Τα παραμύθια είναι ωραία, αλλά μόνο για τα μικρά παιδιά.

Μεγαλώνοντας, όταν στα πουλάνε, ξενερώνεις λιγουλάκι. Χαλιέσαι. Και καμιά φορά, τρομάζεις κιόλας.

§

Δεν ξεμωράθηκα – ξέρω τι λέω.

Μιλάω για τα παραμύθια.

Να, για παράδειγμα τούτο το τελευταίο. Θα κοπεί, λέει, ο δέκατος τέταρτος μισθός.

Δεν είναι αυτό το παραμύθι, προφανώς. Το παραμύθι, είναι ότι αυτό γίνεται για να ενισχυθεί η οικονομία μας.

Για να βελτιώσουμε τα οικονομικά μας.

Όσο ήμουνα παιδί, μπορεί να το έτρωγα αυτό το παραμύθι. Αμάσητο.

Μπορεί να έλεγα «αφού είμαστε σε τόσο δεινή οικονομική κατάσταση, ας γίνει» ή «το καταλαβαίνω ότι δεν γίνεται αλλιώς».

§

Όσο ήμουνα παιδί όμως όλα αυτά. Αθώος.

Γιατί τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι λιγάκι παραπάνω. Λέω μέσα μου:

«Τι αλλάζει;»

Τι αλλάζει άραγε;

Μήπως ο δέκατος τέταρτος μισθός μας οδήγησε εκεί; Μήπως το χαμηλό Φ.Π.Α. ή η σύνταξη στα εξήντα-πόσα;

Δεν νομίζω.

Πιο πιθανό είναι να μας οδήγησαν εκεί άθλιες οικονομικές κινήσεις. Ηλίθιοι σε πολυ επικίνδυνα πόστα. Δημόσια έργα, που έκαναν τριάντα και τιμολογούνταν πενήντα (ή εκατόν τριάντα). Μίζες, σε κάθε βήμα, αλόγιστες δαπάνες, έξοδα που δεν δικαιολογούνταν, δωράκια, σε ημετέρους ή μοναστήρια, σε ποδοσφαιρικές ομάδες ή κάστες ειδικά πληρωμένων δημοσίων υπαλλήλων, σε υπερτυχερούς μονιμοποιημένους υπαλλήλους της βουλής, σε δημοσιογράφους ή μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε δικούς μας, σε κόμματα, σε πολυτελή αυτοκίνητα για τον κύριο υπουργό και την κυρία του. Απίστευτη αγορά συνειδήσεων με μονιμοποιήσεις δημοσίων υπαλλήλων. Παιχνίδια σε χρηματιστήρια με τα λεφτά των ασφαλισμένων. Άσκοπες σπατάλες σε πολεμικό υλικό.

Νεοπλουτισμοί και ρεμούλα, συμφέροντα και παρέες.

Αυτά μας οδήγησαν εκεί.

Αλλά αυτά δεν κλείνουν. Δεν ενοχλούνται. Η μαύρη τρύπα δεν ταπώνεται. Οι λύκοι δεν φεύγουν, Τριγυρίζουν, από απόσταση, αλλά δεν φεύγουν. Εχει ζουμί ακόμα.

Ξεκινήσαμε και καλά με πέντε-δέκα κυβερνητικά αυτοκίνητα, αλλά ξεχάσαμε τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από αυτό το «μεγάλο κακό».

Το χειρότερο έγκλημα της τελευταίας ίσως εκατονταετίας, δεν έχει ούτε έναν υπεύθυνο. Ούτε έναν υπόλογο.

Μα αυτοί είναι η μαύρη τρύπα. Αυτοί μασάνε αδιαλείπτως τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Δεν ξέρουμε ποιοι είναι; Δεν κρύβονται ιδιαιτέρως. Τα έκαναν κότερα, επιχειρήσεις, ποδοσφαιρικές ομάδες, κόμματα, συμβάσεις, κανάλια, προεκλογικές εκστρατείες.

Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να τους δεις.

§

Το να ζητάει ο πρωθυπουργός την καταβολή του δέκατου τέταρτου μισθού, δεν θα αλλάξει απολύτως τίποτα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, είναι ακόμα εκεί, στις ίδιες θέσεις, με τα πηρούνια έτοιμα και τα μαχαίρια τους ακονισμένα. Ούτε ο δέκατος τέταρτος, ούτε η αύξηση του Φ.Π.Α. θα τους εξαφανίσει:

Είναι ακόμη εδώ. Στην σκιά. Περιμένουν.

Το να ζητάει λοιπόν θυσίες, δεν είναι εξοργιστικό για αυτά που έγιναν εχθές. Είναι εξοργιστικό για αυτά που θα ακολουθήσουν αύριο – και θα γίνουν, λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα, ευρώ προς ευρώ, αφού δεν προστατευτήκαμε καθόλου, και σε κανέναν τομέα, από όλα αυτά που μας οδήγησαν εδώ:

Αναπαραγάγουμε, σε απελπιστικά ίδιο βαθμό, τα ίδια ακριβώς λάθη, ακόμα και τώρα.

Αν το μεγαλύτερο λάθος του κράτους είναι ότι δανειζόταν κάθε φορά που δεν είχε, (μεγαλώνοντας το έλλειμα και τις ανάγκες της) είναι βλακεία να πιστεύεις ότι δεν κάνει ακριβώς το ίδιο και τώρα. Το κάνει εκβιαστικά και εξαναγκαστικά – αλλά ιστορικά, διαπράττει το ίδιο ακριβώς λάθος: δεν δημιουργεί. Καλύπτει.

Αναλώνεται, και αυτή, ακριβώς όπως και οι προηγούμενοί της, τέσσερις μήνες τώρα, στο να εφευρίσκει νέους φόρους, όχι νέες ευκαιρίες. Νέες δικαιολογίες, όχι νέες ιδέες.

Οι δανειστές μόνο άλλαξαν. Ήταν οι μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού, ή οι ανυπόμονοι ευρωπαίοι εταίροι μας, τώρα γίναμε εμείς εκ των έσω. Ηταν οι σκληροί επιχειρηματίες του ευρώ, και έγιναν οι αφελείς του αμίμητου προεκλογικού «λεφτά υπάρχουν».

Δεν ξέρω για λεφτά, κορόϊδα πάντως, υπάρχουν σίγουρα.

Όπως όμως τελείωσε η υπομονή των εταίρων μας, έτσι, αναμφισβήτα, κάποια δεδομένη στιγμή, θα τελειώσει και η υπομονή (και οι δυνατότητες) των εσωτερικών, ταλαιπωρημένων δανειστών μας: Το τελευταίο ενέχυρο που έχει η πατρίδα να δώσει στην κοστουμαρισμένη ευρώπη, είναι ο μεροκαμιατιάρης έλληνας. Αν και αυτοί οι ευρωπαίοι είχαν λίγο μυαλό -ή αν τους ενδιέφερε πραγματικά- μπορεί να ήταν σαφώς πιο φρόνιμο να ζητήσουν κανένα κεφάλι.

Ξέρεις, κάποιον υπεύθυνο για αυτό το χάλι. Μόνο και μόνο για να σιγουρευτούν ότι δεν θα ξαναγίνει.

Αλλά μπορεί να ήταν κανένα καλοπληρωμένο καλόπαιδο της Siemens ή κανας μεσάζοντας για φρεγάτες, οπότε, τελικά, ασ’ το καλύτερα.

Ας σφάξουμε κανα εκατομμύριο αυτόχθονες για αρχή. Και μετά, βλέπουμε.

§

Είναι ωραία λοιπόν τα παραμύθια. Και ο πρωθυπουργός είχε το σωστό βλέμμα, το στεναχωρημένο, το πικραμένο όταν έλεγε ότι «τον σταματούν στον δρόμο και του προσφέρουν τον δέκατο τέταρτο για την πατρίδα». Ενα γλυκό, συμπονετικό ύφος, με την ανάλογη ανάμνηση.

Ενα γλυκό παραμύθι, μια γλυκιά απειλή, με μία ελπίδα για έναν ανήσυχο, γεμάτο εφιάλτες, ύπνο.

Αλλά, παραδόξως, δεν είναι το πιο τρομαχτικό ότι αυτό το παραμύθι κοιμίζει.

Για να είμαι ειλικρινής, το πιο τρομαχτικό δεν είναι αυτό.

Το πιο τρομαχτικό είναι ότι μοιάζει να τα πιστεύει αυτά τα παραμύθια.

Αυτό με κρατάει ξάγρυπνο τα βράδια.

Και εμένα, και τους λύκους που παραμονεύουν χαμογελώντας, δείχνοντας μου τα δόντια τους στο σκοτάδι.

Οι νότες.

Για να είμαι ειλικρινής, αυτό μου έλειψε πιο πολύ. Οι νότες.

Οι στίχοι.

Δεν μιλάνε πια οι στίχοι.

Φέρονται βίαια απέναντί μας. Και αυτό, δεν είναι το χειρότερο.

Μας κοροϊδεύουν. Μας φτύνουν στα μούτρα, και μεις κάνουμε λίγο πιο ‘κει, γιατί μας κρύβουν την εικόνα από το iphone μας. Από το Κους Κους και το διαζύγιο φωτιά. Μας χτυπούν, μας βιάζουν, μας κλέβουν – φίλε, μας κλέβουν, με το μεγαλύτερο θράσος που είδες ποτέ, μας τσιγκλάνε, μας δουλεύουν, μας λένε μια τούτο, και με το ίδιο ύφος, αμέσως μετά το άλλο, μας γελάσανε.

Ελεγα στην αρχή, θα θυμώσει. Τον βαρέσανε, δεν μπορεί, θα θυμώσει.

Και δεν θύμωσε.

Έλεγα μετά, θα θυμώσει, να, τώρα τον σκοτώσανε, να, τώρα θα θυμώσει. Θύμωσε λίγο, και μετά, τίποτα. Δεν απαίτησε, δεν ζήτησε, δεν ήλπιζε καν.

Μετά, είπα θα θυμώσει, τον κρυφακούσανε, τον κρεμάσανε, του είπανε ψέματα – ούτε τότε θύμωσε.

Τον γελάσανε. Δεν θύμωσε.

Του πειράξανε την ασφάλεια, την σύνταξή του – όχι, ούτε τότε.

Τον κλέψανε, του κλέψανε έναν ολόκληρο μισθό, που τον είχε πληρωμένο – όχι.

Βγήκανε στην τηλεόραση αυτοί που τον κλέψανε, που τον φλομώσανε στα ψέματα, να του πουν τι πρέπει να κάνει τώρα – όχι, όχι. Ούτε τώρα.

Δεν έγραψε ούτε έναν στίχο.

Ούτε μία μελωδία.

Σιωπή.

Ο κόσμος κατέβηκε, πεταξε πέτρες, τον κλέψανε, τον κρυφακούσανε, τον βαρέσανε, τον σκοτώσανε, του ‘πανε ψέματα, τον γελάσανε, τον φτύσανε στα μούτρα – όχι.

Ούτε έναν στίχο.

Γιατί βγάλανε όλοι τον σκασμό;

Τι σιωπή είναι αυτή θεέ μου; Πιο βίαιη και από τις πράξεις τους. Με τρομάζει αυτή η σιωπή. Στην χούντα, που απαγορευόταν, τραγουδούσαν. Είχαν νοήματα. Είχαν πάθος.

Είχαν λόγο. Είχαν καρδιά.

Αυτή η ησυχία με τρομάζει.

Η μουσική του αδιάφορου.

Όταν δεν μιλάς εσύ, θα μιλήσει κάποιος άλλος.

Αξίωμα.

Αν κάνεις ησυχία, κάποιος άλλος θα βρει λόγο. Θα πει αυτό που νομίζει. Καλά θα κάνει, αλλά είναι υπό την ανοχή σου. Υπό την δική σου σύμφωνη γνώμη.

Ότι και αν πει, δεν το επέτρεψες μόνο: το δικαιολόγησες.

Θα εξηγήσω.

~

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, μου τέθηκε μία ερώτηση. Μου είπαν «σε βλέπουμε να ασχολείσαι περισσότερο με τους μετανάστες, μην κακοπεράσουν αυτοί, αλλά αν βρεις έλληνες, δεν είσαι τόσο δυναμικός». Δικός μου άνθρωπος μου το ‘πε, που μ’ αγαπάει και τον αγαπάω.

Αν και δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχει δίκιο. Όχι ότι ασκώ αντίστροφο ρατσισμό, και θα πω «έλα μωρέ, έλληνας είναι» – αυτό το ξεκαθαρίζω μία και καλή. Αλλά κοιτάω τον άνθρωπο με τους συμμάχους του. Αν έχει οικογένεια, πρώτα να βοηθήσει αυτή. Αν έχει φίλους, πρώτα αυτοί. Αν έχει γνωστούς, πρώτα αυτοί. Και αφού βοηθήσουν όλοι αυτοί, μετά ανακατεύομαι εγώ.

Ο μετανάστης δεν έχει φίλους.

Γι αυτό νοιάζομαι περισσότερο. Γιατί ο μετανάστης είναι απόκληρος, σκουπίδι, λιγότερος από άνθρωπος. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που λένε «να σωθούν πρώτα οι δικοί μας, και μετά οι μετανάστες» θα υπάρχω και εγώ και θα λέω «να σωθούν όλοι«.

Για να μην ακούγονται μόνο αυτοί.

Για να μην γίνεται ησυχία.

~

Η Κατερίνα έγραψε ένα post σήμερα. Διαβάστε το και σβήστε ότι λέει για τον αρκούδο(*). Ειλικρινά, δύο γάλατα πήγαμε. Δύο γάλατα, και δύο τηλεφωνήματα.

(*) Φαντάσου, δηλαδή, πως είναι η κατάσταση για να πανηγυρίζονται έτσι δύο γάλατα.

Δεν γλυτώνει η γυναίκα με δύο γάλατα.

Διαβάστε τα σχόλια όμως.

Το δεύτερο σχόλιο, που είναι δικό της, γράφει κάτι που γράφεται στο forum του parents.gr, μία πύλη για γονείς, που έγινε, και εκεί, έκκληση για βοήθεια. Οι γονείς, σε μεγάλο βαθμό, ανταποκρίθηκαν, έδειξαν ενδιαφέρον, έγινε συζήτηση να μαζευτούν ρούχα, φαγητά, παιχνίδια για το μωρό, ότι μπορούσαν.

Αλλά γράφει κάποιος/α στο forum:

Αντιγράφω:

«ναι αν νιωθεις ετσι κανε αυτο απλα εγω θελω να σου πω οτι οι αλοδαποι που ηρθανε στην ελλαδα φερανε και την εγκληματικοτητα μαζι τους…σκεψου ποσους ελληνες εχουνε σκοτωσει και δεν ειδα κανεναν απο τα κρατη τους να κανει ερανο για τους σκοτωμενους αθωους ελληνες απο αλβανους.κτλ.
δεν λεω οτι καλως εφυγε ο ανθρωπος αλλα δεν θα τρελαθω κιολας ..νομιζω οτι το να βοηθηθει η γυναικα αυτου ειναι καπως αδικο σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα….»

Και σημειώνει από κάτω η Κατερίνα που παραθέτει το σχόλιο:

ΜΥΝΗΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ FORUM PARENTS…..
ZHTHΣΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ…

Ήταν η δεύτερη «επίθεση» που δέχθηκε η Κατερίνα. Από ανθρώπους που λένε «ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα». Και δεν αντέχει άλλο. Και εγκαταλείπει. Και λυγίζει. Και ζητά να κατέβει το θέμα. Δεν αντέχει να το βλέπει. Όχι πια το ξένο post: αυτό το ζήτησε την προηγούμενη φορά που γράφτηκε κάτι παρόμοιο. Όλο το θέμα πια. Ότι είχε γίνει μέχρι τότε. Για να μην «μολυνθεί».

Δεν ξέρω, ξαναδιάβασέ το. Αργά. Αν αντέχεις. «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Είναι «άδικο«.

~

Δεν τα έχω με αυτούς. Αυτό πιστεύουν; αυτό λένε. Είναι κουταμάρα; για μένα είναι. Είναι οδυνηρό; επίσης.

Δεν τα έχω -προφανώς- με την Κατερίνα. Πόσο μίσος να αντέξει όταν βλέπει, καθημερινά, δίπλα της, τον πόνο; Θυμάστε πως αντέδρασαν οι γείτονές της; Όταν εκλιπαρούσε, όχι από το blog, προσωπικά, τον γείτονά της, που άκουγε το ίδιο κλάμα, για βοήθεια; Για ένα-πακέτο-μακαρόνια; Μπροστά στο πρόσωπό της; (και έγραψε ελάχιστα όπως μου εκμυστηρεύτηκε)

Δεν τα έχω λοιπόν με αυτούς.

Με μας τα έχω. Γιατί σιωπώντας εμείς, ακούγονται οι άλλοι..

Γιατί αν δεν ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ «ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΡΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΤΗΝ ΜΑΝΑ! ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» θα βρεθούν κάποιοι άλλοι, που έχουν άλλα μυαλά, να πουν «άδικο να βοηθηθεί».

Και θα ακουστεί η φωνή τους. Η τρομαχτική, βαθιά τρομαχτική φωνή τους.

Και δεν θα είμαστε δίπλα στην Κατερίνα. Πλάι της. Να της λέμε «μην τους ακους». Και να λέμε και στους άλλους, μην τους ακούτε. Να σταθούμε δίπλα. Πολλοί.

Και θα λυγίσει η Κατερίνα.

Και θα λυγίσει η καθηγήτρια.

Και θα λυγίσει ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει. Ο άνθρωπος που βλέπει Ανθρώπους, και όχι Μετανάστες.

~

Επειδή σιωπήσαμε εμείς.

Δεν πάω να σε γεμίσω ευθύνες φιλαράκι. Απλώς, έτσι έχουν τα πράγματα.

Και θα κλείσει το θέμα στο forum, η βοήθεια στην Λίντα, η ενασχόληση του κόσμου, η πιθανότητα να μάθουν ελληνικά οι μετανάστες, η αντοχή της Κατερίνας. Οριστικά.

Όταν σιωπήσαμε εμείς, κάποιος είπε: «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Υ.Γ.: Έχουν νόημα τα σχόλια; όχι, ούτε και σήμερα έχουν.

.

Δεν πρέπει να έχει πεθάνει πιο γρήγορα άνθρωπος.

Ο Nikola (ή Νικόλας, ή Νίκος – δεν έχει σημασία) δεν πέθανε όταν τον πυροβόλησαν από άστοχες, το λιγότερο, ενέργειες της αστυνομίας.

Ο Nikola πέθανε όταν τον ξεχάσαμε πέντε λεπτά μετά. Πέντε λεπτά μετά.

Θυμώσαμε όσο θα θυμώναμε αν μας έπιανε κάποιος την θέση στο μετρό, την σειρά στην ουρά, και μετά συνεχίσαμε με τις ζωές μας.

Πέντε λεπτά μετά.

Δεν πρόλαβε να ταφεί ο άνθρωπος, και τον είχαμε ξεχάσει. Τους λόγους που έγινε ότι έγινε, το άδικο, το αίμα στον δρόμο, την επιτυχία.

Πέντε λεπτά μετά.

Εκτός από το εξώφυλλο (θα μπορούσα να έχω κάνει αυτό, αλλά με είχε προλάβει ο Αλέξανδρος έναν περίπου χρόνο πριν) και το άρθρο, παρακολούθησα το blog της Κατερίνας, για το θέμα.

Η Κατερίνα, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι γειτόνισσα της οικογένειας. Άκουγε το κλάμα της Λίντας, το ίδιο βράδυ. Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Η Κατερίνα ήταν εκεί, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα το blog της, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να μάθω τι γινόταν σ’ αυτήν την οικογένεια, που έμεινε ορφανή, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα σκληρά πράγματα. Σκληρά, οδυνηρά. Αυτά που διαβάζεις όταν ενδιαφερθείς πέντε λεπτά παραπάνω. Και διάβασα για ανέχεια, για ρατσισμό, για αδιαφορία, για ένα γάλα που δεν υπάρχει, για ένα άδειο ψυγείο. Μια τρέλα.

Και έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω, πήγα στο twitter, εκεί όπου χίλιοι περίπου άνθρωποι με διαβάζουν, και τους ενημέρωσα:

«Παιδιά, πέντε λεπτά μετά, υπάρχει ένα παιδί. Μία οικογένεια. Ένα δράμα.»

Ένα δράμα ρε πούστη μου.

Μια μητέρα, και ένα μωρό, που κλαίνε, σε ένα υπόγειο.

Πέντε λεπτά μετά.

~

Εικοσιοχτώ άνθρωποι. Τόσοι επανέλαβαν το μήνυμά μου. Εικοσιοχτώ άνθρωποι.

Εννέα μηνύματα. Τόσοι είπαν μία κουβέντα. Εννέα άνθρωποι έγραψαν «προχώρα Κατερίνα, εμείς είμαστε εδώ».

352 κλικ.

352 επισκέψεις.

Ενα ευρώ από την κάθε μία, θα πλήρωνε ένα νοίκι. Μια καλημέρα από τον καθένα, θα γέμιζε ένα ξημέρωμα. Θα έδινε δύναμη.

~

Έστειλα email στην Κατερίνα. Για να μάθω νέα. Μου έδωσε τηλέφωνο, της έδωσα και γω, μιλήσαμε.

Την άκουσα.

Και είχε πολλά να πει. Δεν διαβασες ούτε το ένα πέμπτο.

Πήγαμε στο σούπερ-μάρκετ εχθές (ναι, εχθές) και δώσαμε σήμερα μία σακούλα γάλατα στην Κατερίνα. ΜΙΑ ΣΑΚΟΥΛΑ ΓΑΛΑΤΑ. Λιγότερα από είκοσι ευρώ. Και ντρεπόμουνα κιόλας, που ήταν λίγα. Ντρεπόμουνα. Αλλά έριξα τα μούτρα μου, γιατί είπα δεν είναι καιρός για ντροπές, να πιεί γάλα το παιδί. Να σκεφτεί η μάνα ότι δεν είναι μόνη της.

Πήρα όμως τηλέφωνο φίλους και τους το είπα. «νοιαστείτε», τους είπα, μόνο αυτό. Εγώ δεν έχω. Νοιαστείτε.

Και άλλος μου είπε, το νοίκι – εγώ. Και άλλος, τα έπιπλα; εγώ. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω εκεί. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω αλλού.

Θα βοηθήσω. Να κάνω ότι μπορώ.

Μα την παναγία. Έτσι. «Εγώ».

Δεν είμαι καλύτερος από σένα. Δεν ήμουνα ποτέ, και δεν θα γίνω ποτέ.

~

Ξέρεις κάτι; δεν σε μαλώνω. Άλλες φορές (δεν) έχω κάνει τα ίδια και χειρότερα. Εχω αγνοήσει, έχω αδιαφορήσει, έχω ξεχάσει.

Κι αν έχω ξεχάσει.

Αλλά απογοητεύτηκα ρε.

Μα την παναγία, απογοητεύτηκα. Απογοητεύτηκα που δεν θύμωσες, απογοητεύτηκα που δεν νοιάστηκες, που δεν φώναξες, που δεν μίλησες, που δεν νοιάστηκες, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Στ’ αλήθεια στο λέω, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Όχι που δεν έβαλες το χέρι στην τσέπη, ή που δεν πόσταρες μία καλή κουβέντα, ή που δεν άφησες ένα σχόλιο «κράτα ρε!», ή που δεν έκανες RT – που δεν έκλαψες.

Κι ας μην χορτάσει ούτε με το κλάμα σου, ούτε με το ποστ σου το παιδί της:

Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

~

Πήγα να τα κλείσω όλα σήμερα. Μα το θεο. Και τα twitter, και τα blog και όλα. Να πα να γαμηθεί, αν δεν φάει μία μάνα με το παιδί της, ορφανοί και οι δυό, να πα να γαμηθούν και τα blog, και όλα.

Αλλά αν δεν το έχω και αυτό το ρημάδι, θα τρελαθώ. Θα τρελαθώ που πεθαίνει ένας άνθρωπος και το ξεχνάμε. Που σταματήσαμε να κλαίμε, και αφήνουμε, αλόγιστα, σκληρά και αδιάφορα, μία οικογένεια στην μοίρα της. Πέντε λεπτά μετά.

Απογοητεύτηκα. Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

Δεν το χρωστάς σ’ αυτήν, και σίγουρα, ΣΙΓΟΥΡΑ δεν το χρωστάς σε μενα.

Σε σένα το χρωστάς.

να τα κάνεις ΤΙ τα comment? Αστο καλύτερα.

Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.

Για την αστυνομία ήταν μία επιτυχημένη επιχείρηση. Μία παράπλευρη απώλεια. Ένα «λυπούμαστε». Ή ούτε καν «λυπούμαστε». Ένα «Λυπούμαστε, αλλά«.

Για το παιδί του ήταν ένας πατέρας. Για την γυναίκα του ένας σύντροφος. Για τον εργοδότη του ένας υπάλληλος. Για τους φίλους του ένας φίλος. Ο Νίκος.

Για τους υπόλοιπους δεν ήταν ούτε η Μενεγάκη, ούτε ο Λάτσιος, ούτε η Αλεξανδράτου, ούτε ο Κακαουνάκης.

Για κάποιους εντάξει, δεν ήταν και Έλληνας.

Για το κράτος δεν ήταν ούτε βουλευτής, ούτε πολιτικός, ούτε επιχειρηματίας, ούτε τράπεζα.

Για σένα δεν ήταν ούτε ο αδελφός σου, ούτε ο πατέρας σου, ούτε εσύ.

Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.

Μυστήριο πράγμα ο άνθρωπος.

Υ.Γ.: Είχε και όνομα ο εικοσιπέντε ετών πατέρας. Μπορεί να κάναμε μία μέρα να το μάθουμε, αλλά χαλάλι:

Ήταν ο Nikollas Todi.

«Χάος παραλάβαμε από την προηγούμενη κυβέρνηση».

Θαυμάσια. Και αυτό το χάος θα το πληρώσουμε -φυσικά- εμείς. Τις λαμογιές των άλλων, εμείς. Την αδικία εμεις. Το έλλειμα στα ταμεία; Εμείς.

Γιατί εμείς κύριε; τι φταίμε εμείς που οι άλλοι ήταν καθίκια; τι φταίμε που ήταν άχρηστοι; τι φταίμε που ήταν λαμόγια;

Φταίμε κύριε.

Διότι εμείς τους ψηφίσαμε.

~

Με την @Cyberela έχουμε μία διαφωνία διαρκείας: Κάθε φορά που λέω ‘φταίμε’, η Μυρτώ μου λέει «Να μιλάς για τους άλλους. Εγώ, δεν είχα καμία ευθύνη, γιατί δεν ψήφισα ούτε τους μεν, ούτε τους δε». Και κάθε φορά εναντιώνομαι και λέω «φταίμε όλοι».

Και μετά το σκέφτομαι:

Γιατί φταίμε όλοι;

Η απάντηση είναι, παραδόξως, η ανωνυμία.

Όταν κάποιος ψηφίζει, η ψήφος του είναι μυστική. Αυτό, τον προστατεύει από την ευθύνη της ψήφο του απέναντι στους άλλους, αλλά μοιράζει, την ίδια ευθύνη, σε όλους. Αν πχ εγώ ψηφίσω ΚΚΕ με προστατεύει αν βγει η Νέα Δημοκρατία μοιράζοντας την ευθύνη μου σε ποσοστά: το 10 τοις εκατό του πληθυσμού, ψήφισε ΚΚΕ. Ανώνυμα. Λειτουργεί όμως και αντίστροφα: αν ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, και βγει, η ευθύνη μου είναι επίσης συλλογική: το σαράντα τοις εκατό του ελληνικού λαού, ψήφισε Νέα Δημοκρατία.

Αυτή η ανωνυμία και κατα συνέπεια η συλλογικότητα της ψήφου, όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία, μοιράζεται σε όλους: «Ο ελληνικός λαός αποφάσισε για κυβέρνηση την Νέα Δημοκρατία». Δεν λέμε «το σαράντα τοις εκατό ψήφισε Ν.Δ.» διότι το υπόλοιπο εξήντα αποδέχεται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και εγκρίνει την ψήφο των υπολοίπων ως διαδικασία.

Άρα λέμε «Ο ελληνικός λαός αποφάσισε για κυβέρνηση την Νέα Δημοκρατία» και η αποδοχή είναι πλήρης.

Από την στιγμή που αποδέχεσαι το αποτέλεσμα της διαδικασίας, χρεώνεσαι και την ευθύνη της αποδοχής σου. Αν συνεχίσεις, δέκα λεπτά μετά, να απολαμβάνεις τα οφέλη του κράτους που ζεις (τους θεσμούς του, τις διαδικασίες του, την ύπαρξή του) έχεις, ως άτομο, χρεωθεί την απόφαση των πολλών: είναι πλέον απόφασή σου.

Άρα και ευθύνη σου.

Αυτή είναι η θέση μου. Γι’ αυτό και ποτέ δεν τόλμησα να πω «αυτοί που ψήφισαν ΝΔ ας πληρώσουν τους φόρους της» διότι, τρια λεπτά μετά την ψήφοφορία, όλοι ψηφίσαμε ΝΔ, όλοι θα πληρώσουμε τους φόρους της. Εξίσου υπεύθυνος είμαι, ατομικά, για την αποδοχή πχ της ζαρτινιέρας. Δεν είπα ποτέ φταίνε αυτοί που ξαναφήφισαν και εξιλέωσαν την κυβέρνηση, γιατί και εγώ, που αποδέχθηκα την πλειοψηφία, φταίω εξίσου.

Η ανωνυμία της ψήφου μου με προστατεύει, αλλά έχει ευθύνες και υποχρεώσεις:

Η βασική, κατ’ εμέ, είναι να ξεχάσεις τι ψήφισες ως άτομο. Και να επικεντρωθείς στο τι ευθύνες έχεις από αυτό που ψήφισες ως χώρα.

Είναι περίεργο, όσο να πεις: Είμαστε εθισμένοι στην πλάκα. Αυτό έχει να κάνει από το βραδυνό δελτίο ειδήσεων του Star, μέχρι την Πάνια. Εσύ και εγώ μπορεί όχι, αλλά έχουν τέτοια νούμερα, που συντηρούνται. Αυτό, είναι αρκετό.

Πλάκα, χαβαλές, ξεφτιλισμός: Κάτι σε στυλ αν ο άλλος είναι τόσο χάλια και ξεφτιλίζεται, ε, δεν μπορεί, *εγώ* θα είμαι κάπως καλύτερα. Σώζομαι. Κάτι σαν μετάγγιση αξιοπρέπειας: εγώ που σε βλέπω δεν έχω, εσύ που ξεφτιλίζεσαι μου την πουλάς.

Την τελευταία φορά που ένιωσα λύπη για κάποιον που ξεφτιλίζεται έτσι, ήταν εκείνη που το θύμα την πλήρωσε: η Εφη Θώδη. Μανιπουλαρισμένη από ανώνυμους προαγωγούς, που ζουν πουλώντας την αξιοπρέπεια του άλλου, τόσο που να μην μείνει τίποτα, ούτε μισό ρούχο, ούτε μισή σκέψη, κατέληξε με πρόβλημα υγείας στο ψυχιατρείο.

Όχι άδικα, αν με ρωτάς.

Η Θώδη βγήκε, έμεινε στην αφάνεια, της συμπεριφέρθηκαν όλοι σωστά (για διάφορους λόγους, ίσως την προστάτεψε ο θυμός μας). Αλλά δεν θα μπορούσε να κρατήσει πολύ. Τα γεράκια πεινάνε, και η Θώδη έχει ακόμα, ίσως και περισσότερα πια, να πουλήσει.

Σιγά-σιγά, κάποιοι θυμούνται το παλαιότερο ξεπούλημά της, γελάνε και μεταδίδουν την είδηση ως αστείο, το trend ξαναξεκινάει, υπάρχει ενδιαφέρον.

Οι νταβατζήδες της αξιοπρέπειάς της δεν θα έχουν καμία ενοχή να ξαναπουλήσουν το πιο πολύτιμο προϊόν τους. Οι στιχουργοί του ποδαριού θα ξαναφτιάξουν τραγουδάκια του δεκαλέπτου, με κόπο για την τέλεια ατάκα που να χωράει στο crawl του δελτίου ειδήσεων του Star, ή στο souperάκι της Πάνια.

Εκεί που θα γνωρίσει μεγάλες δόξες, τα όρνια θα τρώνε για μέρες, και όταν δεν μείνει -πάλι- τίποτα πια, θα την κάνουν για τον επόμενο ανασφαλή που ξεπουλά αναγνώριση και αυτοεπιβεβαίωση με αξιοπρέπεια.

Εμείς; εμείς θα γελάσουμε και θα πάμε για άλλα, ικανοποιημένοι για το δικό μας ανεβασμένο -συγκριτικά- επίπεδο. Αλλωστε είμαστε μόνο οι αγοραστές. Οι ασθενείς. Τι ευθύνη μπορεί να έχουμε;

[…]«Μπαίνοντας στον προθάλαμο των κρατητηρίων σε ένα παγκάκι καθόταν ένας κρατούμενος, αν θυμάμαι καλά φορώντας χειροπέδες, και δύο αστυνομικοί τον χτυπούσαν με κλωτσιές, γροθιές και με μία ελαστική ράβδο σε διάφορα σημεία του σώματός του. Σε ερώτησή μας γιατί τον χτυπούν, απάντησαν ότι επιτέθηκε στον σκοπό, ήταν αντιδραστικός και προσπάθησε να φύγει. Μετά από αυτό με τον συνάδελφό μου αποχωρήσαμε διότι δεν είχαμε άλλη αρμοδιότητα εκεί θεωρώντας ότι όλες οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν οι ενδεδειγμένες. […] [από τα Νέα]

Το πιο θλιβερό απ’ όλα πιστεύω, είναι ότι η κακοποίηση των κρατουμένων είναι… συνήθης, νόμιμη διαδικασία.

Είναι δηλαδή ενδεδειγμένο να χτυπούν δύο αστυνομικοί έναν κρατούμενο που φοράει χειροπέδες. Είναι φυσιολογικό, και απόλυτα νόμιμο.

~

Πριν από χρόνια, στην υπόθεση της ζαρντινιέρας, είχα πει πως το χειρότερο είναι όταν πιάστηκε η αστυνομία, επισήμως, να ψεύδεται.

Δεν ξέρω, μου μοιάζει αναγουλιαστικό να αποδεχόμαστε, ως κοινωνία, ότι η επίσημη αστυνομία ψεύδεται. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει, λέω ότι είναι τόσο «φυσιολογικό», που δεν μας προκαλεί, καν, έκπληξη.

Τώρα, η αστυνομία βρίσκεται να θεωρεί νόμιμο και «φυσιολογικό» τον βασανισμό κρατουμένων.

~

Ζούμε σε μυστήριους καιρούς. Η Vodafone είναι «φυσιολογικό» να γλυτώνει, τόσα χρόνια, το -μικρό συγκριτικά με την κατηγορία- πρόστιμο. Το The Mall είναι «φυσιολογικό» να συνεχίζει να εργάζεται παρά τις τόσες, σωρηδόν, καταδίκες. Η αστυνομία είναι «φυσιολογικό» να φοράει κουκούλες, και να βασανίζει κρατουμένους με χειροπέδες. Τα δύο μεγάλα κόμματα -τουλάχιστον- είναι «φυσιολογικό» να έχουν δεχθεί μίζες εκατομμυρίων ευρώ.

Το πρόβλημα, δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η πράξη. Το άνομο δεν είναι που χτυπάει ένας μικροτσούτσουνος αστυνομικός δεμένους κρατούμενους, ή ένας μικροτσούτσουνος πολιτικός παίρνει μίζες.

Το άνομο είναι τα όρια του φυσιολογικού μας.

Και αυτά, ούτε εύκολα θα αλλάξουν, ούτε ανώδυνα.

Διαβάζω την είδηση:

Την οργή βρετανικών κρατικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων έχουν προκαλέσει οι παραγωγοί του «Big Brother», οι οποίοι αναζητούν ανάπηρους στρατιωτικούς, προκειμένου να λάβουν μέρος στο νέο κύκλο της ριάλιτι εκπομπής.

Όπως γράφει η εφημερίδα «Daily Mail», η παραγωγή αναζητά στρατιωτικούς που έχασαν τα άκρα τους στους πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ και τους ζητά να συμμετάσχουν στον τελευταίο κύκλο της εκπομπής, που θα προβληθεί το επόμενο καλοκαίρι.

Κάποιες από τις κρατικές οργανώσεις και της ΜΚΟ που προσεγγίστηκαν από την παραγωγή, κατηγόρησαν τους παραγωγούς και το δίκτυο που προβάλλει την εκπομπή, δίοτι-όπως υποστηρίζουν-προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τους βετεράνους στρατιωτικούς.[…]

Από το in.gr

Ο κόσμος, λέει, ξεσηκώθηκε στην Αγγλία. Εκμεταλλεύονται τους βετεράνους ανάπηρους φαντάρους λέει, γιατί θέλουν να τους βάλουν σε εκπομπή.

Διαβάζοντάς το, έκανα μια σκέψη:

Ποιος τους έκανε ανάπηρους; Ποιος τους εκμεταλλεύτηκε;

Για ποιον λόγο έγιναν ανάπηροι; Για τα Φόκλαντς; Για το Ιράκ; Για το Αφγανιστάν; Μήπως για την Σερβία;

§

Μετά το Βιετνάμ, την υπέροχη χώρα που μάθαμε μόνο ως πόλεμο, η νέα γενιά (οι πατεράδες μας, κυρίως) έμαθαν την «αξία» του βετεράνου.

Κυνικά αν θέλει να το δει κανείς, βετεράνος είναι αυτός που πολέμησε για σκοπό που δεν τον αφορούσε άμεσα, για τον οποίο, κατά πάσα πιθανότητα δεν γνώριζε τίποτα -και αν γνώριζε ίσως να μην συμφωνούσε καν- ο οποίος κατάφερε να επιστρέψει.

Και δεν χρειάστηκε καν να καταταχθεί γι’ αυτό: Οι περισσότερες «πολιτισμένες» χώρες πλέον πληρώνουν ανθρώπους να πεθάνουν για τους σκοπούς τους. Κοιτώντας πίσω, την τελευταία εικοσαετία ίσως, δεν νομίζω ότι θα βρούμε πολλούς πολέμους για τους οποίους ο φαντάρος να πολέμησε για «ανώτερα ιδανικά». Οι μόνοι που αξίζουν αυτόν τον τίτλο, είναι, ίσως, αυτοί που πολεμούν στην πατρίδα τους.

Οι υπόλοιποι πολεμούν για πετρέλαια, συμμαχίες, και σκοτεινά κίνητρα.

Εξαγορασμένα πτώματα.

Κάποιοι δεν γλυτώνουν. Κάποιοι επιστρέφουν με ένα πόδι ή ένα χέρι λιγότερο. Και κάποιοι επιστρέφουν αρτιμελείς. Υγειείς ίσως όχι, αλλά τουλάχιστον αρτιμελείς.

Μετά το Βιετνάμ λοιπόν, υπήρξε κάτι σαν κώδικας τιμής. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο τύγχανε μεγάλου σεβασμού ο στρατιώτης. Ειδικά στην Αμερική, είχαν και επιδόματα, είχαν και ψυχολόγους, είχαν και ασφάλεια.

Βέβαια, η Αμερική είναι τετρακόσια χρόνια τώρα συνεχώς αναμεμιγμένη σε πολέμους. Αν δεν πάρει μάτι η νέα γενιά ότι σε σέβονται άμα γυρίσεις, σιγά μην πάει να πολεμήσει σε ξένες χώρες για ξένα πετρέλαια.

§

Η κοινωνία όμως, αντιδρά περίεργα. Τον έστειλε τον άλλο για αρκετά χρήματα να πάει να πολεμήσει, και του γύρισε κουτσός. Είναι πρόβλημα να κυκλοφορεί κουτσός, γιατί θυμίζει στους άλλους ότι μπορεί να γυρίσουν και αυτοί κουτσοί. Είναι πρόβλημα να κυκλοφορεί κουτσός, γιατί μπορεί να θυμήσει στον μαλάκα άσχετο χοντρο-γιάπι που συμφώνησε και υποστήριξε τον τάδε πόλεμο ότι – ωπ! κάθε φορά που γυρίζω το κλειδί στο τζίπ μου, το αμάξι μου παίρνει μπρος γιατί ο άλλος έδωσε το πόδι του.

Δεν μπορούσε να πεθάνει εκεί με την ησυχία του; ούτε θα τον βλέπαμε, ούτε θα ασχολιόμασταν μαζί του.

Αλλά πήγε ο παπάρας και κουτσάθηκε. Και τώρα, κυκλοφορεί ανάμεσά μας, με το κολοβό του πόδι να μας δείχνει, σαν δάχτυλο.

Το big brother σκοπό έχει να κάνει ντόρο. Δεν ασχολούμαι με αυτό. Όποιος είναι αρκετά μαλάκας για να πάει, να πάει. Δεν έχει να προστατέψει όμως καμία τιμή βετεράνου στρατιωτικού.

Μάλλον εμείς θέλουμε να προστατευτούμε. Από το κολοβό του πόδι.

Και τις τύψεις μας.

Που λες, ετοιμαζόμουν να τα πάρω.

Και αυτό, γιατί είδα τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας, παρότι έχουμε καινούργια κυβέρνηση, και παρότι νόμιζα ότι η καινούργια κυβέρνηση είχε καταλάβει γιατί έχουμε καινούργια κυβέρνηση – δεν είμαι σίγουρος όμως ότι έχουμε και καινούργια μυαλά.

Twitterικώς (αλλά και μέσω blog) είχα πει την άποψή μου. Αλλά δεν ήταν αρκετό. Ήθελα να κάνω αυτό που έπρεπε να κάνω εδώ και καιρό. Αυτό που λέω και στους άλλους να κάνουν: να δραστηριοποιηθούν. Αν διαφωνείς με κάτι, και δεν θέλεις να κατέβεις στους δρόμους για να τα σπάσεις, πίεσε τους βουλευτές σου να το αλλάξουν – αλλιώς, να εκτεθούν.

Αν συμφωνούν; να φανεί και σε έργα. Και αν διαφωνούν; να το θυμάσαι.

~

Πριν από μήνες, είχα πάρει τηλέφωνο την Σοφία Σακοράφα. Είχε γράψει ένα μακροσκελές κείμενο, με θέμα τις κουκούλες, και με το οποίο συμφωνούσα απολύτως. Την πήρα λοιπόν και της είπα – σχεδόν επί λέξη:

«Θέλω να το βάλω στο blog. Συμφωνώ με όσα γράφεις. Αλλά θέλω να μου πεις τι θα γίνει αν, τελικά, βγείτε κυβέρνηση, και δεν καταργήσετε τον νόμο.»

Με την Σοφία, μιλάω συχνά. Πρώτη φορά ήθελε να με διαολοστείλει.

«Δεν με ξέρεις; Περίμενε λοιπόν, και θα δεις».

Τον είχα ξεχάσει τον διάλογό μας, μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα. Τότε πήρα στο γραφείο, και ρώτησα: «Ρε παιδιά, πείτε ότι δεν με ξέρετε. Πείτε ότι είμαι ένας πολίτης. Ότι θέλω να ρωτήσω κάτι τον γαμω-βουλευτή μου. Τι πρέπει να κάνω;»

Φυσικά, είχαν καταλάβει πολύ καλά τι ήθελα να ρωτήσω. Μου λένε λοιπόν: κοίτα πρώτα το site.

Και το κοίταξα.

– Ένα: http://sakorafa.gr/pages/?id=109

– Δύο: http://sakorafa.gr/pages/?id=110

Εξ’ όσων γνωρίζω, η μοναδική κατάθεση ερώτησης για το θέμα (επιφυλλάσομαι: ίσως και ένας βουλευτής του Συνασπισμού να έχει καταθέσει επίσης).

Σε ένα μήνα, περιμένω την απάντηση από τον Υπουργό.

~

Υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ του να γνωρίζεις κάποιον – και γι’ αυτό να τον «διαφημίζεις», και του να γουστάρεις κάποιον – και γι’ αυτό να τον «διαφημίζεις». Σαν κανόνα, δεν «διαφημίζω» ποτέ αυτούς που δεν γουστάρω. Και, ειδικά με την Σοφία, θα έλεγε κανείς ότι ενώ κάθε φορά ψάχνω να βρω λόγους να της την πω, κάθε φορά «με ταπώνει».

Είναι συνεπείς στα λόγια της. Εντός, ή εκτός «κυβερνητικής γραμμής».

Το έχει ξανακάνει στο Mall, το έχει ξανακάνει στα ταξίδια στην Παλαιστίνη.

Well done λοιπόν – για άλλη μία φορά.

~

Υ.Γ. Μην απατάσαι: μου είναι απίστευτα δύσκολο να γράφω καλή κουβέντα για οποιονδήποτε. Ειδικά βουλευτή, ειδικά του κυβερνόντως κόμματος. Παρότι έχω συννενοηθεί και με σένα (και με όλους) ότι δεν ψήφισα, δεν ψηφίζω, και δεν σκοπεύω να ψηφίσω ΠαΣοΚ, νιώθω σαν να μπαίνω στο καλούπι εκείνων που γλύφουν για μία θέση, ή για ένα προνόμιο, ή, έστω, για μία θετική εικόνα. Είναι γαμώ τις γλοιώδεις αισθήσεις – αλλά ξέρεις τι; πέντε χρόνια μπλογκ έχω. Scripta manent. Αν ήθελα να μοιάσω σε άλλους, θα το είχα πετύχει καιρό τώρα.

kick

Και, ξαφνικά, μας χάλασαν οι αστυνομικοί. Ξαφνικά, το να βγάλει όπλο και να πυροβολήσει, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε. Το να κρατάει προφυλακισμένο επί οκτάμηνο συμμετέχοντα (ή μή) στα επεισόδια, και να αυξάνονται οι κατηγορίες (πρώτα πετούσε πέτρες, μετά έγινε μολότοφ κ.λ.π.) μας θορύβησε. Ξαφνικά, να κλωτσούν πέντε-έξι μαντραχαλαίοι έναν διαδηλωτή (που έχει συλληφθεί) μας προκαλεί αποτροπιασμό. Να παρασέρνει ζητάς πεζό με μηχανή, τρόμο.

Ξαφνικά, η εικόνα έγινε ξεκάθαρη: Οι κακοί, κακοί αστυνομικοί.

Περιέργως πως, από χθες, έχω την εντύπωση πως το μίγμα που δημιουργείται, εντέχνως, περιέχει μόνο δύο (άντε τρεις) συνιστώσες: τους ματατζήδες και τους μπαχαλάκηδες. Αντε, και τα θύματα.

Το βράδυ της Κυριακής, στον Σταύρο Θεοδωράκη παρήλασαν ένας «αναρχο – αντιεξουσιαστής», ένας άνδρας της ομάδας ΜΑΤ, ένας σκηνοθέτης, ένας καταστηματάρχης, και μία κοπέλα, ηλικίας ίδιας με του αδικοχαμένου Αλέξανδρου.

Λες και κάπου, ανάμεσα σε όλους αυτούς, μπορεί να βρει κανείς γιατί έγιναν αυτά τα επεισόδια.

Δεν είναι όμως η εργασιακή τους σχέση που έχει κάτι κοινό. Ούτε η συμμετοχή τους. Βασικά, από την συζήτηση, έλειπε κάποιος.

Έλειπες εσύ (*).

Βλεπεις, καθήμενος στον καναπέ σου, ή στο γραφείο σου, ή στο twitter σου, ή στο blog σου, ή εν πάσει περιπτώσει καθήμενος, και σχολιάζοντας, παρακολουθώντας, κατηγοριοποιώντας και γκρινιάζοντας, είτε για τους μεν, είτε για τους δε, ξέχασες κάποιον.

Εσένα.

Διότι, όσα έχει κάνει η αστυνομία, τα έχεις παραγγείλει εσύ. Την διαφθορά; εσύ. Την αδιαφάνεια; εσύ. Τους αστυνομικουκουλοφόρους; εσύ. Να τραβάνε όπλο; εσύ. Να πυροβολούν; το ίδιο. Να παρασέρνουν με την μηχανή; πάλι εσύ. Να κλωτσάνε ανήμπορους να αντιδράσουν; ω, ναι:

Πάλι εσύ.

Βλέπεις, στην μάχη των δρόμων, εκεί στα στενά, συγκρούονται δύο ομάδες ανθρώπων. Η μία, είναι οι μπαχαλάκηδες. Ας μην ασχοληθούμε με αυτούς τώρα. Η άλλη ομάδα, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον, πληρώνεται από σένα, οργανώνεται από σένα, διατάσσεται από σένα, προστατεύει εσένα, και λειτουργεί κάτω από τις δικές σου εντολές.

Κάθε μαλάκας που πυροβολεί έναν δεκαπεντάχρονο χωρίς λόγο, εκτελεί με τις δικές σου διαταγές.

Πω, πω – έκπληξη: είναι δικός σου υπάλληλος.

Και, όχι μόνο αυτό – αλλά δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι δεν ήξερες κιόλας. Διότι ήξερες. Και για την ζαρτινιέρα έμαθες, και για τους δολοφονημένους μετανάστες των κρατητιρίων, και για τους πυροβολισμούς, και για τους πέντε-εναντίον-ενός, και για τις άδικες προσαγωγές, και για το άφθονο ξύλο, και για τους κουκουλοφόρους ασφ-αλήτες που παριστάνουν (κύριος οίδε γιατί) τους μπαχαλάκηδες.

Ήξερες. Στο είπαν τόσοι πολλοί, τόσες πολλές φορές. Στο έδειξαν με εικόνες, με βίντεο, με περιγραφές.

Ήξερες, και δεν έκανες τίποτα γι’ αυτό. Και τώρα, οι υπάλληλοί σου κατέβηκαν στον δρόμο, να καταστείλουν την αναρχία. Ή, ότι άλλο γουστάρουν. Υπό τις εντολές σου, υπό τις διαταγές σου, και κυρίως, υπό την ανοχή σου.

Γι’ αυτό, κάνε μου την χάρη, και μην παραμυθιάζεσαι. Οι υπάλληλοί σου φυλάνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τραβάνε πιστόλι, γκαζώνουν στον κοσμάκη και πλακώνουν πέντε/έναν. Οι υπάλληλοί σου φορτώνουν πέτρες και μολότοφ σε κάθε κακομοίρη. Οι υπαλληλοί σου ανοίγουν κεφάλια ηλικιωμένων και ξεκινάνε πρώτοι τα επεισόδια.

Κάνουν ότι τους πεις: Ανοίξτε καμιά μύτη να χαζέψω στις ειδήσεις λες; ανοίγουν. Σπάστε κανα κεφάλι μετανάστη να έχω να λέω αύριο λες; σπάνε. Χωθείτε στους μπαχαλάκηδες να κάνουν καμιά ζημιά ζητάς; άμεσα.

Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

Για πάρτη σου δουλεύουν. Και μην πεις όχι – αν δεν τα έκαναν στο όνομά σου, θα τους είχες σταματήσει καιρό τώρα.

Τους σταμάτησες; όχι βέβαια. Οπότε, τουλάχιστον, μην γκρινιάζεις. Και μην τους βρίζεις. Είναι άκομψο να βρίζεις τους δικούς σου εργαζόμενους.

Υ.Γ.: Και που ‘σαι; αν νιώθεις αρκετά άντρας, κατέβα να τους βοηθήσεις κιόλας. Υπάρχουν αρκετοί Αλέξανδροι ακόμα για ξεκαθάρισμα.

(*) Εσύ, εγώ, όλοι μας.

Δυσκολευόμουν να το κατανοήσω. Έκανα αναζήτηση και βρήκα το κείμενο στο site του ΚΚΕ. Ακόμα δυσκολεύομαι να το συλλάβω:

Θα ήθελα όμως να θυμίσουμε το εξής, για να κατανοήσουν οι λαοί και ιδιαίτερα οι νεότεροι άνθρωποι: Το Δυτικό Βερολίνο, όπως και το Ανατολικό, ήταν μέσα στην καρδιά της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το τείχος το επέβαλε ο ιμπεριαλισμός να υψωθεί και έγινε ακριβώς παραμονές, όταν τα νατοϊκά στρατεύματα απειλούσαν να εισβάλουν στο Βερολίνο, ιδιαίτερα βεβαίως στο Ανατολικό Βερολίνο, στο έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Και ρωτάμε: Δεν είχε δικαίωμα ένας λαός, μια εξουσία εργατική ή η οποιαδήποτε κυβέρνηση να σεβαστεί τα σύνορά της και να υψώσει το τείχος μέσα στο έδαφός της; Σκεφθείτε αν μέσα στην Αθήνα είχαμε τρεις- τέσσερις δήμους που ανήκαν σε έναν στρατό Κατοχής, θα ήταν ελεύθερα, μπες βγες; Γιατί η Δυτική Γερμανία στην ουσία λειτουργούσε με το ΝΑΤΟ, με τους Αμερικανούς σαν στρατός Κατοχής. Απ’ τη μία μεριά ευθύνεται για τη διαίρεση της Γερμανίας και από την άλλη ήθελε τη βίαιη προσάρτησή της.

Δεν το χωράει το μυαλό μου. «Δεν είχε δικαίωμα να υψώσει το τείχος για να προστατευτεί;»

Δεν μπαίνω στην διαδικασία να αντικρούσω την πιθανότητα να στέκει ιστορικά η θέση της κας Παπαρήγα. Η Ανατολική Γερμανία δηλαδή, να χτίσει τον τοίχο για να προστατευτεί από ενδεχόμενη εισβολή.

Αλλά δεν γιορτάζουμε την πτώση των συνόρων, αγαπητή Αλέκα. Εγώ τουλάχιστον, δεν γιορτάζω την διάλυση ενός κράτους.

Ο τοίχος είναι συμβολικός. Συμβολίζει την απαγόρευση. Συμβολίζει τους φαντάρους που πήγαιναν δύο δύο για να πυροβολήσει ο ένας τον άλλον, αν πήγαινε να διαφύγει. Συμβολίζει τα συρματοπλέγματα, τις νάρκες, τους ελεύθερους σκοπευτές που ήταν από μέσα, ρε συ Αλέκα, όχι απ’ έξω. Συμβολίζει όλους αυτούς που προσπάθησαν με την ζωή τους να φύγουν. Να ελευθερωθούν από όλα όσα αυτό συμβόλιζε. Δεν πάλευαν να μπουν μέσα τελικά ρε συ Αλέκα. Να βγουν έξω πάλευαν.

Προφανώς η Παπαρήγα δεν είναι χαζή. Τις ξέρει τις ιστορίες. Τους ξέρει τους νεκρούς. Την ξέρει την φυλακή. Η ιστορική εικόνα ενός απολυταρχικού καθεστώτος μπορεί να βλάπτει το κίνημα που εκπροσωπεί, αλλά η ανεπανόρθωτη ζημιά γίνεται από όλους όσους ξεχνούν τις βασικές, ανθρώπινες ανάγκες, όπως η ανάγκη για ελευθερία, και σκέφτονται μόνο τον εχθρό.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός από αυτόν που ξεχνά την ελευθερία Αλέκα μου. Όπως και αν τον λένε, όποτε και αν έζησε.

Και κάθε φορά που μελετάς την ιστορία με κράτη, θα σε ξεχνά η ιστορία των ανθρώπων.

Υ.Γ.: Αν αντιληφθείς τι λέω, κάνε μου και μία χάρη. Μην υπερασπίζεσαι ταυτόχρονα το δικαίωμα ενός κράτους σαν της Ανατολικής Γερμανίας να χτίζει ένα τοίχος, και καταδικάζεις στην ίδια κουβέντα το τοίχος του αίσχους που έχει χτίσει το κράτος του Ισραήλ. Είναι τρομαχτικός αυτός ο συσχετισμός. Και κάνεις πολύ μεγαλύτερο κακό από όσο νομίζεις.

Κυνόδοντας
Κυνόδοντας

Σ΄αυτό το ποστ γράφω για την ταινία Κυνόδοντας, και αποκαλύπτω την ιστορία της – οπότε, αν έχετε σκοπό να την δείτε -και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το κάνετε-, μην προχωρήσετε.

Ας ξεκινήσω με την υπόθεση της ταινίας, για να καταλάβετε όσοι δεν ξέρετε για τι πράγμα μιλάω. Αντιγράφω από τον δικτυακό τόπο:

Ο πατέρας, η μητέρα και τα τρία τους παιδιά ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη. Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. Διαπαιδαγωγούνται, ψυχαγωγούνται, βαριούνται και αθλούνται έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά επίσης πιστεύουν ότι τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. Ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει μέσα στο σπίτι είναι η Χριστίνα, η οποία δουλέυει σαν φρουρός security στο εργοστάσιο του πατέρα. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιού. Όλη η οικογένεια, και ιδιαίτερα η μεγάλη κόρη, λατρεύει την Χριστίνα. Μια μέρα η Χριστίνα κάνει δώρο στην μεγάλη κόρη μια στέκα για τα μαλλιά ζητώντας της κάτι άλλο σε αντάλλαγμα.

Θέλω να διαβάσω την συνέχεια ▼

Το πόσο καλούς φίλους έχω, δεν λέγεται. Μόλις έμαθαν ότι μου έχει έρθει χαρτί για εφορευτική επιτροπή, αμέσως να μου προτείνουν τρόπους να ξεφύγω! Εκτός από αυτούς που μου έλεγαν απλώς «μην πας, κάνε ότι μπορείς να μην μπλέξεις», ήταν και πολλοί άλλοι που ήταν και χρήσιμοι, και είχαν και τρόπους για να γλυτώσω τον βραχνά.

Ο δε βραχνάς, ασήκωτος: πας από τις πέντε το πρωί, και δύσκολα ξεφεύγεις μέχρι τις πέντε το άλλο πρωί. Ούτε τουαλέτες έχεις εύκολες, ούτε φαγητό, για ύπνο δεν το συζητάμε, και κινητά να πεις καμία χαζομάρα, απαγορεύονται.

Φρίκη.

Οπότε, έπεσαν όλοι επάνω μου να με σώσουνε. Στην δουλειά μου ετοιμάζανε χαρτιά, πριν προλάβω να πω τίποτα – οι φίλοι μου έλεγαν δικά τους τερτίπια με τα οποία γλυτώσανε (γιατρούς και ταξίδια) και οι πολύ κολλητοί, συγγενείς και λοίπά, μου τονίζανε οτι αφού έκανε το κράτος κουταμάρα και το έστειλε στην παλιά μου διεύθυνση, απλώς να μην πάω.

Αν και θα χρειαστεί να μην πάω ούτε να ψηφίσω, γιατί θα με μπουζουριάσουνε εκεί, και θα μου φορτώσουν την δουλειά – στην καλύτερη, γιατί στην χειρότερη θα με μπουζουριάζανε – τελεία.

Μμμμάλιστα.

Όλα αυτά, φίλοι και γνωστοί. Που με ξέρουνε. Που μιλάμε μαζί για πολιτική. Που έχουν τον κακό και τον καλό λόγο για τον καθένα πολιτικό. Που μιλάμε μαζί για τα κόμματα, και για διοικηση, και για αποφάσεις, και για την Δημοκρατία.

Μάλιστα.

Και πως νομίζεις ότι φτιάχνετε η Δημοκρατία ρε μάγκα; Αν δεν πας εσύ να μετρήσεις την ψήφο, και εγώ, και όλοι, ποιος θα πάει; Για ποια κυβέρνηση σχολιάζεις, όταν, αν έρθει η σειρά σου να κάνεις το καθήκον σου, θα κοιτάξεις να κάνεις ότι μπορείς να το αποφύγεις;

Ρε με δουλεύεις; Αν δεν το κάνεις εσύ, ποιος περιμένεις να το κάνει; Σοβαρά, αν εσύ είσαι ευθυνόφοβος, και κακομοίρης, και φτηνόμαγκας, πως τολμάς να έχεις λόγο για τον κόπο των άλλων και αν το κάνουν καλά, ή άσχημα;

Δεν ντρέπεσαι λίγο;

Είπε κανείς οτι είναι εύκολο; Είπε κανείς οτι είναι εύκολη η δημοκρατία; όταν πας εσύ να βάλεις τον σταυρουδάκο σου (για να σου δώσουν καμία θεσούλα υποθέτω), δεν περιμενεις οτι κάποιος άλλος θα πρέπει να το μετρήσει, και να το ξαναμετρήσει, και να το καταχωρήσει; τι περιμένεις, οτι τον βάζεις και τον παίρνει ο Νικολακόπουλος και τον κάνει μπάρα μόνος του; αποφεύγεις να δεις οτι κάθονται δέκα κακομοίρηδες να κάνουν όλη την δουλειά;

Τυφλός είσαι; τι νομίζεις οτι είναι αυτοί; Αλβανοί που μαζεύουν τα πορτοκάλια, και τους φωνάζουμε να μετρήσουν και τις ψήφους;

Πάρτο χαμπάρι μάγκα μου: η δημοκρατία θέλει μικρές θυσίες. Θέλει εσένα και εμένα να μετράμε ψήφους και σταυρούς, από το πρωί, μέχρι το άλλο πρωί, νηστικοί, νυσταγμένοι και ξεθεωμένοι.

Δεν είναι τσάμπα η Δημοκρατία μάγκα μου.

Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ είμαι περήφανος που θα είμαι εκεί, σήμερα.

Είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι λόγω μέσης, και η Ελεάνα μπαίνει στο δωμάτιο φουρκισμένη.

Στην τηλεόραση του σαλονιού οι ειδήσεις αναφέρονται στην πορεία της υπουργού Ντόρας Μπακογιάννη, που νοσηλεύεται στο Ντινάν.

«Δεν είναι προκλητικό», μου λέει «οι υπουργοί να επιλέγουν ιδιωτικά νοσοκομεία;»

Σε χιλιοστά δευτερολέπτου εκνευρίζομαι.

Ναι, είναι προκλητικό.

Είναι προκλητικό που αυτοί που τους έχουμε διορίσει να αλλάξουν την ποιότητα ζωής μας, δεν κάνουν χρήση, πλην εξαιρέσεων, της ίδιας ποιότητας ζωής:

Μέσα μεταφοράς; ο κόσμος κινείται είτε με λεωφορεία, τρόλει και άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς, είτε με αυτοκίνητα αγορασμένα με δόσεις που παλεύει να πληρώσει.

Οι βουλευτές και οι υπουργοί έχουν λύσει το θέμα των μετακινήσεών τους. Μερικοί δε εξ αυτών, και το θέμα της κίνησης στους δρόμους, χάρη στην απαράδεκτη τακτική αστυνομικοί να κλείνουν τους δρόμους.

Υγεία; Ενώ ο κόσμος περιμένει την σειρά του στα κρατικά νοσοκομεία, που υπολειτουργούν -μην πει κανείς όχι, ήμουν εκεί πριν λίγες εβδομάδες- λόγω ελάχιστου προσωπικού, και ελλιπέστατων υποδομών, βουλευτές και υπουργοί, στην πρώτη στραβή έχουν πρώτη θέση στα ιδιωτικά νοσοκομεία. Αναρωτιέμαι αν καν πληρώνουν για τις υπηρεσίες τους, ή είναι υπό «διαφημιστική δωρεά».

Εκπαίδευση; Στα δημόσια σχολεία, πριν λίγες ημέρες, είχε γίνει λόγος για ελλείψεις ακόμα και σε …σαπούνια, ενώ αναρωτιέμαι πόσοι εκ των βουλευτών/υπουργών δεν έχουν παιδιά σε ιδιωτικό.

Λαϊκίζω; ασφαλώς. Αλλά από την άλλη, νιώθω έντονα, ότι αυτή η κάστα των «Υψηλόβαθμων» έχει χάσει τον ρόλο που της έχει ανατεθεί.

Ας κάνουμε λοιπόν κάτι γι΄αυτό. Ας προτείνουμε μία λύση.

Όλοι όσοι ανήκουν οικειοθελώς σε θέσεις εξουσίας (όσοι δηλαδή αιτούνται την ψήφο μας) να υποχρεούνται να χρησιμοποιούν δημόσια (όπου υπάρχουν) μέσα, αντί για ιδιωτικά.

Δεν λέω να το ζητήσουμε από τους ίδιους: Είναι άδικο να τους χρεώσουμε (έστω ηθικά) κάτι που μπορούν, δικαιωματικά, να απολαύσουν. Λέω να το θέσουμε ως όρο: Θέλεις την ψήφο μου; Πολύ ευχαρίστως. Αλλά αυτό θα σημαίνει ότι θα χρησιμοποιείς αποκλειστικά δημόσιες υπηρεσίες. Στην υγεία, στην εκπαίδευση, στις μεταφορές – μόνο δημόσια. Για όσο καιρό θα έχεις δημόσιο αξίωμα, και για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα μετά. Εσύ, και η οικογένειά σου.

Να ζήσεις όλα όσα ορίζεις.

Αναρωτιέμαι πως θα είναι η ζωή μας μετά από αυτό.

Αναρωτιέμαι πως θα είναι τα νοσοκομεία. Αναρωτιέμαι πως θα γίνουν οι δρόμοι, και τα μαζικά μέσα μεταφοράς. Αναρωτιέμαι πως θα γίνουν τα σχολεία και οι σχολές.

(αναρωτιέμαι και για κάτι άλλο: πότε θα αποκτήσουμε αρκετό αυτοσεβασμό για να το απαιτήσουμε αυτό)