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, και επιμένει παρόλα αυτά να ζητά την προστασία της …ανεξαρτησίας της.

~

Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει, είναι απλώς απίστευτο. Είναι απίστευτο το θράσος αυτής της καταραμένης πενταετούς υπόθεσης, είναι απίστευτο και το γεγονός ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε καν το προφανές:

Ένα: όποιος (καθυ)στερεί έσοδα από την Ελλάδα εν καιρώ τέτοιας διαπραγμάτευσης (και χέστηκα με το συμπάθειο αν είναι διαπραγμάτευση του Σύριζα, το ίδιο θα έλεγα για οποιαδήποτε ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ μου προσπαθούσε να διαπραγματευτεί) εξυπηρετεί συμφέροντα των δανειστών, όχι της χώρας του.

Δύο: όποιος (καθυ)στερεί έσοδα από την Ελλάδα σε τέτοιες οικονομικές συνθήκες, αναγκάζοντας να μπουν φόροι, εισφορές, ΕΝΦΙΑ και δεν ξέρω τι άλλο ως ισοδύναμα, ώστε να πληρωθούν συντάξεις, μισθοί και λειτουργικά έξοδα για νοσοκομεία, αστυνομίες και δεν ξερω τι άλλο, προδίδει τους πολίτες της χώρας αυτής που έχει ορκιστεί να υπηρετεί.

Τρία: όποιος, για να πετύχει μία δική του πολιτική πίεση, αλλάζει χωρίς να έχει δικαίωμα να το κάνει έναν νόμο κατά την βούλησή του, ζημιώνει την δημοκρατία και τους θεσμούς της χώρας αυτής.

Να ξεκαθαρίσω κάτι εδώ: ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν η κυβέρνηση μπορεί τυπικά να την αποπέμψει. ΔΕΝ ΞΕΡΩ πώς εφαρμόζεται εδώ ο ΔΥ κώδικας, πόσο και αν την αφορά, δεν έχω ιδέα αν θα δικαιωθεί στο τυπικό της αποπομπής της (αν το δικαιούται της το εύχομαι, παρά τις πρότερες ενέργειές της), ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν ο επόμενος θα είναι ένα κομματόσκυλο ή θα είναι ένας τίμιος λειτουργός της θέσης. Δεν ξέρω γιατί πρέπει, ή δεν πρέπει, να είναι ανεξάρτητη η θέση. Δεν ξέρω καν αν είναι εφικτό ή θεμιτό να είναι. ΔΕΝ μιλάω για αυτά τα πράγματα:

Αυτό που έχω καταλάβει, από τα λίγα που έχω αντιληφθεί για αυτήν την υπόθεση, είναι ότι η Κατερίνα Σαββαΐδου έκανε ένα τεράστιο κακό στην χώρα, στους πολίτες και στην δημοκρατία και τους θεσμούς, εν πλήρει συνειδήσει, προστατευόμενη από την ανεξαρτησία της θέσης της. Αυτό που έχω καταλάβει, είναι πως ουδείς μπορεί να μου εξηγήσει γιατί η χώρα στερήθηκε όλη αυτήν την χρονιά αυτά τα έσοδα, ουδείς μπορεί να μου εξηγήσει γιατί έπρεπε να στερηθεί τις βεβαιωμένες οφειλές εκατομμυρίων ευρώ που δεν αποδόθηκαν, ουδείς μπορεί να μου εξηγήσει γιατί έπρεπε, πέντε χρόνια τώρα, να στερηθεί τόσα εκατομμύρια ευρώ που θα ήταν πολύτιμα σε κάθε κυβέρνηση, όχι μόνο στην παρούσα, για να βοηθήσει τους πολίτες της.

Όσοι υπερασπίζονται τις ενέργειές της, δεν θεωρώ ότι υπερασπίζονται πια την ανεξαρτησία του θεσμού που υπηρετούσε η Σαββαΐδου – την έχει ήδη εκχωρήσει, σε κάθε δυνατή ευκαιρία όπως το βλέπω εγώ. Μα, ειδικά για την συγκεκριμένη, υπερασπίζονται την ζημιά που έκανε, με δόλο, στην χώρα. Υπερασπίζονται μία ανεξέλεγκτη Σαββαΐδου.

Αυτά έχω καταλάβει τουλάχιστον εγώ, κάθε παρατήρηση γι’ αυτήν την ιστορία, δεκτή.


(LIBERTE, EGALITE, FRAT…- I don’t think our European partners would approve of that.)

Σε τούτο το blog, τα τελευταία χρόνια, λέω την γνώμη μου. Δεν ταιριάζει, συνήθως με την κοινή σκέψη: των καιρό των (αντι)μνημονίων έλεγα «δεν ξέρω αν είναι σωστά τα μνημόνια ή όχι», τον καιρό του «ψόφου» και της «κρεμάλας» έλεγα είμαι με την «νομιμότητα», τον καιρό του «φταίει ο τυροπιτάς» έλεγα «όχι, δεν φταίει ο τυροπιττάς όσο φταίει ο παράνομος επιχειρηματίας» και τον καιρό του «έτσι πρέπει να γίνει», ρωτούσα, απλώς, «γιατί».

Δεν είμαι επαναστάτης, δεν λέω αυτό – κάθε άλλο. Απλώς τονίζω πως, ο,τι λέω δεν είναι πάντα η πιο διαδεδομένη άποψη.

Κάνω αυτήν την εισαγωγή, γιατί πρόκειται να θέσω για άλλη μία φορά, ένα ερώτημα που δεν μοιάζει ιδιαιτέρως δημοφιλές σήμερα:

Πόσα δικαιούται να ζητήσει ο δανειστής από τον δανειζόμενο;

Ακούστε – έχουμε, εδώ και χρόνια, υπογράψει ένα σωρό μνημόνια και εφαρμοστικούς νόμους. Είχα τονίσει στο παρελθόν ότι κάποιοι τους ψήφισαν παρά την θέλησή τους, στην ουσία εκβιαζόμενοι ενώ δεν συμφωνούσαν, απλώς γιατί δεν ήθελαν την εναλλακτική. Είχα αναφέρει την σκέψη ότι, σε μία δημοκρατία που η αντίθετη άποψη εξαφανίζεται ή λοιδορείται δημοσιογραφικά από ΜΜΕ (που οφείλουν την ύπαρξή τους σε άλλους δανειστές), και κόμματα που επίσης χρωστάνε (σε άλλους δανειστές) – ε, δεν την λες ακριβώς δημοκρατία. Αλλά δεν συζητάμε (αποκλειστικά) αυτό:

Είναι σαφές για μένα, ότι σε μία σχέση δανεισμού, αυτός που βάζει τα χρήματά του θέλει να νιώθει ασφαλής. Δεν είναι απλώς λογικό, είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρχει καν αυτή η σχέση.

Προφανώς λοιπόν, ο δανειστής ζητά εγγυήσεις. Θέλει να πάρει τα χρήματά του πίσω, και είναι (τις περισσότερες φορές, όχι πάντα) προς το συμφέρον του ο δανειζόμενος να τα χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να σιγουρευτούν και οι δύο πλευρές ότι θα το πετύχει. Επίσης, είναι σαφές ότι ο δανειζόμενος πάει στον δανειστή. Θεωρητικά, ο δανειστής κάνει, ή δεν κάνει δεκτό το αίτημα του δανειζόμενου με βάσει τις εγγυήσεις που θα του παρασχεθούν, και έτσι γίνεται μία σωστή συμφωνία.

Η σχέση αυτή όμως, είναι σχέση μεταξύ ενός ισχυρού, και ενός ανίσχυρου. Καθίσταται σαφές ότι αυτός που έχει τα λεφτά, και την λογική απαίτηση της διασφάλισής του, έχει και τον απόλυτο σχεδόν έλεγχο απέναντι στον δανειζόμενο. Μπορεί να του ζητήσει οτιδήποτε θεωρεί ότι θα τον θωρακίσει, και η απόφαση μένει στον δανειζόμενο να το κάνει δεκτό – ή όχι.

Ο πολιτισμένος κόσμος όμως, βλέποντας αυτήν την σχέση, παρεμβαίνει. Λέει «μισό λεπτό, αλλά δεν μπορεί ο δανειζόμενος να ξεπεράσει τα όρια της αξιοπρέπειάς του. Το ότι ζητά να δανειστεί, πχ, δεν σημαίνει ότι ο δανειστής μπορεί να του ζητήσει *οτιδήποτε*. Θα πρέπει να θεσπιστούν κάποιοι κανόνες, σαφείς για όλους τους εμπλεκόμενους, ώστε όλοι να ξέρουν ότι ο δανειστής έχει δικαίωμα μέχρι ενός σημείου». Από εκεί και πέρα, δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει απόλυτα την ασφάλειά του – αυτό είναι και το νόημα του ρίσκου, άλλωστε.

Έτσι, ο δανειστής δεν μπορεί να ζητήσει από τον δανειζόμενο να είναι σκλάβος, πχ. Δεν μπορεί να απαιτήσει την αποπληρωμή με ένα νεφρό, ή με το να αναγκάσει τον δανειζόμενο να υπερβεί τις αρχές του, πχ να παρανομήσει. Θα ήταν «λογικό», θα εξασφάλιζε απόλυτα τον δανειστή προφανώς – αλλά υπάρχουν ισχυρότεροι κανόνες. Ο πολιτισμένος κόσμος προστατεύει τον δανειζόμενο, στερώντας του την επιλογή να το κάνει, ακριβώς γιατί θεωρεί ότι κάποια πράγματα, μεταξύ ενός ισχυρού και ενός ανίσχυρου, δεν είναι πια επιλογή.

Το άτομο λοιπόν, προστατεύεται ενός ισχυρού, στερούμενο τις επιλογές που υπερβάλλουν τις παγκόσμια ορισμένες γραμμές της αξιοπρέπειάς του.

Κατανοητό.

Τι γίνεται με ένα κράτος όμως;

Διαβάζω στο μνημόνιο που υπέγραψε η Ελλάδα ότι θα κάνει αποδεκτό – μεταξύ άλλων:

– Να επαναεξεταστούν οι νόμοι που έχουν ψηφιστεί από τον Φεβρουάριο και μετά,

Να εισαχθούν στην ελληνική νομοθεσία νόμοι για την διασφάλιση των δανειστών

– Κάθε νέος νόμος που έρχεται στο κοινοβούλιο ή προς διαβούλευση, να έχει πρώτα συμφωνηθεί με τους θεσμούς αν αυτοί θεωρούν ότι τους αφορά.

Τα ίδια, πάνω κάτω, υπήρχαν και στα προηγούμενα μνημόνια.

Εδώ όμως έχω ένα πρόβλημα. Θεωρώ ότι προσβάλλεται η εθνική κυριαρχία του κράτους. Αν οι θεσμοί έχουν πρόσβαση στο νομοθετικό μας έργο, το προηγούμενο το επόμενο και το τωρινό, τότε παρεμβαίνουν στην βάση της δημοκρατίας μας. Κάθε απόφασή μας είτε ελέγχεται αν είναι παρελθοντική, είτε επιβάλλεται αν είναι τωρινή, είτε, το πιο σημαντικό απ’ όλα, πρέπει να περάσει από έγκριση από τούδε και στο εξής.

Οι δανειστές, μοιάζει λογικό, θέλουν να εξασφαλίσουν την οικονομία μας, και μέσω ημών, να εξασφαλίσουν και την επένδυσή τους. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που θα μας δανείσουν, καθώς δεν μας έχουν πια καμία εμπιστοσύνη ότι θα κάνουμε αυτά που συμφωνήσαμε. Το καταλαβαίνω απόλυτα, και αντιλαμβάνομαι την θέση τους.

Η Ελλάδα από την άλλη, είναι ένα κυρίαρχο κράτος. Ακόμα και χωρίς ένα ευρώ στα ταμεία, διατηρεί την εθνική της κυριαρχία, το δικαίωμα να αποφασίζουν οι πολίτες ποιοι θα είναι οι νόμοι που θα ψηφίζονται, μέσω των εκπροσώπων τους στην βουλή που ψηφίστηκαν με κάποιες συγκεκριμένες εντολές. Ακόμα και αν πεινάει ο κόσμος, έχει δικαίωμα να αποφασίζει να πεινάσει κι άλλο (ασχέτως αν συμφωνώ, ή διαφωνώ προσωπικά) μόνος του, και χωρίς παρεμβάσεις.

Ποιος βάζει το όριο;

Ποιος είναι κατάλληλος να μας πει αν η δημοκρατία στην Ελλάδα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης μίας οικονομικής συμφωνίας; Ποιος μπορεί να μας δείξει την κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην «δίκαιη συμφωνία» που εξασφαλίζει και τις δύο πλευρές – και σε ένα Οικονομικό Πραξικόπημα; Ποια είναι η κόκκινη γραμμή της παραβίασης, ώστε να ξέρουμε αν ξεπερνιέται τώρα, ή θα ξεπεραστεί στο μέλλον για να αντιδράσουμε; Πόσο δίκαιη είναι η κραυγή #ThisIsACoup που γεμίζει το twitter για το Ελληνικό ζήτημα;

Ο μόνος λόγος που αφαιρείται το δικαίωμα από ένα άτομο η δυνατότητα να ξεπουλήσει την αξιοπρέπειά του στον δανειστή του, είναι ακριβώς γιατί είναι πιθανό να το προτείνει ακόμα και αυτοβούλως ο ίδιος, και αυτή είναι η υπέρτατη προστασία που προβάλλει ο πολιτισμένος κόσμος.

Ποιος προστατεύει ένα κράτος από το να ξεπουλήσει, στο όνομα ενός διλήμματος (σκληρού, προφανώς, όλα τα αληθινά διλήμματα είναι σκληρά) την δική του αξιοπρέπεια και των πολιτών του; Εκεί δεν οφείλεται προστασία στο άτομο που απαρτίζει το κράτος; Δεν είναι πιο σημαντική η διασφάλιση της αξιοπρέπειας του δανειζόμενου, η διασφάλιση της δημοκρατίας, από το δίλημμα που προφανώς υπάρχει;

Αν χαθούν αυτά, έχει σημασία (για παράδειγμα) σε ποιο νόμισμα έχουν χαθεί;

Είναι -τελικά- θεμιτό η δημοκρατία να είναι δανειστικός όρος;

Αυτές είναι οι σκέψεις μου, και αυτές ήταν πάντα οι σκέψεις μου άλλωστε.

Όποιος θέλει να μοιραστεί τις δικές του, τα σχόλια είναι ανοικτά.

Η αίσθησή μου είναι ότι η τελευταία εβδομάδα, η εβδομάδα του δημοψηφίσματος ήταν κόλαφος για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

Οι τηλεοπτικοί σταθμοί που είχαν πάρει θέση ανοικτά υπέρ του Ναι, (υποθέτω ότι είναι θεμιτό, δεν ξέρω όμως τους δημοσιογραφικούς κανόνες) έχω την αίσθηση ότι διάνθισαν την άποψή τους «εξαφανίζοντας», όπου αυτό ήταν δυνατό, την αντίθετη άποψη.

Οι διαδηλώσεις του Όχι πήραν τον ελάχιστο δυνατόν χρόνο μετάδοσης, αντίθετα με τις διαδηλώσεις του Ναι, που πήραν πολλαπλάσιο χρόνο προβολής.


Από το άρθρο του ThePressProject.gr «Τέσσερα ψέματα για τηλεοπτική κατανάλωση«

Ενημερωτικές εκπομπές απέφυγαν να έχουν οποιονδήποτε κύριο καλεσμένο με θέση υπερ του Όχι – επι μία εβδομάδα συνεχόμενα φιλοξενούσαν καλεσμένους και απόψεις που υποστήριζαν σχεδόν αποκλειστικά το Ναι.

Ακόμα και η στάση απέναντι στους καλεσμένους του Όχι ένιωσα ότι ήταν διαφορετική από την στάση στους καλεσμένους του Ναι. Κάθε άποψη του Όχι παραμεριζόταν, ακόμα και ζωντανή, για να πάμε σε φιλτραρισμένες, κατεψυγμένες πιο χρήσιμες δηλώσεις.

Αντίστοιχα, ο τύπος, με επίσης θέση κυρίως υπέρ του Ναι (αν και ο έντυπος χώρος ως ευρύτερος είχε καλύτερη εκπροσώπηση των δύο πλευρών) στις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πριν την κεντρική συγκέντρωση για τις δύο θέσεις, αγνόησε αυτήν με την οποία διαφωνούσε, και υπερπρόβαλε αυτήν που συμφωνούσε, χωρίς να έχουν μεταξύ τους ιδιαίτερη διαφορά σε όγκο.

Ακόμα και όταν όλα τα κανάλια σεβάστηκαν την νομοθεσία που επιβάλλει να μην υπάρχουν εκπομπές για τις εκλογές το Σ/Κ του δημοψηφίσματος, ο Σκαϊ συνέχισε να προβάλλει δημοσιογραφικές εκπομπές, χαρακτηρίζοντας τις «ενημερωτικές» – παρότι, ως σταθμός, είχε ακόμα και δικτυακά μέρες πριν ξεκαθαρίσει την θέση του:

Τα μέσα πήραν θέση (εγώ λέω θεμιτό), αλλά με βάση αυτήν την θέση φαίνεται ότι απέκρυψαν όσο μπόρεσαν ο,τι δεν συμφωνούσε μαζί τους. Ακόμα και αν δεν έγινε σε όλες τις περιπτώσεις συνειδητά, έγινε, και αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο. Αυτή είναι η αίσθηση που εισέπραξα εγώ, αλλά από ότι αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο, πολλοί πολίτες διαμαρτύρονται πλέον για το ίδιο πράγμα.

Μπορεί να κάνω λάθος, θέλω στα σχόλια και την δική σας αίσθηση.

~

Η ανάγνωση που διαβάζω μέχρι τώρα, είναι πόσο καλό έκανε αυτό στο Όχι. Ο κόσμος εξοργίστηκε από αυτήν την συμπεριφορά, απέρριψε την ενημέρωση των μέσων, στρεφόμενος σε εναλλακτικές πηγές ή στο διαδίκτυο, και συσπειρώθηκε πολύ πιο έντονα, και αυτό είναι γεγονός. Φάνηκε άλλωστε από το κεντρικό σύνθημα (εκτός του «όχι») στην κεντρική διαδήλωση του αντίστοιχου χώρου, που ήταν η αποδοκιμασία των δημοσιογράφων.

Αλλά το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Κατόπιν εορτής, και μάλιστα με την επικράτηση του Όχι, η ανάγνωση «βοήθησαν το Όχι οι υπερβολές του ναι» είναι ελλιπής, επιφανειακή και επικίνδυνη. Αν είχε κερδίσει το Ναι, έστω και για μία ψήφο, η απαράδεκτη στάση των ΜΜΕ -η οποία μάλιστα δεν (ξέρω να) είχε έστω και μία δημόσια καταδίκη από την πλευρά των ευνοουμένων, ακόμα και ως αυτοπροστασία- θα είχε σημάνει μία εξαιρετικά οδυνηρή διαδικασία απόρριψης της αποδοχής του αποτελέσματος.

Είναι ανεξαρτήτως αποτελέσματος ένα πλήγμα στην δημοκρατία.

Η δημοκρατία νοείται όταν όλοι μπορούν να εκφέρουν τις απόψεις τους ισότιμα, και ο κόσμος να αποφασίζει βάσει αυτής της πληροφορίας. Ακόμα και αν τίθεται θέμα εκλογών, όταν η μία άποψη σχεδόν εξαφανίζεται από την επικοινωνιακή δομή ενώ η αντίθετή της υπερπροβάλλεται, ήδη, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η διαδικασία έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα.

Η προσπάθεια να ομαλοποιηθεί η διαμαρτυρία με το «η υπερπροβολή βοήθησε την αντίθετη άποψη» χάνει αυτό ακριβώς το σημείο: Ότι η διαδικασία είναι ήδη πληγωμένη, ανεξαρτήτως απόδοσης ή αποτελέσματος.

Δεν ήταν άλλη μία μαύρη εβδομάδα για την δημοσιογραφία – ήταν συμπυκνωμένα η πιο μαύρη που μπορώ να θυμηθώ.

Αρνούμαι, καθώς δεν είμαι του δημοσιογραφικού χώρου, να κάνω υποδείξεις. Όσοι έχουν καθαρό μυαλό, και δίκαιη κρίση, ας το αποτολμήσουν. Ως καταναλωτής ειδήσεων μπορώ μόνο να σας πω αυτό:

Και μόνο η απαξίωση της δημοσιογραφίας την τελευταία εβδομάδα, είναι ένα τρομακτικό γεγονός.

Απευθύνομαι σ’ αυτούς που το ζουν, ως έκκληση και κραυγή:

Διορθώστε το εκ των έσω, άμεσα, όσο ακόμα προλαβαίνετε.

~


Υ.Γ.: Να μην παραλείψω να εκθειάσω την στάση της ΕΡΤ, η οποία στον βαθμό που μπόρεσα να καταλάβω αντιμετώπισε δημοσιογραφικά ισότιμα τις δύο απόψεις, έδωσε λόγο και στις δύο πλευρές, παρουσίασε ισομερώς τις ενέργειές τους και στάθηκε αξιοπρεπώς συγκριτικά με την συνολική εικόνα του τύπου.

Υ.Γ.: Όσο αφορά τα έντυπα, πράγματι ανάλογες εικόνες είχαμε και από άλλες εφημερίδες (όπως η Αυγή πχ) που υποστήριζαν το Όχι. Όπως γράφω, ο χώρος του εντύπου είναι ευρύτερος, και περιλαμβάνει όλες τις φωνές με μεγαλύτερη ευκολία. Παρόλα αυτά, ακόμα και η Αυγή παρουσίασε την συγκέντρωση του Ναι στο εξώφυλλό της (με αρνητικό σχόλιο, αλλά δεν την αγνόησε). Δικτυακά μέσα επίσης όπως το left.gr δεν έχω την αίσθηση ότι διακρίνονταν για την αντικειμενικότητά τους, κάτι που με έφερε και εμένα εκτός εαυτού.

Υ.Γ.: Η θέση μου, αν έχει καμία σημασία στην ανάγνωση του άρθρου, δεν ήταν ούτε υπέρ του Ναι, ούτε υπέρ του Όχι. Ως στάση, στέκομαι απέναντί σας με τους νικητές (γιατί η θέση μου είναι ότι μετά τις εκλογές όλοι έχουμε την ευθύνη των νικητών), αλλά προσωπικά ήμουν τόσο διχασμένος στο δημοψήφισμα, που μπορώ κάλλιστα να υιοθετήσω και τις δύο (εντελώς αντίθετες) πλευρές ως δικές μου.

Υ.Γ.: Ιδιαίτερη μνεία στο κανάλι της Βουλής, που παρουσίασε τις προσωπικές απόψεις της ΠτΔ με τον θεσμικό της ρόλο. Οι δημοσιογράφοι που εργάζονται στο κανάλι εξέδωσαν επιστολή διαμαρτυρίας για την γενικότερη κατάσταση στην 1η Ιουλίου. Είχα επίσης πάρει θέση και γι’ αυτό, τότε.