Η δουλειά του ευρωβουλευτή έχει (στην Ελλάδα τουλάχιστον) ένα αρκετά αρνητικό πρόσημο. Κατηγορείται ότι δεν είναι «χρήσιμος» ένας ευρωβουλευτής όπως ένας τοπικός βουλευτής, ότι τρώει κάπου 25.000 ευρώ τον μήνα, ότι ασχολείται με βλακείες για πέντε χρόνια, και μετά, το πολύ-πολύ, κορεσμένος, πάει σπίτι του.

Η αλήθεια είναι ότι μπορεί, όντως, να είναι έτσι τα πράγματα. Οι ευρωβουλευτές είναι συνήθως για μία θητεία, καθώς χρησιμοποιούν επαφές και χρήματα για να χτίσουν ένα σκαλοπάτι για την πιο βατή, ειδικά μέχρι πρότινος, τοπική πολιτική σκηνή, εξαιτίας της ελάχιστης προβολής του έργου τους από τα τοπικά ΜΜΕ είτε εργαστούν σκληρά, είτε όχι, πάλι την ίδια αντιμετώπιση θα έχουν – αλλά επιπλέον η ευρωβουλή για όσους ασχοληθούν σοβαρά μαζί της είναι ένας αρκετά δυσκίνητος και γραφειοκρατικός οργανισμός, και ιδιαίτερα επικίνδυνος καθώς βρίθει lobbying και διαρκών πολιτικών ελιγμών μεταξύ εθνικού, κομματικού και (ευρω)κομματικού ενδιαφέροντος, με αρκετά βαριές ευθύνες και συνέπειες.

Επιπλέον, η επιλογή δημοσίων προσώπων από τον ευρύτερο αθλητικό, επιχειρηματικό, καλλιτεχνικό χώρο ακόμα και πολιτικό χώρο – δεν κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Ακόμα και για τους ελάχιστους ικανότερους εξ αυτών στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ομάδα τους που θα τραβήξει το ζόρι, και όχι ίδιος ο ευρωβουλευτής, κάτι όμως που καταφέρνει να γίνει ακόμα χειρότερο όταν σκεφτεί κανείς ότι η επιλογή αυτής της ομάδας γίνεται είτε με κριτήρια «βολέματος», είτε με κριτήρια εμπιστοσύνης (αλλά όχι απαραιτήτως ικανοτήτων) είτε με κριτήρια …αλληλοβοήθειας (για να αποφύγουν την σκόπελο που έθεσε το ευρωκοινοβούλιο στην πρόσληψη συγγενών στις ομάδες των ευρωβουλευτών, οι ευρωβουλευτές επιλέγουν ..ο ένας τους συγγενείς του άλλου, πχ)

Οπότε, εκτός από τους χαραμοφάηδες ή τους άχρηστους που χάρισαν μόνο ψήφους στο κόμμα, αν θέλει κανείς να δουλέψει σοβαρά, θα χρειαστεί όχι μόνο να ιδρώσει μαχόμενος, αλλά δεν θα έχει καμία ουσιαστική αναγνώριση, καθώς οι πιο κοινωνικά προβεβλημένοι από αυτόν πάλι θα απολαύσουν πιο εύκολα τους καρπούς της δημοσιότητας σε μία κοινωνία που, έτσι και αλλιώς, απλώς δεν ασχολείται δημοσιογραφικά με τις Βρυξέλλες.

Αυτήν την εικόνα έχω σχηματίσει εγώ – υποψιάζομαι όμως ότι για τους Έλληνες ψηφοφόρους, είναι τελικά, «βολεμένοι χαραμοφάηδες πενταετούς υποχρέωσης των 25.000 ευρώ» και κάπου πάνω κάτω εκεί τελειώνει η κριτική για το ζήτημα.

Κάπου – κάπου όμως, γίνεται και ένα θαύμα:

Η τοπική πολιτική σκηνή ενδιαφέρεται πραγματικά για ένα ευρω-θέμα, τα φώτα στρέφονται στις πράξεις των ευρωβουλευτών, περιμένοντας αν μη τι άλλο την συνεπή στάση των ευρωβουλευτών του.

Κάτι τέτοιο είχαμε και τώρα – αρκεί να εξαιρέσει κανείς το «ενδιαφέρεται πραγματικά» καθώς μόλις ένα τσούρμο ατόμων στα social media φρόντισε να ενημερώσει τους υπόλοιπους για την ψήφιση ενός νόμου για τα πνευματικά δικαιώματα. Οι επικριτές του (μπορείς να διαβάσεις έναν εδώ) προσπάθησαν να εξηγήσουν σε όλους τους τόνους ότι πρόκειται, στην χειρότερη μορφή του, για μία εν δυνάμει λογοκρισία που επανέρχεται (αποτυχημένα, ως τώρα) ως αίτημα κάθε περίπου 2-3 χρόνια με σκοπό την χειραγώγηση της πληροφορίας του διαδικτύου.

Η εγχώρια δημοσιογραφική σκηνή, απέτυχε (για άλλη μία φορά) είτε ηθελημένα είτε από καθαρή αχρηστία να πάρει θέση και να ενημερώσει για το ζήτημα – έστω και τυπικά (παρότι την αφορούσε δυνητικά άμεσα).

…Ο νόμος αυτός, που λες, αυτήν την φορά πέρασε.

~

Πολλές μέρες πριν, εκείνη η ανομοιογενής ομάδα που χτύπησε τον κώδωνα του κινδύνου προσπάθησε, κυρίως δικτυακά, σε μία προσπάθεια συνέχισης ενός ιδιαίτερα μεγάλου ρεύματος αντίδρασης στην Ευρώπη (για το οποίο, φυσικά, δεν μάθαμε ποτέ ουσιαστικά) να πιέσει Έλληνες ευρωβουλευτές (με σαφή στόχευση κυρίως στους ευρωβουλευτές του Σύριζα/GUE/NGL) να δεσμευτούν για την αρνητική τους στάση στο νομοσχέδιο. Μέχρι πριν τρεις μέρες από την ψήφιση του νομοσχεδίου, μόλις δύο είχαν απαντήσει στο αίτημα της δέσμευσης αυτής: Η Σοφία Σακοράφα (για την οποία εξαιτίας της προσωπικής γνωριμίας μου όπως πάντα θα αποφύγω να κάνω οποιοδήποτε σχόλιο) και ο Νίκος Χουντής. Οι υπόλοιποι, δεν απαντούσαν στις εγκλήσεις.

Στο τέλος, ο λογαριασμός έπεσε κομματάκι βαρύς. Από τους Έλληνες ευρωβουλευτές μόνο οι δύο που είχαν δεσμευτεί εξ’ αρχής ψήφισαν κατά, ενώ Υπέρ ψήφισαν σύσσωμοι οι χρυσαυγίτες βουλευτές, η Μαρία Σπυράκη της ΝΔ, ο ανεξάρτητος Κωστας Χρυσόγονος, οι ευρωβουλευτές του Ποταμιού Μιλτιάδης Κύρκος και Γιώργος Γραμματικάκης, Παρών ψήφισαν ο ευρωβουλευτής της Ελιάς Νίκος Ανδρουλάκης και του ΚΚΕ Κωνσταντίνος Παπαδάκης – και απείχαν όλη η ευρωομάδα του Σύριζα (Παπαδημούλης, Κούνεβα, Κούλογλου), όλη η ομάδα της ΝΔ πλην Σπυράκη (Ζαγοράκης, Κύρτσος, Κεφαλογιάννης, Βόζεμπεργκ) ο ανεξάρτητος Νότης Μαριάς, η Εύα Καϊλή από την Ελιά και ο Ζαριανόπουλος από το ΚΚΕ.

Δύο Κατά, επτά Υπερ, δύο Παρών – και δέκα Απείχαν της ψηφοφορίας.

Για τους κατά, δεν θέλω να σχολιάσω κάτι, έπραξαν όπως είχαν υποσχεθεί να πράξουν. Για το ΚΚΕ η στάση του παρών υποστηρίζεται νοηματικά, ακόμα και αν δεν συμφωνώ, είναι πιστοί στην ευρύτερη θέση τους. Για τους υπερ έχω πολιτική διαφωνία (από τα λίγα που έχω ασχοληθεί), αλλά τίμια η ψήφος τους, κρίνεται πολιτικά, και έχω την αίσθηση ότι υπερασπίζεται την γενική βούληση των ψηφοφόρων (Ποτάμι και ΝΔ) που τους έστειλαν εκεί.

Το προφανές πρόβλημα υπάρχει με την αποχή.

Θυμίζω, το νομοσχέδιο πέρασε. Μέχρι το 2021 θα έχει τεθεί εν ισχύ, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που ήταν οι βουλευτές μας;

Και μην βιαστεί κανείς να πει *οι συριζαίοι* βουλευτές μας, γιατί εδώ έχω δύο σχετικά αντικρουόμενες (ή έστω συμπληρωματικές) απόψεις:

Πρώτον, η απουσία δεν έχει θέση. Αντιλαμβάνομαι ότι μία Νεοδημοκρατική θετική ψήφος θα μπορούσε να συνάδει με την βούληση των ψηφοφόρων όπως και μία αριστερής προσέγγισης αρνητική ψήφος αντίστοιχα, μπορώ (με εμφανή δυσκολία, αλλά μπορώ) να κατανοήσω ότι το Παρων του ΚΚΕ είναι κάποιας μορφής θέση σε ένα δίλημμα που δεν έχει σωστό και λάθος με χρωματισμούς άσπρου και μαύρου – αλλά η αποχή δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα, ανεξαρτήτως κόμματος. Είναι μη-θέση. Είναι απουσία.

Αυτή η απουσία δεν ορίζεται σε όρους δεξιάς – αριστεράς. Είτε είσαι δεξιός, είτε είσαι αριστερός, όταν για μία φορά οι πολίτες της χώρας σου σε παρακολουθούν να δουν τι ψηφίζεις, έστω και σε όρους συμβολικής στήριξης του ευρωκοινοβουλευτικού σου έργου – είσαι εκεί. ΠΑΝΤΑ απαιτείται να είσαι εκεί, αλλά ειδικά τότε, είσαι εκεί.

Δεν κάθεσαι σπίτι σου. Δεν σιωπάς.

Γιατί με εσένα, αναγκάζεις σε σιωπή εκατομμύρια ψηφοφόρων που σε ψήφισαν, που σε εμπιστεύτηκαν, που υποσχέθηκες πριν πέντε χρόνια να γίνεις η φωνή τους σε μία απόμερη, ψυχρή, απομακρυσμένη βάση αποφάσεων.

Σιωπώντας, σιώπησες και αυτούς. Όχι μόνο απέφυγες την υποχρέωση να σε κρίνουν για τις θέσεις σου, να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν μαζί σου, να εκτεθείς – αλλά ταυτοχρόνως αρνήθηκες και το δικαίωμα στους πολίτες σου να εκφραστούν μέσω εσού, να υπάρξουν έστω για μία στιγμή σε εκείνη την ψηφοφορία.

Η δεύτερη άποψη όμως, λέει και ότι θα περίμενε κανείς ΕΙΔΙΚΑ από τους αριστερούς βουλευτές μία πιο συνεπή στάση. Και αυτό γιατί η κεντρική γραμμή του Σύριζα είναι «ψηφίστε εμάς αντί για αυτούς» σε μία πολιτική διαμάχη που τον θέτει υπεύθυνο για εξαιρετικά «δεξιές» (κυρίως) οικονομικές αποφάσεις, όπως τα Υπερταμεία, η ψήφιση μνημονίων και οι διάφορες αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικές επενδύσεις σε δημόσιου ενδιαφέροντος έργα.

Όταν θέλεις να διαφέρεις από τον πολιτικό αντίπαλό σου, φροντίζεις να διαφέρεις.

Δεν έχει κανένας θεωρώ αντίρρηση ότι η αποχή ευνόησε κυρίως το lobbying – και μόνο η μία πλευρά, αυτή της θετικής απόφασης φαίνεται πως είχε ενεργό έργο σ’ αυτήν την διαδικασία. Κάθε αποχή, κάθε μη-ψήφος λειτούργησε κυρίως υπέρ της θετικής πλευράς, και αυτό έγινε όχι μόνο για την ψήφιση της τροπολογίας (που δεν πέρασε για μόλις πέντε ψήφους) αλλά και για το συνολικό έργο.

Όταν λοιπόν θέλεις να διαφέρεις από τους πολιτικούς σου αντιπάλους, το δείχνεις. Και αν δεν το δείχνεις, μην περιμένεις ίδια αντιμετώπιση με τους νεοδημοκράτες συνδαιτυμόνες σου που απείχαν εξίσου αθόρυβα: Εκείνοι ποτέ δεν είπαν ότι προτιμούν την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στο διαδίκτυο εις βάρος των πνευματικών δικαιωμάτων, ποτέ δεν υποστήριξαν ότι αυτή η νομοθεσία ήταν κακή: εσύ το έκανες.

Δικαίως κρίνεσαι αυστηρότερα, δικαίως ξεχωρίζει η κριτική στο πρόσωπό σου.

~

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα, ιδιαιτέρως αρνητικό σκεπτικό σε όλη αυτήν την απαίσια ιστορία. Γιατί νομίζουμε ότι απών είναι κάποιος στην μία ώρα ψηφοφορίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς.

Οι βουλευτές μας, όλοι οι βουλευτές μας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – για τις οποίες είμαι προκατειλημμένος οπότε δεν αναφέρομαι σ’ αυτές), ανεξαρτήτως της ψήφου τους, ή της κομματικής τους προέλευσης ήταν διαρκώς απόντες.

Όπως τόνισα και πριν, το ευρωκοινοβούλιο είναι (τουλάχιστον για τους απομακρυσμένους Έλληνες πολίτες) μία απροσπέλαστη, μακρινή διαδικασία. Κυρίως εξ αυτού, παρίσταται η πολύ σημαντική ανάγκη, οι βουλευτές μας να συνομιλούν καθ’ όλην την διάρκεια της πενταετίας τους με τους πολίτες: όχι μόνο για να εισπράξουν ιδέες, στάσεις και προτάσεις, αλλά και για να οργανώσουν οι ίδιοι θέσεις και ιδέες για την Ευρώπη στην τοπική κοινωνία.

Προφανώς, αν είσαι τουρίστας, τι θέσεις να έχεις, άστο – δεν πειράζει, μεγαλύτερο κακό θα κάνεις.

Αν όμως θεωρείς ως πολιτικός ότι οφείλεις να κάνεις έργο, οφείλεις ταυτόχρονα εκτός και από το να διδαχθείς τις θέσεις που καλείσαι να υπερασπιστείς, να διδάξεις και ποιος είναι ο σκοπός της μάχης.

Ειδικά, αν και όχι μόνο σ’ αυτό το ζήτημα, υπήρξε μόνιμη και σταθερή απουσία.

Γι΄ αυτήν την απουσία ειδικά, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Δεν είναι δεν μπορούσα, ήμουν άρρωστος, είχα δουλειές, ήμουν εκτός. Δεν είναι μία ώρα ψηφοφορίας και ένα κουραστικό ταξίδι με το αεροπλάνο. Είναι μία βασική, δομημένη διαδικασία, μία οργάνωση θέσεων και ιδεών, μία ουσιώδης αντίληψη του έργου και της αποστολής σου για κάθε μέρα από αυτές τις 1.826 ημέρες που έχεις αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Είναι στο τέλος της θητείας σου, στον απολογισμό που θα κάνεις, ταυτόχρονα εσωτερικό και εξωτερικό, να πεις «ήμουν εκεί, δίπλα τους», ή «απέτυχα».

Αλλιώς, θα είσαι και εσύ όχι μόνο ένας «βολεμένος χαραμοφάης πενταετούς υποχρεώσεως των 25.000 ευρώ» – αλλά ταυτόχρονα, και ακόμα χειρότερα, άλλη μία δίκαιη κριτική στο κοινοβουλευτικό έργο εν γένει αλλά και στην ενωμένη Ευρώπη που τόσο υπερασπίζεσαι.

~

Αλλά και ως πολίτης, η ευθύνη δεν σταματά σε πέντε δευτερόλεπτα στο ψηφοδέλτιο. Ξεκινά εκεί. Η πίεση φέρνει αποτελέσματα, η ενημέρωση θα αναγκάσει τους μοχλούς να γυρίσουν, ικανότερους να πάρουν θέση και έργο, και άλλους σαν και εσένα να ασχοληθούν. Είναι εφικτό; Ίσως, ίσως όχι. Αλλά η απουσία σου θα εκληφθεί ως αποδοχή – όπως ακριβώς και των ευρωβουλευτών σου.

Και όλο αυτό, χωρίς να παραγνωρίζω τις ευθύνες των κομμάτων που προτείνουν την ευρωομάδα της κάθε πενταετίας: προβεβλημένοι είναι δημόσια αναγνωρίσιμα πρόσωπα, καλλιτέχνες, αθλητές, πολιτικοί – και μερικοί εξ αυτών ήδη με ποινικές διαδικασίες να τρέχουν στην πλάτη τους. Κάποιοι (ακόμα και δημόσια πρόσωπα, δεν αντιλέγω) θα σταθούν άξιοι της ευθύνης. Πολλοί εξ αυτών, πολύ αμφιβάλλω.

~

Η εικόνα που έρχεται είναι αντιστοίχως μίζερη και θλιβερή με την προηγούμενη.

Θαυμάσια,αν είναι όντως αυτή η Ευρώπη που θέλουμε. Αλλά μην ξαφνιαζόμαστε μετά αν είναι απούσα, αφήνοντας τελικά τους επαγγελματίες lobbyστες και τους έχοντες συμφέροντα να καθορίζουν το μέλλον μας:

Εμείς θα είμαστε μονίμως και οδυνηρά με την θέλησή μας απόντες στα κέντρα αποφάσεων. Και όχι μόνο για μίας ώρας ψηφοφορία.

Υ.Γ.: Διαβάστε την εξαιρετική και πληρέστατη παρουσίαση του ThePressProject, μία από τις ελάχιστες (δεν ξέρω καν αν υπήρχε άλλη αντίστοιχη) ελληνικές δημοσιογραφικές αναφορές στο θέμα. https://thepressproject.gr/article/139635/Mauri-imera-gia-to-eleuthero-diadiktuo—Uperpsifistike-i-Odigia-Copyright-sto-Europako-Koinoboulio

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την συμφωνία των Πρεσπών, είτε ότι ήταν μία αρνητική, είτε ότι ήταν θετική συμφωνία, είτε πίστευε αυτό που πίστευε βαθιά μέσα του, είτε το χρησιμοποίησε πολιτικά, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Η κυβέρνηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρήκε τους 151+ που χρειαζόταν, και επικύρωσε από την Βουλή την συμφωνία μας με τους σκοπιανούς-φυρομίτες-βορειομακεδόνες γείτονές μας.

Την κάναμε την συμφωνία, άλλοι στεναχωρήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, και άλλοι δεν έδωσαν δεκάρα και συνέχισαν τις ζωές τους.

Το όνομα όμως, δεν ήταν ούτε το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό ζητούμενο αυτές τις ημέρες.

Πίσω από μία αμφιλεγόμενη απόφαση, υπήρξε μία εξαιρετικά επιζήμια διαδικασία, ένα μαχαίρι που μας πλήγωσε βαθιά, όλους μας, και μία μάχη που όχι μόνο χάσαμε, όχι μόνο δεν δώσαμε, αλλά και μόνοι μας, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό, με την δική του προσωπική ατζέντα, σχεδόν παραδώσαμε στον εχθρό.

Την μάχη με την ακροδεξιά.

~

Η συμφωνία ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, βούτυρο στο ψωμί της εθνικιστικής ρητορικής. Ήταν πολύ ξεκάθαρο, (όπως έγινε άλλωστε κατά κόρον και στο παρελθόν), ότι θα χρησιμοποιηθεί ώστε να μπολιαστεί ακόμα περισσότερο, ή και σε νέες γενιές που δεν είχαν καμία τριβή μ’ αυτό, μια σκέψη για εδάφη, χαμένες πατρίδες, προδότες που ξεπουλάνε την χώρα μας – στοιχεία δηλαδή που αποτελούν την βάση ενός σημερινού (παγκόσμιου, όχι μόνο ελληνικού) ακροδεξιού σκεπτικού.

Προφανώς, υπήρχε ένα στοίχημα να κερδηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους:

Η μεν κυβέρνηση, χρησιμοποίησε ως εύκολο επιχείρημα τον υπαρκτό, πράγματι, απέναντί της ακροδεξιό λόγο για να χαρακτηρίσει σχεδόν κάθε αντίθεση. Η κατάθεση της πλήρους συμφωνίας -μία κίνηση σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση- ήρθε πολύ, πολύ αργά, και είχε, τελικά, αντίκτυπο σε πολύ λιγότερο κόσμο τελικά.

Η δε αντιπολίτευση – κυρίως με την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας – υπήρξε το λιγότερο καταστροφική, και οδήγησε στην πλήρη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας, επιτιθέμενη κυρίως με συναισθηματικά συνθήματα, και ελάχιστα στην ουσία της συμφωνίας. Το ότι ιστορικά είχε στο παρελθόν αποδεχθεί παρόμοιες, αντίστοιχες λύσεις ως συμβατές με τα ελληνικά συμφέροντα, και τώρα στην ουσία δεν θα είχε πεδίο αντίδρασης, δεν είναι καν αποδεκτή δικαιολογία, καθώς είναι σε όλους σαφές ότι απλώς, για ψηφοθηρικούς λόγους, απευθύνθηκε σε ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο, με σκοπό να διαφοροποιηθεί από τους «εθνομηδενιστές» αριστερούς.

Φυσικά, όπως είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, η ακροδεξιά στην Ελλάδα βγήκε μόνο κερδισμένη από όλο αυτό. Από την μία, για άλλη μία φορά ξεκαθάρισε την θέση της απέναντι στους προδότες αριστερούς, από την άλλη στηλίτευσε την υποκρισία των ευκαιριακά μακεδονομάχων δεξιών, δημιουργώντας ένα στιβαρό ακροατήριο που υπάκουσε πειθήνια σε μία βαθιά ακροδεξιά ρητορική.

Όλο αυτό δημιούργησε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σκηνικό.

Οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στις διαδηλώσεις δεν ήταν απλώς αποδεκτοί αλλά αναμενόμενοι, οι ξεκάθαρα χρυσαυγίτες πολιτικοί και μέλη της ναζιστικής οργάνωσης που επιτίθονταν με ρόπαλα «μασκαρεύτηκαν» ακόμα και επισήμως ως …ακροαριστεροί(!) και η αντίδραση των ΜΑΤ ως προσπάθεια διάλυσης των συλλαλητηρίων, ενώ κάθε χαρακτηρισμός -ακόμα και απολύτως δικαιολογημένος- για ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίστηκε a priori ως κακόβουλος.

Η ακροδεξιά κυμάτιζε περήφανη, κάτω από την πλήρη κάλυψη των αρνητών της συμφωνίας, και λειτούργησε ταυτόχρονα ως εξαιρετικό εργαλείο όσων έβρισκαν την συμφωνία θετική για τα ελληνικά συμφέροντα.

~

Και εκεί που θα έλεγες ότι πιο χαμηλά στο πολιτικό σκηνικό μας δεν έχει, τέσσερις πανομοιότυπες αναρτήσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους από χθες, δείχνουν ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τέλος, και βόθρος που λέγεται ακροδεξιά θα χωρέσει ακόμα πολύ κάλυψη – με οποιοδήποτε, ακόμα και τελείως παράλογο επιχείρημα.

Οι αναρτήσεις μέμφονται την ΕΡΤ και την κυβέρνηση για την παρουσίαση του θέματος της αναγραφής συνθημάτων σε σχολείο της Ξάνθης:

Οι αντιδράσεις γίνονται με βάση φωτογραφία που δείχνει την ΕΡΤ να έχει κείμενο «Ρατσιστικά συνθήματα μίσους και τρομοκρατίας στους τοίχους του 3ου ΓΕΛ Ξάνθης» ενώ προβάλλεται το σύνθημα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Οι θετικές αντιδράσεις μετριούνται από μερικές εκατοντάδες, μέχρι χιλιάδες.

Στην πραγματικότητα, το ρεπορτάζ της ΕΡΤ (που μπορείτε να το δείτε ολόκληρο εδώ ξεκινά από το 2:30″) περιελάμβανε όλες τις αναρτήσεις στους τοίχους του Λυκείου. Με μοιρασμένο χρόνο σε κάθε φωτογραφία, προβλήθηκαν και τα συνθήματα «ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ ΣΤΕΚΙ ΞΑΝΘΗΣ – ΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ», «ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΕΜΕΙ Η ΓΗ – ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ….. ΚΑΙ ΛΑΓΟΣ» (είναι θολωμένο το ΠΟΥΣΤΗΣ που έγραφε το σύνθημα), «ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ», ενώ το σύνθημα έπαιξε και δυο φορές με υπότιτλο από την ΕΡΤ «ΘΥΜΑ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ».

Πουθενά η ΕΡΤ δεν αναφέρθηκε στο ρεπορτάζ της ούτε στο Μακεδονικό ζήτημα – ούτε ως αιτιολόγηση της αναγραφής των συνθημάτων, ούτε ως αναφορά στις ευρύτερες αντιδράσεις για την συμφωνία των Πρεσπών. Ούτε και ο εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ποτέ στο Μακεδονικό ζήτημα ως εξήγηση για τα γκράφιτι.

Πουθενά.

Βέβαια, μία φωτογραφία δεν λέει λόγια, ούτε εξηγεί το ρεπορτάζ που έπαιξε. Όμως ακόμα και η σταθερή εικόνα που παρουσιάζεται στους αντιδρούντες έχει σε περίοπτη θέση έναν κέλτικο σταυρό (όπως και όλες οι υπόλοιπες που γράφτηκαν στους τοίχους – με ξεκάθαρο ναζιστικό υπόβαθρο) φροντίζοντας να μην υπάρχει καμία απολύτως παρερμηνεία για τους συντάκτες των συνθημάτων και την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Αν και σε όλους όσους έφεραν αυτό το θέμα στην δημοσιότητα κάποιοι φρόντισαν (ευγενικά ή μη) να το επισημάνουν, η μοναδική ουσιαστική αντίδραση ήταν αυτή:

Δεν είναι κέλτικος ο σταυρός, καθώς δεν εξέχει. Όλα τα άλλα είναι λίγη σάλτσα παραπάνω.

~

Το γεγονός ότι η ακροδεξιά συμπορεύεται με την «Μία και Μοναδική Ελληνική Μακεδονία» θα μπορούσε να είναι μία εξαιρετική περίπτωση όπου η δεξιά ή έστω φιλελεύθερη σκέψη θα έθετε εαυτόν ξεκάθαρα εκτός άκρων, απλώς και μόνο καταδικάζοντας τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όχι μόνο προς το συμφέρον της, αλλά και προς το συμφέρον όλων μας: Η στάση του (προσωπικά απολύτως αντιπαθούς) Νίκου Δένδια στην Βουλή ο οποίος χειροκροτήθηκε αυθορμήτως από τους Συριζαίους βουλευτές όταν μίλησε στους χρυσαυγίτες για ναζιστικά σύμβολα – όπως επίσης και η στάση των Νεοδημοκρατών πολιτικών που χειροκρότησαν τον Συριζαίο βουλευτή Κοντονή που πήρε αμέσως μετά τον λόγο με αντίστοιχο περιεχόμενο, ήταν μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι μπορούμε με ηρεμία να κάνουμε το πρώτο βήμα για να συμφωνήσουμε στα βασικά, και να θέσουμε τις όποιες διαφωνίες ο καθένας έχει, με νηφαλιότητα και σοβαρότητα πάνω σε πραγματικές βάσεις.

Ο στρουθοκαμηλισμός και οι παρωπίδες οδήγησαν σε βαθιά ήττα όχι μόνο ακόμα και των όποιων σοβαρών αντιδράσεων στην συμφωνία που πνίγηκαν στις ακροδεξιές κραυγές, αλλά εν τέλει και όλους εμάς που αύριο θα πρέπει να ζήσουμε με τον αντίλαλο των ακροδεξιών αυτών φωνών, που θα μιλάνε, με δημόσιο βήμα, όλο και πιο έντονα, στην καθημερινότητά μας.

Είχαμε μία ευκαιρία να κάνουμε μία συμφωνία ίσως σημαντικότερη ακόμα και από αυτή για την οποία κληθήκαμε να πάρουμε θέση, μία συμφωνία αρχών, μία συμφωνία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς μισαλλοδοξία, για μία καλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη συμβίωση.

Ήταν μία συμφωνία που, όλοι μαζί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, αρνηθήκαμε να υπογράψουμε:

Δεν καταφέραμε να αποσύρουμε το «Ακροδεξιά» από το όνομα, την ιστορία, και το ύφος της χώρας μας και των πολιτών μας.

Και όσο βουλιάζουμε σε ένα ευκαιριακό και εύκολο μίσος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη άλλων χωρών γύρω μας και μακρυά μας, που βυθίζονται σε μία βαθύτατη ακροδεξιά ρητορική.

Είναι ακόμα εφικτό θεωρώ. Απλώς, είναι όλο και πιο δύσκολο.

Συνηθίζεται, στην αλλαγή του χρόνου να κάνουμε απολογισμούς και ευχές. Ευχές και όνειρα για το νέο έτος, με την ελπίδα πως, αυτήν την φορά, θα μπούμε επιτέλους στον κόπο να τα πραγματοποιήσουμε.

Τα όνειρα όμως, δεν θα γίνουν μόνα τους. Το χρήμα δεν θα πέσει από τον ουρανό, η υγεία δεν είναι βέβαιη αν δεν κάνουμε και εμείς αυτό που πρέπει με την σειρά μας, η φιλία και η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα αγώνα και αμοιβαίων υποχωρήσεων, όχι απλώς τύχης.

Το 2018, μου έδειξε πόσο γυμνοί είμαστε. Πέρσι σαν τέτοιον καιρό ονειρευτήκαμε ειρήνη, αλλά ο δολοφονηθείς Κατσίφας ηρωποιήθηκε από τα πιο επίσημα δυνατόν χείλη ως σπόρος για άλλους Κατσίφες αργότερα,

Ονειρευτήκαμε ανθρωπιά, αλλά για την Ελένη Τοπαλούδη φυλάξαμε τις χειρότερες κατάρες και κριτικές,

Ονειρευτήκαμε δικαιοσύνη, αλλά αν δεν υπήρχε μία τυχαία κάμερα, ο Κωστόπουλος θα ήταν από τις αστυνομικές πηγές «ναρκομανής κλέφτης που έπεσε επάνω του μία τζαμαρία» και από την κοινωνία μας παρέμεινε «ένας αρρωστημένος πούστης λιγότερος»,

Ονειρευτήκαμε ασφάλεια αλλά μετά τους 100 πλέον νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι προσδοκίες για μία ασφαλή ρυμοτομία έγιναν η πολυφορεμένη τόσα χρόνια πολιτική με νομιμοποιήση των υπαρχόντων αυθαιρέτων,

Ονειρευτήκαμε καλύτερη οικονομία, και βρεθήκαμε αυτούς που βρίζαμε λίγα χρόνια πριν να τους θεωρούμε τώρα «σοβαρούς επενδυτές», να ξεχνάμε τα Mall και να κάνουμε τις βόμβες «εξαγώγιμη πολεμική βιομηχανία»,

Ονειρευτήκαμε το τέλος του ρατσισμού, αλλά ο Πετρίτ Ζίφλε δολοφονήθηκε και ο Εμντί Ιμάμ Ουντίλ γλύτωσε το σπασμένο κεφάλι προτάσσοντας το χέρι του για να επιβιώσει του τυφλού μίσους,

Ονειρευτήκαμε μία φιλόξενη, ανθρώπινη γη αλλά δεκάδες πνίγηκαν πάλι στα υδάτινα σύνορά μας, και όσοι γλύτωσαν βιάζονται και κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ψυχολογικά και σωματικά τραυματισμένοι στα φιλόξενα και γεμάτα σκουπίδια και υπερπληθυσμό στρατόπεδα συγκέντρωσής μας,

Ονειρευτήκαμε μία αξιόπιστη δημοσιογραφία αλλά τα μέσα διανύουν τις χειρότερες στιγμές τους, συγκεντρώνονται σε ελάχιστους ισχυρούς ομίλους, επιβιώνουν με σκοτεινά έσοδα και εξυπηρετούν πρωτίστως όποιον πληρώνει αγνοώντας κάθε είδηση που «δεν αρέσει» στους χρηματοδότες τους,

Ονειρευτήκαμε κράτος δικαίου, και ακόμα και τώρα άνθρωποι αυτοκτονούν και δολοφονούνται στα Κολαστήρια – φυλακές μας χωρίς ουδείς να αναλαμβάνει την ευθύνη τους,

Ονειρευτήκαμε ευημερία και κάποιοι συνάνθρωποί μας ακόμα και απόψε είναι τυχεροί αν ζεσταίνονται με σόμπες – καθώς οι περισσότεροι δεν αντέχουν να αγοράσουν τα υπερφορολογημένα καύσιμα θέρμανσης για να την βγάλουν και αυτόν τον κρύο χειμώνα.

~

Τα όνειρά μας παρέμειναν ευχές. Δεν είναι περίεργο, κάθε άλλο – όταν αναλωνόμαστε σε εσωτερικές κόντρες όπου ο ένας βρίζει τον άλλον είναι δύσκολο να δώσουμε το χέρι ο ένας στον άλλον για να βοηθήσουμε μαζί, όλοι μαζί, τα (κοινά) όνειρά μας να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα:

Ποδοσφαιροποιούμε την πολιτική, ανάγουμε τους αρχηγούς σε ηγέτες, τους ηγέτες σε βασιλιάδες, σε σύμβολα που δεν αντέχουμε να τα αγγίξει κανείς, παίρνουμε κάθε μομφή προσωπικά και μαχόμαστε αναλόγως, για κάθε κριτική υπάρχει και ένα βολικό «ναι, αλλά ο δικός σου», και αρκούμαστε ικανοποιημένοι σε μικρές ανούσιες νίκες, όταν ο κάθε Εμντί Ιμάμ Ουντίλ πασχίζει να επιβιώσει σε ένα πάρκινγκ απέναντι σε έναν δολοφόνο με ένα λοστάρι που του σημαδεύει το κεφάλι, ο κάθε ανώνυμος φυλακισμένος στα κολαστήρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να εκτίσει την ποινή του, η κάθε Ελένη να μην θεωρείται δεδομένη από κανέναν, ο κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βαστάει άλλη μία μέρα με το παιδί του με την ελπίδα να γλυτώσει από το κρύο της σκηνής, να προλάβει να του μείνει φαγητό να φάει ή να μην τον βιάσουν αύριο.

Μπορούμε έτσι να ονειρευόμαστε όσο θέλουμε, αλλά το 2019 δεν θα μας φέρει τίποτα καλύτερο.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ εγώ, είναι να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί σε όσα συμφωνούμε: Όσοι συμφωνούμε ότι η ασφάλεια των φυλακισμένων μας είναι ευθύνη πρωτίστως της κοινωνίας μας, να απαιτήσουμε να τιμωρείται όποιος και να είναι υπεύθυνος όταν διακινδυνεύεται. Όσοι συμφωνούμε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έχουν στόχο τον άνθρωπο αλλά την φυλή, να τα καταδικάσουμε χωρίς «ναι, μεν αλλά». Όσοι συμφωνούμε ότι το θύμα δεν προκαλεί και δικαιολογεί τον θύτη, να το ξεκαθαρίσουμε ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο δράστης. Όσοι συμφωνούμε ότι η δικαιοσύνη οφείλει πρωτίστως να προστατέψει, να απαιτήσουμε να τιμωρηθεί παραδειγματικά κάθε ένας που παραβαίνει αυτήν την βασική αρχή. Όσοι συμφωνούμε ότι κανείς δεν πρέπει να κρυώνει τον χειμώνα, ότι όλοι πρέπει να έχουν στέγη, φαγητό, και υγεία, να το απαιτήσουμε όποιος και να είναι στην εξουσία.

Όσο τρωγόμαστε μεταξύ μας, όσο μαχόμαστε ο ένας τον άλλον με όπλο τις διαφορές μας και όχι τα κοινά μας ιδανικά, η εκάστοτε εξουσία μένει εκτός κριτικής, και ο κόσμος μας δεν έχει κανέναν-απολύτως-λόγο να παλέψει για να γίνει καλύτερος.

Μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας ένα καλύτερο 2019 από το 2018 που πέρασε. Αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα η ευχή μου, αν δεν κάνουμε -επιτέλους- κάτι όλοι μαζί γι’ αυτό.

Για το θέμα της ονομασίας της F.Y.R.O.M. έχω υπάρξει ιδιαιτέρως διακριτικός – κυρίως επειδή έχω μαύρα μεσάνυχτα.

Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω αν πράγματι, η παρούσα συμφωνία είναι ευνοϊκή για εμάς, αν είναι ευνοϊκή για τους γείτονες, αν στερεί από εμάς βασικά δικαιώματα, αν στερεί από τους γείτονες την αυτοκυριαρχία τους, ή αν τους δίνει πατήματα ώστε στο τέλος οι ακροδεξιότεροι εξ αυτών να διεκδικήσουν κάτι περισσότερο με βάση την τωρινή υπογραφή μας.

Σε γενικές γραμμές, αναγκαστικά, πατάω σε μερικούς προσωπικούς κανόνες ηθικής:

1. Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν άλλον για λογαριασμό της πατρίδας μου.

2. Δεν θέλω να αδικήσω την πατρίδα μου για λογαριασμό κάποιου άλλου.

3. Σε κάθε είδους συμφωνία γίνονται εκατέρωθεν υποχωρήσεις, και αυτό είναι και αναμενόμενο και αποδεκτό, αρκεί να μην υπάρχει εξόφθαλμη παραβίαση των δύο πρώτων κανόνων.

Αυτά. Αυτά νομίζω ότι αρκούν, και με βάση αυτά θα πορευτώ για να καταλάβω τι συμβαίνει και αν αυτή η συμφωνία είναι κακή, ή καλή.

Αλλά χρειάζομαι και κάτι ακόμα για να καταλάβω – και αυτό είναι επιχειρήματα.

~

Εδώ, τα πράγματα είναι δύσκολα. Δύσκολα, γιατί υπάρχουν εξαιρετικά ακραίες φωνακλάδικες απόψεις, που εμποδίζουν κάθε άνθρωπο που θέλει να ακούσει και να κατανοήσει τι συμβαίνει.

Να σου δώσω ένα καλό παράδειγμα:

«Η Μακεδονία είναι μία, και Ελληνική».

Κάθε επιχείρημα που ξεκινά με αυτήν την πρόταση, αυτομάτως με δυσκολεύει να την παρακολουθήσω. Και αυτό, γιατί ξεκάθαρα, από όλες τις πλευρές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, δεν υπάρχει «μία μόνο Μακεδονία».

Και δεν εννοώ το ασύλληπτο(*) «Μακεδονία την λέει όλος ο πλανήτης», γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου:

Για όλους, ακόμα και για όσους εξ ημών θεωρούν πως οι γείτονές μας καταχρώνται ένα όνομα που δεν τους αξίζει, η χώρα ονομάζεται ΣΗΜΕΡΑ, Fyrom. Ήτοι, Former Yugoslav Republic of Macedonia.

Of Macedonia.

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Το «Μακεδονίας» ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ. Είναι πρώην Γιουγκοσλάβοι, ναι, με μία Δημοκρατία, και μπράβο τους, αλλά «της Μακεδονίας». Είναι ξεκάθαρο, αρκετά χρόνια τώρα, ότι έχει θεμελιωθεί καθώς και εμείς (και όχι μόνο τώρα οι …»εθνομηδενιστές του Σύριζα») ότι αποτελεί την βάση κάθε συζήτησης: «Αν δεν θέλετε άλλη ονομασία, θα συνεχίζουμε να σας λέμε FYROM».

Όταν λοιπόν στο παράδειγμά μας η συζήτηση ξεκινά με το «Η Μακεδονία είναι μία, και Ελληνική», μπορώ να απαντήσω «όχι, έχουμε όλοι (όλοι, και όσοι διαφωνούν με την πρόταση για την αλλαγή της ονομασίας) αποδεχθεί, εδώ και δεκαετίες, συντεταγμένα και νόμιμα, ότι υπάρχει και άλλο κράτος με το επίσημο όνομα Μακεδονία, άρα αυτό μπορούμε να το ξεπεράσουμε» και, αν δημιουργηθεί οποιαδήποτε σύγχυση εκεί, προφανώς δεν μπορεί να υπάρχει άξια λόγου βάση συζήτησης.

Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα -προφανώς εκ των πιο σημαντικών- για το πως δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω της όποιες ήρεμες φωνές διαφωνίας (που θα καθόμουν ευχάριστα να ακούσω) από τις κραυγές που δεν εξυπηρετούν πουθενά.

~

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα θέμα που με απασχολεί.

Ποιος είναι ο εχθρός εδώ για όσους διαφωνούν με την κυβερνητική πρόταση;

Αυτό με απασχόλησε από την πρώτη στιγμή που (ξανά)ετέθη το θέμα της αλλαγής της ονομασίας. Έχω καταφέρει να ξεχωρίσω τα συμφέροντα Ρωσίας, Τουρκίας και Αμερικής στα Βαλκάνια, τους Ευρωπαίους, τον Σόρρος, τους «εθνομηδενιστές» του Σύριζα, τους Βούλγαρους και τους Αλβανούς που αποσκοπούν για δικούς τους λόγους σε μία αναστάτωση που ελπίζουν ότι θα τους βγει σε καλό. Και η λίστα συνεχίζεται.

Ο μόνος εχθρός που δεν έχει αναφερθεί πουθενά, είναι η ακροδεξιά.

Εγώ είμαι απόλυτα ειλικρινής λέγοντας ότι δεν έχω θέση στο θέμα της ονομασίας, και με χαρά θα ακούσω κάθε ήρεμη, λογική διαφωνία. Αν πειστώ ότι είναι λάθος θα το πω, αν πειστώ ότι δεν είναι πάλι θα το πω.

Μπορώ ακόμα και να δεχθώ (χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία) ότι μεγαλύτερες δυνάμεις (θα αρκεστώ σε Αμερικανούς, Ρώσους, Τούρκους κλπ) παίζουν τον ρόλο τους για να γείρει η απόφαση προς το δικό τους συμφέρον. Δεν είναι ούτε πρωτότυπο, ούτε απίθανο – αν και δεν θα με «έσπρωχνε» απαραιτήτως να διαφωνήσω με την πρόταση, καθώς δεν ετεροπροσδιορίζω την γνώμη μου.

Όμως, μαζί με την αντιπολίτευση που αντιδρά στην επερχόμενη συμφωνία, λόγος και χρόνος διαφωνίας έχει δοθεί και στην ακροδεξιά. Το γεγονός ότι συμπορεύονται σ’ αυτό το θέμα δεν με απασχολεί ιδιαιτέρως (όπως είπαμε, δεν ετεροκαθορίζω την γνώμη μου), αλλά το γεγονός ότι δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός εδώ είναι εσωτερικός, με προβληματίζει:

Αυτή η εικόνα όμως, θα έπρεπε να τύχει καθολικής καταδίκης:

Και είναι ιδιαιτέρως εύκολο να καταδικαστεί από την πλευρά που θέλει την συμφωνία, καθώς αποτελεί (δυστυχώς) ένα εξαιρετικό εργαλείο για όσους θέλουν να πείσουν αυτούς που δεν χρειάζεται να στύψουν ιδιαιτέρως το μυαλό τους – αλλά αποδεικνύεται ολοένα και δυσκολότερο να καταδικαστεί απερίφραστα από όσους συμπορεύονται με την γενικότερη αρχή της διαφωνίας για την προτεινόμενη ονομασία.

Ο βασικότερος εχθρός όσων διαφωνούν τίμια και με αξιοπρεπή επιχειρήματα, δεν είναι ο Σόρρος, ο Σύριζα και οι εθνομηδενιστές:

Ο βασικότερος εχθρός είναι οι κραυγές, τα σηκωμένα χέρια, η «μία και μοναδική Ελληνική Μακεδονία», η ακροδεξιά.

Και το βασικότερο πρόβλημα για όσους έχουν τίμια επιχειρήματα κατά της συμφωνίας είναι πως, είτε την χάσουν την μάχη της διαφωνίας, είτε την κερδίσουν, θα είμαστε όλοι χαμένοι.

Ταρατατζουμ!

Αύριο η Ελλάδα βγαίνει επισήμως από τα Μνημόνια.

Με ανακοινώσεις, με μία λαμπερή γιορτή, με διαγγέλματα εθνικής ανεξαρτησίας και επαναφοράς στην κανονικότητα.

Κάτσε να σου πω τι σκέπτομαι.

~

Κατ’ αρχάς, έχω μαύρα (οικονομικά) μεσάνυχτα. Το έχω πει εκατό φορές, αλλά οφείλω να το τονίζω σε κάθε άρθρο, μη τυχόν νομίζεις ότι για όσα πιστεύω ότι συμβαίνουν, έχω και απτές, οικονομικές αποδείξεις. Μπορεί να υπάρχουν, να έχω δίκιο – μα κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος, και όλα να ‘ναι αλλιώς, και με την άγνοιά μου να μην τα υπολογίζω σωστά. Δεν σου λέω λοιπόν *τι συμβαίνει*, σου λέω *τι πιστεύω* και ας αποδεχθούμε και οι δυο ότι μπορεί να είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Η Ελλάδα είναι μία κατεστραμμένη οικονομικά χώρα.

Με κατεστραμμένους οικονομικά πολίτες.

Η οικονομία είναι διαλυμένη, αφήνουμε να πεθάνουν άνθρωποι σε κέντρα κράτησης χωρίς καν να αναρωτηθούμε γιατί, οι συνταξιούχοι μας δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα, τα μαγαζιά είναι κλειστά, οι εταιρίες απ τις οποίες εισάγουμε δεν δίνουν πίστωση καθώς υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, οι άνθρωποι άνεργοι, δουλεύουν εκτός αντικειμένου και με τα ελάχιστα χρήματα, η φορολογία αβάσταχτη, ακόμα και οι μικροεισοδηματίες οφείλουν να πληρώσουν, οι επιχειρηματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχει νόημα να δουλεύουν αν είναι σωστοί στα βιβλία τους γιατί ένα τεράστιο ποσοστό πάει στην φορολογία, δεν παράγεται νέο χρήμα εκτός από τις σταθερές μας (τουρισμός κλπ), τα νέα παιδιά μας φεύγουν για να επιβιώσουν κάπως καλύτερα στερώντας μας τις ικανότητές τους, ενώ ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού κράτους έχει χαριστεί για τα επόμενα 100 χρόνια και περιμένει, υπομονετικά, την εκποίησή του.

Δεν λέω ότι την κατέστρεψαν αποκλειστικά τα μνημόνια, υπόψιν. Έχω ξαναπεί ότι τα μνημόνια αυτά καθ’ αυτά, μπορεί να είχαν και σωστά πράγματα, μπορεί και λάθος – η βασική μου αντίρρηση έχει να κάνει με τις εκβιαστικές συνθήκες με τις οποίες επιβλήθηκαν, με τους «πατερούληδες» της οικονομίας που απαίτησαν την υποταγή σ’ αυτά δίνοντας ελάχιστο χρονικό περιθώριο να ελεγχθούν (και να αμφισβητηθούν, αν χρειαστεί) οι αλήθειες τους.

Η δε ζημιά, δεν είναι μόνο οικονομική: Στο οικονομικό σκέλος μπορεί να γίνει μία αποτίμηση από πιο ειδικούς, στο σκέλος όμως της δημοκρατικής λειτουργίας ενός κράτους, έχουμε χάσει άμα τη εφαρμογή τους, πριν δούμε δηλαδή τα αποτελέσματά τους – ακριβώς λόγω των συνθηκών που αυτά εφαρμόστηκαν.

Όλες αυτές οι ζημιές, οι οικονομικές, οι δημοκρατικές, όλες αυτές οι καταστροφές δεν έχουν (για μένα, πάντα) ως δείκτη έναρξης το Καστελόριζο παρεμπιπτόντως. Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα, ως χώρα, καταστράφηκε από τα μνημόνια.

Η γνώμη μου είναι ότι η καταστροφή της Ελλάδας (οικονομική, δημοκρατική, ουσιαστική) έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν.

Μια Ελλάδα που δανειζόταν χωρίς περιορισμούς, μία Ελλάδα που ξόδευε χωρίς σύνεση, μία Ελλάδα στην οποία το χρήμα και η εξουσία ήταν το άλφα και το ωμέγα κάθε επιχειρήματος, μία Ελλάδα που κατέστρεφε συστηματικά ο,τι μπορούσε να της αποφέρει δουλειές και χρήματα βιοτεχνίες, βιομηχανία – μοιραία θα οδηγούσε σε μία Ελλάδα που θα έχανε την αυτοκυριαρχία της, σε μία εξαρτημένη χώρα, σε μία χώρα υπόδουλη σε όποιον είχε χρήματα και την δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του.

Η ζημιά δεν ξεκίνησε στο Καστελόριζο. Και, αν δεν το αντιληφθούμε αυτό, μοιραία, η ζημιά δεν τελειώνει στις 20 Αυγούστου του 2018.

Για να διορθωθεί η ζημιά, απαιτείται δημοκρατία, ισονομία, δικαιοσύνη, απαιτείται ουσιαστική, αξιοπρεπής δημοσιογραφία, απαιτείται κατανόηση των λαθών, προσπάθεια να εντοπιστεί τι τα δημιούργησε, και σαφή συναίνεση ώστε να μην επαναληφθούν.

Απαιτείται όχι μόνο να καταλάβουμε ότι κάναμε λάθος, αλλά και ΠΟΥ κάναμε λάθος.

Και αυτό, καθώς δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, δεν έγινε καμία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί. Και, για να είμαι σωστός, όχι μόνο δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, αλλά τα ίδια τα μνημόνια λειτούργησαν ακριβώς όπως δεν θα έπρεπε να λειτουργήσουν, διαβρώνοντας την συνείδησή μας, βουλιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, στερώντας μας από δημοσιογραφία, από άποψη χωρίς φωνές και από ηρεμία για να ανακτήσουμε την λογική μας.

Είμαστε ένας λαός που δεν έχει καταλάβει όχι μόνο το ΤΙ αλλά καλά-καλά ούτε και το ΠΩΣ φτάσαμε ως εδώ.

Για μένα η παιδεία κάθε ζημιάς είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Οι άνθρωποι θα κάνουν λάθος, είναι βέβαιο, και θα προχωρήσουν μπροστά μόνο αν το αντιληφθούν, το αντιμετωπίσουν, και το διορθώσουν.

Αλλιώς θα το επαναλάβουν – μέχρι να μάθουν.

Ταρατατζουμ και φαμφάρες λοιπόν, και χαίρομαι με την χαρά σας, αλήθεια, αλλά είμαι βαθιά ανήσυχος για το μέλλον: Τι λέμε με αυτήν την διαφήμιση στους υπόλοιπους λαούς;

Αν δεν τους πούμε, εμείς πρώτοι, ως παράδειγμα, πως χαλάσαμε την δημοσιογραφία μας, πως χαλάσαμε την ισονομία μας, πως σακατέψαμε την δημοκρατία μας – αν τους πούμε «Βγήκε η Ελλάδα! Είδατε; Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο! Μη φοβάστε, μπορείτε!» με μία οικονομία διαλυμένη, αν τους πούμε «Όλα καλά πια!» αντί να τους πούμε ότι τα μαγαζιά είναι κλειστά, ότι όλοι χρωστάνε παντού γιατί τους τελείωσαν τα λεφτά κάτω από το στρώμα, αν δεν τους πούμε ότι οι πολίτες φέτος θα κρυώσουν, περισσότερο από πριν, και θα πεινάσουν, περισσότερο από πριν, και θα κινδυνέψουν, περισσότερο από πριν, ότι οι επιχειρήσεις θα κλείσουν, περισσότερο από πριν – αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, θα τυφλωθούν απ τα βεγγαλικά μας, και θα πουν «λύνεται το πρόβλημα, αρκεί να κάνουμε ο,τι μας λένε» και θα την πατήσουν – όπως και εμείς.

Ο μόνος δείκτης όμως που δείχνει αν μία χώρα θα καταστραφεί ή όχι, είναι ο δείκτης Δημοκρατίας της.

Θα ήταν καλύτερο να τους πούμε «Έχετε σωστούς νόμους και λειτουργούς που τους εφαρμόζουν όπως πρέπει;» «έχετε αξιόπιστη και αξιοπρεπή δημοσιογραφία;» «Ασχολούνται οι πολίτες σας με την ουσία, λαμβάνοντας τα σωστά δεδομένα, δείχνουν ενδιαφέρον για τα κοινά; Ξέρουν να ξεχωρίζουν τις κραυγές από τις θέσεις;» «Είναι οι πολιτικοί σας άξιοι του ρόλου τους;»

Γιατί εμείς δεν τα είχαμε αυτά. Γι αυτο φτάσαμε μέχρι εκεί, και μετά μοιραία μέχρι εδώ.

Ούτε και τώρα, θεωρώ ότι τα έχουμε. Παρότι φεύγουμε -υποτίθεται- από εδώ.

Δεν είναι αυτό το σημείο των πανηγυρισμών μας. Και θα καταλάβω, όταν και αν έρθει ποτέ ότι ήρθε, γιατί σε εκείνο το σημείο θα έχουμε κατανοήσει, πρωτίστως, ότι δεν πανηγυρίζεται.

«Ουδείς δύναται να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Ελλάδας» διαμηνύει ο Υπουργός Εξωτερικών Κοτζιάς.

Το πιο τρανταχτό παράδειγμα ότι «ουδείς δύναται», το θυμάμαι ελάχιστα χρόνια πιο πριν, από το στόμα πρώην υπουργού.

Υ.Γ.: Γούστο έχει να μας πουν ότι σήμερα δεν ισχύει κάτι τέτοιο, να γίνει ακόμα πιο τραγελαφικό όλο αυτό…

Θα σου πω κάτι, όπως το καταλαβαίνω, αλλά πρόσεξέ με γιατί (καταπωσφαίνεται, εγώ δεν το περίμενα) μοιάζει να γίνεται όλο και πιο δυσνόητο:

Η Δημοκρατία για να λειτουργήσει, χρειάζεται συμμετέχοντες.

Απίστευτο; Και όμως, αυτή είναι η βασική πηγή της. Σε μία χώρα εκατό κατοίκων, πχ, αν αποφασίζουν οι δύο, έχουμε έλλειψη δημοκρατίας, όχι περίσσευμα.

Τώρα, για να μην συμμετέχουν οι υπόλοιποι, δύο βασικοί λόγοι υπάρχουν:

Ένα, δεν συμμετέχουν ενώ έχουν το δικαίωμα να το κάνουν.

Δύο, δεν τους επιτρέπεται η συμμετοχή, παρότι οι ίδιοι το θέλουν.

Για το πρώτο, απαιτούνται ενέργειες από την πολιτεία. Ίσως οι συνθήκες συμμετοχής είναι δύσκολες; Πρέπει να διευκολυνθεί η συμμετοχή. Μήπως οι διαδικασίες είναι δυσνόητες; Πρέπει να απλοποιηθούν. Μήπως ο άλλος βαριέται; Πρέπει να δημιουργηθούν σωστά κίνητρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι δουλειά του κράτους να «σπρώξει» όσους περισσότερους μπορεί να συμμετάσχουν.

Για το δεύτερο, είναι δουλειά των πολιτών να πιέσουν το κράτος να επιτρέψει σε όλους τους πολίτες να συμμετάσχουν στις διαδικασίες. Συνήθως είναι αποτέλεσμα φασιστικών, χουντικών ενεργειών, και απαιτούνται κάτι περισσότερο από ένα dislike στα social media – αλλά, εν πάσει περιπτώσει, ο,τι πρέπει να γίνει.

~

Ξεκαθαρίσαμε λοιπόν την θέση μου: η Δημοκρατία υπάρχει όταν συμμετέχουν όλοι. Όταν δεν συμμετέχουν, αν δυσκολεύονται πρέπει να τους βοηθήσουμε, αν τους απαγορεύεται πρέπει να εμποδίσουμε την απαγόρευση αυτή.

Τα προηγούμενα χρόνια είχα πολλές φορές τονίσει ότι οι κάτοικοι εξωτερικού είναι εκτός ουσιαστικά της διαδικασίας των εκλογών, και αυτό ήταν άδικο για μία σημαντική μερίδα ψηφοφόρων (σημαντική όχι απαραίτητα ως μέγεθος, αλλά κυρίως ως συμβολισμό) – και δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να αλλάξω γνώμη τώρα.

Δεν τους απαγορεύεται να ψηφίσουν – αλλά εμποδίζονται εκ των συνθηκών.

Και αυτό πρέπει να αλλάξει.

Ο αντίλογος (τουλάχιστον αυτός που διάβασα εγώ) βρίθει θέσεων που, και θα το έλεγα κομψά αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται, θα τον έθετα στην βάση της απλής ανόθευτης βλακείας – ή, ακόμα χειρότερα, μίας λογικής «εμείς ή αυτοί» που μόνο τρόμο φέρνει.

Τονίζω τα πιο σημαντικά στοιχεία:

Πρώτον, ζουν σε άλλες χώρες. Είναι δυνατόν να ψηφίζουν για τη δική μας τη ζωή και μάλιστα λόγω του εκλογικού τους βάρους να καθορίζουν κάθε εκλογικό αποτέλεσμα;

Ενδιαφέρουσα σκέψη, ας μην επιτρέπεται ούτε στους εντός Ελλάδος να μετακινούνται. Ο Αθηναίος να βγάλει βουλευτή Αθήνας, αλλά ο κάτοικος Αθήνας να του απαγορεύεται να ταξιδέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του να ψηφίσει τον βουλευτή της εκλογικής του περιφέρειας. Γενικά, στις εκλογές να απαγορεύονται οι μετακινήσεις. Για να δουλέψει δε σωστά αυτή η …ασπίδα προστασίας του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, να μην επιτρέπονται οι μετακινήσεις γενικώς (έτσι δεν θα ταξιδέψει ο άλλος έξι μήνες πριν τις εκλογές για να μας την φέρει. Χα)

Δεύτερον, είναι κατά μέσο όρο πολύ ευπορότεροι από τους κατοίκους της Ελλάδας και γι’ αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικοί. Είναι σαν να καθορίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα τα βόρεια προάστια της Αθήνας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ταξική σύνθεση του εκλογικού σώματος θα αλλάξει «μονόπαντα».

Ας ψηφίζει τότε ο κόσμος με Ε1 και μέσα στην Ελλάδα. Αν είναι φτωχοί, τότε να μετράει η ψηφος τους. Αν είναι …εύποροι, τότε να μετράει για μισή. Ή, ακόμα καλύτερα καθόλου. Χμ, όμως θα έχουμε και άλλο πρόβλημα: αν ο φτωχός ψηφίζει σαν πλούσιος; Ξέρουμε πως είναι αυτά με την ταξική συνείδηση – αλλάζει, δεν λαμβάνεται πάντα υπόψιν. Πρόβλημα. Ίσως αν αφήναμε μόνο ένα ψηφοδέλτιο χωρίς επιλογές….

Τρίτον, οι απόδημοι Έλληνες έχουν μια περιορισμένη σχέση με την Ελλάδα που εξαντλείται στην αγάπη, την υπερηφάνεια και -σε κάποιες περιπτώσεις- τη νοσταλγία τους για την Πατρίδα. Όχι για μια πραγματική Πατρίδα, αλλά για τη φανταστική Πατρίδα του ένδοξου παρελθόντος, της νεότητας αυτών των ίδιων ή των γονέων τους, του αφηγήματος που τους βοηθά να έχουν (και να πουλάνε) μια σπουδαία συλλογική ταυτότητα και, φυσικά, της Ελλάδας των διακοπών τους. Αυτοί, λοιπόν, θα ψηφίζουν για μια φανταστική Ελλάδα και την εκλογική τους ετυμηγορία θα την υφιστάμεθα εμείς που ζούμε στην πραγματική Ελλάδα. Τα κόμματα θα προσπαθούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους (κλίνοντας την πατρίδα σε όλες τις πτώσεις) και η πατριδοκαπηλία θα γίνει η μόνη νικηφόρα εκλογική στρατηγική.

Για το οικονομικό, πες το βρήκαμε, με ένα Ε1 καθαρίσαμε. Τώρα για το πόσο αγαπάει ο άλλος την πατρίδα του, θα είναι κομματάκι πιο δύσκολο. Ίσως με μία υπεύθυνη δήλωση; Και αν την αγαπάει διαφορετικά; Αν ψηφίζει την Ελλάδα που ονειρεύεται, και όχι αυτή που θέλει ο συντάκτης; Πρόβλημα. Ας ορίσουμε σαν κράτος πως πρέπει να αγαπάει ο καθένας την πατρίδα του, ποια πατρίδα πρέπει να φαντάζεται, για να έχουμε έναν μπούσουλα όλοι, και να μην οδηγούμαστε στις κάλπες άσκοπα.

Τέταρτον, δεν θα έχει κανένα νόημα η προεκλογική εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών, αφού τα αποτελέσματα θα καθορίζονται από εν πολλοίς ανενημέρωτους για τις πραγματικές συνθήκες, τα επίδικα και τα πολιτικά προγράμματα πολίτες που απουσιάζουν από την Ελλάδα.

Βέβαια κάποιος κακεντρεχής θα έλεγε ότι αν δεν είναι ενημερωμένοι, να τους ενημερώνουμε καλύτερα – όχι να τους στερήσουμε την ψήφο. Αλλά αυτό θέλει μάλλον πολύ κόπο, ή είναι δύσκολο – τέλος πάντων, ας μην ψηφίζουν να τελειώνουμε. Έχουμε και δουλειες.

Πέμπτον, δεν έχουμε δώσει ψήφο στους μετανάστες που ζουν και εργάζονται πολλά χρόνια στην Ελλάδα και η μοίρα τους κρίνεται από τις πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων. Θα δώσουμε ψήφο σε ανθρώπους που έρχονται εδώ μόνο για τουρισμό; Θα καθορίζουν δηλαδή τις κυβερνητικές πολιτικές οι καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών και όχι οι εργαζόμενοι σε αυτές; Αυτό μοιάζει περισσότερο με αποικιοκρατικό όνειρο παρά με δημοκρατικό.

Α, πες το ντε, τώρα είναι σαφέστερο: ή το ένα θα έχουμε, ή το άλλο! Είναι πλεονεξία να έχουμε και μετανάστες που ζουν και εργάζονται εδώ ψηφοφόρους, και …τουρίστες. Οχι τουρίστες, να το πούμε σωστά: «καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών». Δεν είμαστε και τίποτις αποικιοκράτες…

(«καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών». Τι θράσος…)

Έκτον, τι θα εμποδίσει συν τω χρόνω τη δημιουργία ενός κόμματος των αποδήμων από πλούσιους και φιλόδοξους μεσσίες της διασποράς; Μόνο οι ψήφοι των αποδήμων και όσων πιστεύουν στους μεσσίες εντός των τειχών θα φτάνουν για να εξασφαλίσουν την πρωτιά στις εκλογές. Θα πρόκειται για ένα μείγμα αποικιοκρατίας και μπερλουσκονισμού.

Και άμα αυτοί φτιάξουν και κανα κόμμα; Είναι τόσοι πολλοί, μάλλον περισσότεροι από τα 7-8εκ ψηφοφόρων που έχουμε εδώ, που μπορεί και να κυβερνήσει! Είναι ένας σοβαρός κίνδυνος, και απορώ μ’ αυτούς που ξεκαρδίζονται με την προοπτική αυτοί. Μικρόμυαλοι. Μπερλουσκονίσκοι.

~

Πέραν της πλάκας (παρότι δεν είναι αστείο, το αντίθετο) μία τέτοια γνώμη θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σθεναρά από την ίδια την κυβέρνηση. Κάτι που, όχι μόνο δεν έγινε, μα τουναντίον υπάρχει μία συγκαταβατική σιωπή που θα έπρεπε όλους να μας ανησυχήσει, και να μας ενεργοποιήσει.

Κλείνει ο συντάκτης το άρθρο του με το εξής:

Στο διά ταύτα: Η Ν.Δ. βλέπει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πολιτική ηγεμονία σε αυτό τον λαό. Και, όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ, υπάρχει πάντα η δυνατότητα, αντί να αλλάξει η ίδια, να αλλάξει τον λαό. Με λίγη παρωχημένη εθνικοφροσύνη και κλασική πατριδοκαπηλία, με ελιτίστικη αντιμετώπιση του υπαρκτού λαού και την υπαγωγή του στο φαντασιακό Έθνος, θα προσπαθήσει να στριμώξει τον ΣΥΡΙΖΑ και να υπηρετήσει το μικροκομματικό της συμφέρον. Το ζήτημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα κάνει: Θα δώσει ιδεολογικό αγώνα ενάντια στα αντιδημοκρατικά όνειρα της Ν.Δ. ή θα μιλήσει για «δίκαιο αίτημα των ομογενών που έχουν προσφέρει τόσα και τόσα στη μητέρα Πατρίδα»;

Λοιπόν, για να γίνει σαφές:

Τέτοιες θέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται εν την γενέσει τους – και όχι μόνο σε επίπεδο λέξεων, μα κυρίως σε επίπεδο πράξεων, όχι μόνο συμβολικά αλλά και πρακτικά, και όχι μόνο γιατί αυτές οι θέσεις είναι απ’ άκρη σ’ άκρη λάθος, μα κυρίως γιατί είναι ταυτόχρονα και ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ.

Γιατί λάθος; Να το πούμε απλά: οι άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΠΩΛΕΣΕΙ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Μπορούν κανονικά να έρθουν να ψηφίσουν, όπως και εμείς, ο,τι και αν ονειρεύονται, ο,τι και αν πιστεύουν, όσο ενημερωμένοι και αν είναι – ή δεν είναι, όσο ενδιαφέρον και να έχουν. Όλοι οι λόγοι που παρουσιάζονται, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ. Αυτό που ΔΕΝ μπορούν, είναι αν δεν πρόκειται για «εύπορους» ή «τουρίστες» και «καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών», είναι να βρουν τα ΧΡΗΜΑΤΑ και τον ΧΡΟΝΟ να ταξιδέψουν μέχρι εδώ.

Οι άνθρωποι αυτοί, πρέπει να έχουν έναν απλό τρόπο (έχει λυθεί αυτό το πρόβλημα σε άλλες, πιο προηγμένες χώρες, ας δούμε τις πράκτικές τους) ώστε η συμμετοχή να είναι όχι μόνο η ασφαλέστερη, μα και η μεγαλύτερη δυνατόν. Είναι εφικτό, απαιτείται ένα κόστος (μικρό, μεγάλο, πάντως απαραίτητο) και κυρίως η πολιτική βούληση για να γίνει.

Γι’αυτό το απλό συζητάμε…

Εκτός και αν δεν συζητάμε μόνο γι’ αυτό, αλλά για την απαρχή ενός ακόμα χειρότερου αποκλεισμού από τον οικονομικό, οπότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα…

Να τα μας πάλι για την θέση… Για «αποστασία» μιλούν οι ΑΝΕΛ μετά την ανεξαρτητοποίηση Λαζαρίδη, και ο εκπρόσωπός τους τον καλεί να παραδώσει την έδρα.

…Πάμε πάλι;

Η έδρα, ΔΕΝ είναι του κόμματος. Το Λαζαρίδη, και τον κάθε Λαζαρίδη, τον επέλεξαν και τον εξέλεξαν οι πολίτες, με την ελπίδα να εκφράσει τις θέσεις τους. Η απόσταση που επέλεξε να πάρει από τις θέσεις του κόμματός του, (καλώς ή κακώς – δεν έχει ΚΑΜΙΑ σημασία ούτε το γιατί, ούτε το πως) δεν θα έπρεπε να τον θέσουν εκτός βουλής.

Κρίνεται ως πολιτικός από τις πράξεις του, από τους πολίτες που τον ψήφισαν και τους οποίους υποχρεούται να συνεχίσει να εκφράζει όπως καταλαβαίνει αυτός, μέσα από την βουλή.

Όπως έχω ξαναπεί, είναι υποχρέωσή μας (εμάς, των πολιτών) να προστατέψουμε κάθε βουλευτή, είτε μας είναι αρεστή η απόσχισή του από το κόμμα του, είτε όχι, από τέτοιου είδους αιτήματα…

Προσπαθούσα πάντα να είμαι όσο πιο προσεκτικός δυνατόν όσο αφορά τα «μνημόνια» – με κύρια σκέψη ότι δεν είμαι per se εναντίον τους, αλλά είμαι σίγουρα εναντίον του τρόπου που αυτά έρχονται στην βουλή, την διαδικασία και τους χρόνους, και, κυρίως, τις εκβιαστικές συνθήκες που καλούνται οι βουλευτές να τα ψηφίσουν.

Πάντα πίστευα (ακόμα και τον καιρό που ήταν …όλοι αντιμνημονιακοί στην βουλή) πως κάποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν, αλλά με μέτρο, με σύνεση, με αντίληψη των οικονομικών και κοινωνικών αναγκών της χώρας, και κυρίως με ηρεμία, και όχι υπό καθεστώς πίεσης. Αντιθέτως, αυτό ακριβώς το καθεστώς πίεσης, είναι αυτό που κάνει τα μνημόνια να ψηφίζονται χωρίς κανείς να έχει τον χρόνο καν να τα διαβάσει – πολλώ δε μάλλον να αντιληφθεί τις συνέπειες που θα έχουν σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Αυτό το «μεσοπρόθεσμο» όμως, έχω την αίσθηση ότι έχει μέσα τους χειρότερους όρους που έχω δει ποτέ, μαζί με την μεγαλύτερη δυνατόν πίεση για να ψηφιστεί.

Δευτέρα 11 Ιουνίου κατατέθηκε στην βουλή, Πέμπτη 14 Ιουνίου ψηφίζεται κατεπειγόντως, ενώ ένα θέμα όπως το Μακεδονικό που (ασχέτως αν συμφωνώ εγώ ή όχι) έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την ελληνική ψυχοσύνθεση, ολοκληρώνεται ταυτόχρονα.

Όλα αυτά, υποδηλώνουν πλήρη ασέβεια προς τον κοινοβουλευτισμό, και την Δημοκρατία ευρύτερα – και, φυσικά, σηκώνουν κόκκινες ανησυχητικές σημαίες για το τι ακριβώς θα περιέχεται και επιχειρείται να συγκαλυφθεί με αυτές τις αποτρόπαιες διαδικασίες…

Διαβάζω από το thepressproject.gr:

Ανάμεσα στις σελίδες του πολυνομοσχεδίου, που αναμένεται να ψηφιστεί την ερχόμενη εβδομάδα στη Βουλή, συμπεριλαμβάνεται, (από τη σελ 73) και η τροποποίηση της δανειακής σύμβασης του 2015, μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, που κατέχει πλέον το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους. Η τροποποίηση αφορά τον ρόλο του Υπερταμείου, το οποίο, εκτός από την υποχρέωση να καταβάλλει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέος, μπαίνει πλέον και εγγυητής, δεσμευόμενο ότι σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος δεν μπορέσει κάποια στιγμή να αποπληρώσει μέρος του δανείου του, θα τα πληρώνει το ίδιο, μέχρι το ύψος των 25 δισ. Ευρώ.

Στο υπερταμείο, όπως είναι γνωστό, έχουν περάσει τα περισσότερα (αν όχι) πολύτιμα φιλέτα της ελληνικής περιουσίας, (μεταξύ άλλων ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ, κλπ)

Τώρα, ξεκαθαρίζω ότι από οικονομικά, δεν σκαμπάζω πολλά πράγματα. Ό,τι ακολουθεί, είναι προϊόν ελλιπούς πληροφόρησης, αλλά τίμιας αγωνίας:

Όταν διαβάζει κανείς αυτό:

Ουσιαστικά, η δημόσια περιουσία παύει να είναι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, καθώς σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο της ΕΕΣΥΠ, αυτή «δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται.»

Τι άλλο μπορεί να υποθέσει εκτός από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας;

Και μάλιστα, όπως γράφει εδώ πάλι το thepressproject:

Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 προβλέπει πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, που ξεπερνούν κατά πολύ τον μνημονιακό στόχο για 3,5% του ΑΕΠ. Για το 2018 το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φτάσει στο 3,56%, ενώ ο στόχος αυξάνεται για κάθε έτος, με αποτέλεσμα το υπουργείο Οικονομικών να εκτιμά πως το πρωτογενές πλεόνασμα του 2022 θα φτάσει στο 5,19% του ΑΕΠ.

Κάναμε δηλαδή δεκτές (προφανώς για να μας …εμπιστευθούν οι αγορές) δεκτές υψηλότερες προβλέψεις για πρωτογενή πλεονάσματα, και μάλιστα για χρονιές που υπάρχει η πιθανότητα (μεγάλη, λέω εγώ) να μην είναι καν κυβέρνηση ο παρών συνδυασμός Σύριζα/Ανελ!

Και, αν δεν τα πιάσουμε; Θα τα καλύψει το Υπερταμείο!

Που, ξαναλέω, τι έχει το υπερταμείο; Διαβάζω, μεταξύ άλλων:

Υπενθυμίζεται ότι στο Υπερταμείο (που ενσωματώνει, χωρίς να καταργεί, το ΤΑΙΠΕΔ) πλέον ανήκει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας, με περίπου 70.000 ακίνητα και οι εξής ΔΕΚΟ: ΟΑΣΑ και οι θυγατρικές του (ΟΣΥ και ΣΤΑΣΥ), ΟAKA, ΕΛΤΑ, Ε.Υ.Α.Θ., Ε.ΥΔ.Α.Π, ΔΕΗ, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Ελληνικές Αλυκές, ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ, Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου (ΑΕΔΙΚ), Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (Ο.Κ.Α.Α. ΑΕ), Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (Κ.Α.Θ. ΑΕ), ΔΕΘ -Helexpo και Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών. Ουσιαστικά, η δημόσια περιουσία παύει να είναι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, καθώς σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο της ΕΕΣΥΠ, αυτή «δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται.»

Και φυσικά, να σταματήσουμε λίγο να αναρωτηθούμε: ποια …πλεονάσματα; Απο ΠΟΥ θα έρθουν; Η υπερ-φορολόγηση έχει στερέψει ακόμα και τα στρώματα των πολιτών, νέες δουλειές ΔΕΝ υπάρχουν, τα μαγαζιά (κάντε μία βόλτα στην γειτονιά σας) ΔΕΝ ανοίγουν, για τις επιχειρήσεις ΔΕΝ υπάρχει μοντέλο ανάπτυξης, το κράτος δεν έχει ούτε για να ξεπληρώσει τις εσωτερικές οφειλές του, από ΠΟΥ θα βγουν τα λεφτά;

– Είτε από …μαγική λογιστική (αυτή που μας έφερε εδώ, μεταξύ άλλων)

– Είτε από πωλήσεις δημόσιας περιουσίας (και μάλιστα μπιρ-παρά, καθώς θα μένει για την τελευταία στιγμή η διαδικασία, και άρα χωρίς πρόγραμμα, και τουλάχιστον αξιοπρεπείς συνθήκες)

Αν αυτό δεν είναι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας – τι είναι;

Και, φυσικά, η επόμενη κυβέρνηση (ειδικά αν δεν έχει την ίδια σύνθεση) θα τολμήσει (όπως και η παρούσα) να πει: «Τι φταίω εγώ; Οι προηγούμενοι!»

Φυσικά, η παρούσα κατάσταση (αν, εν τη αγνοία μου την έχω δυστυχώς αντιληφθεί σωστά) είναι συνεπικουρούμενη από όλα τα κόμματα, πλην του ΚΚΕ: Πασοκ, Ποτάμι και λοιπά κόμματα που αποτελούν το Κιν.Αλ δεν έχουν καμία διάθεση να σταθούν εμπόδιο – αντιθέτως, θα εφαρμόσουν πιθανότατα κατά γράμμα τα λεχθέντα αν τύχει να συγκυβερνήσουν μετά, από την Ένωση Κεντρώων δεν έχω ελπίδα ουσιαστικής σοβαρής αντίδρασης, ενώ ακόμα και η Νέα Δημοκρατία θα κάνει πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης …μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα – παρότι ένα μέρος των λόγων που οδηγείται σ’ αυτήν την πράξη είναι υποτίθεται και η οικονομική διαχείριση της χώρας εκ μέρους των Σύριζα/Ανελ!

Ουδείς αντιδρά ουσιαστικά σ’ αυτήν την ζοφερή εικόνα, δηλαδή.

Και τι μένει;

Δύο κυβερνώντα κόμματα (αντιμνημονιακά, βεβαίως-βεβαίως) να …πανηγυρίζουν ότι μπορεί να βάλουν και γραβάτα, μία χώρα εντελώς διαλυμένη οικονομικά και χωρίς ορατό πρόγραμμα ανάπτυξης, και πολυνομοσχέδια που ξεπουλούν τα πάντα ..στην κολυμβύθρα του Σιλωάμ των επόμενων κυβερνήσεων, να κατατίθενται σε ελάχιστες ημέρες, και με ελλιπέστατη ενημέρωση καθώς καλύπτονται και με παράλληλες «βόμβες», και τα επόμενα στην σειρά να αναλάβουν να μην είχαν, και να μην έχουν καμία απολύτως αντίρρηση με όσα γίνονται – αντιθέτως.

Και ο πολίτης που βλέπει την δημόσια περιουσία να εξαφανίζεται, δίχως να μπορεί να αρθρώσει λέξη…

~

Υ.Γ.: Ρητορική ερώτηση: Που θα υπολόγιζε ένας σοβαρός πολιτικός αναλυτής ότι θα κατευθυνθεί αυτός ο θυμός όσων πολιτών αισθάνονται εγκλωβισμένοι από αυτήν την εικόνα; Και, κυρίως, τι αποτελέσματα περαιτέρω θα είχε όλο αυτό το σκηνικό για την Δημοκρατία μας;

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Η υπόθεση του φόρου επί των διαφημίσεων των τηλεοπτικών καναλιών έχει μία άκρως εντυπωσιακή διαδρομή: από το 2010 που πρωτοψηφίστηκε, ως μνημονιακή απαίτηση αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να γίνει πράξη (πέντε δύσκολα χρόνια λιτότητας, όχι χρόνια παχέων αγελάδων) καθώς κάθε χρόνο ψηφιζόταν η μεταφορά του για ..του χρόνου.

Το αποκορύφωμά της, οι πρώτες ημέρες του 2015, ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, όπου καθώς χάθηκε η προθεσμία μεταφοράς της καταβολής του φόρου, η Κατερίνα Σαββαΐδου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, αντικαταστάτρια του Χάρη Θεοχάρη, φρόντισε να μεταφέρει την πληρωμή του φόρου αυτού για ..του χρόνου, κάνοντας την καταβολή από μηνιαία σε ετήσια (και αλλάζοντας τοις πράξει έναν νόμο, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει αν θυμάμαι καλά)

Στην συνέχεια βέβαια, άλλαξε η κυβέρνηση, ήρθε ο Σύριζα, και κατάφερε να επανενεργοποιήσει τον φόρο, με έσοδα, καθώς ισχυρίζεται η ίδια, περίπου 20 εκ ευρώ ετησίως σύμφωνα με το γενικό λογιστήριο του κράτους (για τα έτη 2015 και 2016, αν είχε ενεργοποιηθεί το 2010 φυσικά θα ήταν πολλαπλάσια, αλλά τέλος πάντων)

Τα κανάλια στο μεταξύ διαμαρτύροντω για την φορολόγηση αυτή – και δικαίως, εν πολλοίς, θα πρόσθετα, καθώς η μνημονιακή οδηγία τους έβαζε ένα σκληρό μαχαίρι στα έσοδα – κάτι όμως που ίσχυε, τελικά, για όλους τους Έλληνες ως νομικά πρόσωπα αλλά και τις επιχειρήσεις σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για να βγούμε από την κρίση (με, ή χωρίς εισαγωγικά)

Μόλις πριν λίγες ημέρες, σε μία ανατροπή για έναν καταραμένο φόρο που έχει επτά χρόνια ζωής και μόλις ενάμισι χρόνο λειτουργίας, η κυβέρνηση Σύριζα ανακοίνωσε ότι …μειώνει τον φόρο από 20% σε μόλις 5% το 2018!

Ερωτηθείς ο Νίκος Παππάς, απάντησε ότι δεν είναι δώρο προς τα κανάλια, αλλά ήταν επιβεβλημένο καθώς «προέκυψαν νέες επιβαρύνσεις όπως η επιβολή τέλους 2% επί του τζίρου για τον ΕΔΟΕΑΠ» (την διάσωση του ταμείου των δημοσιογράφων) – και εν πάση περιπτώσει, θα μπει στα αδειοδοτημένα κανάλια που θα πληρώνουν πλέον και για την άδειά τους.

Έτσι καταφέρνουμε να έχουμε δύο ζητήματα, αντί για ένα – από τα οποία μάλιστα, προκύπτει ένα τρίτο!

Να τα δούμε (πλέον με την προσωπική μου ματιά, καθώς μέχρι τώρα κάνω μόνο αποτίμηση της πραγματικότητας);

Πρώτον, ασφαλώς και είναι δώρο στους καναλάρχες. Το 20% δεν είχε συνδεθεί με τις άδειες, ώστε να γίνεται συμψηφισμός τώρα, αντιθέτως, θα έπρεπε να πληρώνουν για μία άδεια, ΚΑΙ να φορολογούνται με αυτόν τον φόρο. Άδικος ο φόρος; Άδικος, συμφωνώ – όπως και ταυτόχρονα ήταν άδικοι οι περισσότεροι φόροι, οι μειώσεις και η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλους μας, επιχειρηματίες, πολίτες, συνταξιούχους κλπ. Άδικος, αλλά πέρασε και μία πενταετία που δεν είχε, χαριστικά, επιβληθεί.

Δεύτερον, η σύνδεση του φόρου με την «νέα επιβάρυνση για τον ΕΔΟΕΑΠ» είναι μία εξαιρετικά ενοχλητική ενέργεια, καθώς είναι (αν και αποφεύγω να κάνω σύγκριση του 2% επί του τζίρου με το 15% που γλυτώνουν από τα έσοδα των διαφημίσεων – δεν ξέρω την σύγκριση για τα δύο νούμερα, καθώς είναι επί διαφορετικής βάσης), κατ’ ουσία και με εντολή Υπουργού, ξεκάθαρη κρατική επιδότηση του ταμείου των δημοσιογράφων με χρήματα που θα έπρεπε να καταλήγουν σε όλους μας. Άρα, καταφέρνει εκτός από τους καναλάρχες, είναι ταυτόχρονα δώρο και στους δημοσιογράφους που ενισχύεται κρατικά το ταμείο τους – και μάλιστα χωρίς φραγμό (αυτή η επιδότηση μπορεί να συνεχίζεται χρόνια, ανεξαρτήτως της όποιας κατάστασης ή ανάγκης έχει τελικά το εν λόγω ταμείο)

Τρίτο όμως, που είναι λίγο περισσότερο ενοχλητικό, καθώς προκύπτει αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα: έστω ότι ο φόρος είναι άδικος, έστω ότι υπάρχει μία μείωση για να σωθεί το ταμείο των δημοσιογράφων, έστω ότι το ταμείο αυτό καταστρέφεται και έχει τίμια ανάγκη στήριξης. Κατανοητό. Γιατί όμως έχει τέτοια ανάγκη; Μου έρχονται στο μυαλό πέντε, έξι τουλάχιστον μεγάλες χρεοκοπίες δημοσιογραφικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια – και αναφέρομαι στις μεγάλες, γιατί οι μικρές είναι σαφώς περισσότερες. Χρεοκοπίες, με τρομαχτικές ζημιές σε τράπεζες, εργαζόμενους, την αγορά και … και τα ταμεία.

Δηλαδή, εκτός από την κρίση, εκτός από την «φυσιολογική» ζημιά που έπαθαν όλα τα ταμεία όλων των εργαζομένων, τα ταμεία επιβαρύνθηκαν και από κακοπληρωτές επιχειρηματίες του τύπου – μερικοί εκ των οποίων «σώθηκαν» από τρομερές ζημιές και δανεισμούς (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν πολλάκις σ’ αυτό) που τους βάρυναν χρεοκοπώντας τα πάντα, τις επιχειρήσεις τους, την αγορά, τις τράπεζες, τους εργαζόμενους, το δημόσιο, τα ταμεία.

Η ζημιά που δημιούργησαν στα ταμεία δε, χρεοκοπημένοι (και μη καθώς υπάρχουν και οι εν ενεργεία κακοπληρωτές) «επιχειρηματίες» είμαι βέβαιος ότι είναι τεράστια – αλλά, καθώς η κρατική ενίσχυση από τα χρήματα όλων μας θα καλύψει την ζημιά η μήνις για τις ενέργειές τους από συναδέλφους τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους από εμάς θα είναι σαφώς μικρότεροι.

Τα ταμεία σώζονται, παίρνουν μία βαθιά ανάσα – no harm done.

Και επιπλέον έτσι, με λιγότερη ζημιά, θα προκύψουν και λιγότεροι λόγοι οι δημοσιογράφοι να αναγκαστούν να κάνουν (επιτέλους!) την δουλειά τους και να ανακαλύψουν πως φτάσαμε στο σημείο να προκύπτουν δισεκατομμύρια (κυριολεκτικά) ευρώ ζημιάς από πέντε, δέκα επιχειρήσεις τύπου – ενώ ταυτόχρονα τα σημαντικότερα και αλώβητα στελέχη και προβεβλημένοι συνάδελφοί τους των επιχειρήσεων αυτών δεν θα αναγκαστούν να απαντήσουν σε …δυσάρεστες ερωτήσεις.

Εκτός λοιπόν από τους καναλάρχες, που μειώνεται η φορολογία τους, εκτός από τους δημοσιογράφους, που με χρήματα όλων μας επιβιώνει το τραυματισμένο (αλλά ταυτόχρονα ξεχωριστό, αντίθετα από τους υπόλοιπους από εμάς) ταμείο τους, ευνοημένοι βγαίνουν και οι αποτυχημένοι επιχειρηματίες του τύπου, που βλέπουν την ζημιές που προκάλεσαν (συνειδητά, ή μη) να μειώνονται και έτσι οι ίδιοι να γλυτώνουν από τον θυμό για τις ενέργειές τους.

Δεν είναι ένα, λοιπόν το δώρο. Δεν είναι καν τρία, γιατί ελοχεύει και ένα τέταρτο πρόβλημα – ίσως το πιο φρικτό απ’ όλα.

Και αυτό διότι κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό στην ευρύτερη έννοια και την ουσία της δημοσιογραφίας.

Ας το δούμε πιο ξεκάθαρα: Ενισχύει τους καναλάρχες, που θα βιώσουν σε μικρότερο βαθμό την πίεση που αισθανόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, ενώ ταυτοχρόνως δεν την έζησαν καν επί πέντε ολόκληρα χρόνια χάρη σε ωμή κυβερνητική προστασία – με τα όποια ανταλλάγματα. Ενισχύει τους δημοσιογράφους, παρέχοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν, αλλά θα κληθούν να το πληρώσουν από τα χρήματα που θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν. Ενισχύει τους κακούς επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι ασέλγησαν οικονομικά όχι μόνο στους εργαζόμενους, στις τράπεζες (και θυμηθείτε ποιος τα πληρώνει ΚΑΙ αυτά) και στα ταμεία – αλλά και στους όποιους τίμιους επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι προσπαθούν να είναι αξιόλογοι και οικονομικά και δημοσιογραφικά (συχνά αυτά τα δύο συμβαδίζουν) σε μία αγορά που η λαμογιά δεν τιμωρείται ποτέ (σε έναν κλάδο που εκ του ρόλου του θα έπρεπε να είναι ελεγκτικός και καταγγελτικός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο του τον εαυτό).

Όλα αυτά, επιπλέον, αφήνουν ένα δικαιολογημένο αίσθημα υποψίας «ανταλλαγής». Η βασική ουσία της δημοσιογραφίας είναι να ελέγχει την ισχύ, το κράτος, την εξουσία – και, για τα επόμενα χρόνια, αυτή η διαδικασία ελέγχου μολύνεται με μία συνεχή πληρωμή, από τον ελεγχόμενο προς τον ελεγκτή του – κάτι που ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι αδύνατο να μην ενοχληθεί και να θυμώσει με αυτήν την συναλλαγή.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι έτσι κατ’ αρχάς δηλητηριάζεται η ίδια η δημοσιογραφία.

Για άλλη μία φορά, στους κυριότερους τομείς που την αποτελούν θα προσφερθεί φροντίδα και προστασία, με θυσίες και βάρη των υπολοίπων, χωρίς να απαιτηθεί όμως ταυτόχρονα η κάθαρση που απαιτείται για να μην ξαναφτάσουμε εκεί:

Ποτίζονται όλα στον κήπο του απαραίτητου και χρησιμότατου δέντρου της δημοσιογραφίας, μπας και σωθεί το φρούτο της – χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να αφαιρέσει ουσιαστικά τα ζιζάνια που όχι μόνο θα ποτιστούν μαζί του, μα και πιθανότατα θα αφαιμάξουν και την όποια πιθανότητα να καρποφορήσει κάτι ουσιαστικό τελικά.

~

Αυτός ο περιβόητος φόρος λοιπόν, έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα σε ενοχλητικότατο καρκίνωμα, αλλά και σε εντυπωσιακή διαρκή αποκάλυψη της δυσκολίας, της αδυναμίας που έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις (άλλες λιγότερο, και δεν παραβλέπω ότι άλλες σαφώς περισσότερο) να «ξεκαθαρίσουν» ουσιαστικά τις παθογένειες του τύπου.

Και όπως έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, χωρίς καθαρό τύπο, χωρίς καθαρή δημοσιογραφία, δεν βλέπω καμία απολύτως πιθανότητα να έχουμε ούτε καθαρή δικαιοσύνη, ούτε καθαρή εξουσία.

Υ.Γ.: Παραλλήλως, και χωρίς να έχω γνώση γι’ αυτό, ο Θάνος Καμήλαλης έγραψε τα ίδια περίπου πράγματα για το θέμα, για λογαριασμό του ThePressProject (με περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες). Αξίζει να το διαβάσετε (και να ενισχύσετε το ThePressProject, επίσης)

Διαβάζω από την Αυγή:

* Στον ΣΚΑΪ επεβλήθησαν τρεις κυρώσεις, συνολικού ύψους 50.000 ευρώ για ισάριθμες παραβιάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας:

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα, πρακτική που απαγορεύεται από τον νόμο, για το δημοψήφισμα και για τις εκλογικές διαδικασίες. Ο νόμος επιτρέπει τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών μέχρι ώρα 24.00 τα μεσάνυκτα της Παρασκευής, πριν την εκλογική διαδικασία της Κυριακής. Ο αντιπρόεδρος Ρ. Μορώνης μειοψήφισε, ζητώντας υψηλότερο πρόστιμο, ύψους 50.000 ευρώ.

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις και τα «στρογγυλά τραπέζια» που διοργάνωσε ο σταθμός. Το ΕΣΡ διαπίστωσε πολλαπλάσια παρουσία των υποστηρικτών του ΝΑΙ έναντι του ΟΧΙ.

– κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων του ΟΧΙ και του ΝΑΙ. Διαπιστώθηκε εκτενής κάλυψη της συγκέντρωσης του ΝΑΙ και μηδαμινή παρουσίαση του ΟΧΙ.

* Στο MEGA επεβλήθη κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για επαναλαμβανόμενη προβολή δήλωσης -υπό μορφή “τρέιλερ”- του οικονομολόγου καθηγητή Ι. Τσαμουργκέλη, ο οποίος περιέγραφε τα δεινά που θα υποστεί η χώρα εάν πλειοψηφήσει το ΟΧΙ. Ο σταθμός ελέγχθηκε για παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

Εκκρεμεί ο έλεγχος του σταθμού για προσβολή προσωπικότητας ή άλλες παραβάσεις, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης «γκάλπ» στο δρόμο, όπου δημοσιογράφος εμφανίζεται να απωθεί ηλικιωμένο από την κάμερα, όταν αντιλαμβάνεται ότι η γνώμη του- εννοείται υπερ του ΟΧΙ- δεν είναι της προτίμησης του σταθμού.

* Στον ΑΝΤ-1 κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

* Στο Εψιλον επεβλήθη κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

Την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται η απόφαση για το STAR, καθώς όπως διαπιστώθηκε, μετέδωσε τη συγκέντρωση του ΝΑΙ 112 λεπτά και τη συγκέντρωση του ΟΧΙ μόλις 2 λεπτά.

Η απόφαση πάρθηκε με πλειοψηφία – ήτοι, 5 ψήφους υπέρ, 3 κατά (που ζητούσαν ως τιμωρία την απλή σύσταση)

Τα κανάλια κρίθηκαν ένοχα από το ΕΣΡ, που είναι ο αρμόδιος φορέας για να τα ελέγχει. Ένοχα για ποιον λόγο;

Μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα (κάτι που απαγορεύεται από τον νόμο) – ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις – ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων – παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

ξανά: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

Μην σταθείτε στο ΤΙ προώθησαν με αυτούς τους τρόπους τα κανάλια. Είναι εντελώς αδιάφορο (και το λέω όσο πιο εμφατικά μπορώ) προς ποια πλευρά κράτησαν αυτήν την στάση. Σημασία έχει ότι το έκαναν, και μάλιστα

ξανα: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

παραβιάζοντας νόμους, με σκοπό να αλλάξουν την γνώμη των ψηφοφόρων, με κάθε τρόπο.

Και η τιμωρία τους;

10.000 ευρώ στο ένα κανάλι, 15.000 στο άλλο, 20.000 στο άλλο. Παραλίγο, αν περνούσε η απόφαση των τριών μελών, να τιμωρούνταν με …«απλή σύσταση»

Άγιο είχαμε δηλαδή.

~

Η δημοσιογραφία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, έχει μερικούς κανόνες – κυρίως επειδή έχει μία σημαντική δύναμη, μία σημαντική εξουσία πάνω στο κοινό της. Μπορεί να αλλάξει θέσεις, συνειδήσεις, μπορεί να επηρεάσει κρύβοντας ή παραποιώντας την ειδησεογραφία τις αποφάσεις του κόσμου ή να εξηγήσει στον κόσμο τι πραγματικά συμβαίνει – είναι, εν πολλοίς, σημαντικό το έργο της – ίσως το πιο σημαντικό, κυρίως σε καιρούς σαν αυτούς που ζούμε τώρα.

Ειδικά όμως σε περίοδο εκλογών ή δημοψηφισμάτων, όπου ο επηρεασμός είναι άμεσος, οι κανόνες έχουν μπει για να προστατεύεται η ίδια η υφή της δημοκρατίας, από όποιον θέλει, για τον δικό του λόγο, να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Δεν μπορώ λοιπόν να κατανοήσω πως, η καταδίκη για αυτές τις παραβάσεις, ανέρχεται σε τόσο ευτελές ποσό για τιμωρία. Μου φαίνεται εξοργιστικά αταίριαστη η σχέση ζημίας, και προστίμου.

Το τρομαχτικό, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είναι το αστείο ποσό – όσο είναι το μήνυμα που παρέχει στους παραβάτες:

«Είκοσι χιλιάδες ευρώ. Μπορείτε να επηρεάσετε εκλογές, μπορείτε να παραβείτε τους νόμους για την προστασία της δημοκρατίας μας, μπορείτε να εκμεταλλευτείτε την εμπιστοσύνη των πολιτών, αρκεί, στο τέλος, να πληρώσετε το πρόστιμο: Είκοσι χιλιάδες ευρώ»

Αν μία ενέργεια, όπως αυτή των καναλιών στο δημοψήφισμα (ξανά: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ της θέσης που πήραν) ήταν επικίνδυνη για την δημοκρατία, το να τους τιμωρείς τόσο ελαφρά, τι είναι;

Γιατί να μην το ξανακάνουν, ακόμα και με άλλον ευνοούμενο, την επόμενη φορά;

Τι θα τους σταματήσει; Το …πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ;

Και πως θα προστατευτεί ο πολίτης από αυτούς που θέλουν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη; Τι ασφάλεια έχει, όταν οι έξι, επτά μεγαλύτερη σε ακροαματικότητα τηλεοπτικοί σταθμοί παραβιάζουν τον νόμο, και η τιμωρία είναι … ένα μηνιάτικο μεγαλοστελέχους;

Υπόψιν: Μπορώ να δεχθώ κάθε συζήτηση περί «αντικειμενικότητας» ή μη των μέσων. Μπορώ να κατανοήσω κάθε θέση που έστω με έναν κυνισμό τάσσεται κατά κάθε τέτοιας προσπάθειας να «οριοθετηθούν» τα μέσα.

Μα η βάση του προβλήματος, δεν είναι εδώ. Δεν συζητάμε για την ενοχή, ή μη. Δεν συζητάμε αν εγώ είμαι ρομαντικός, ή όχι με αυτά που αιτούμαι από τον Τύπο σήμερα. Τα μέσα κρίθηκαν ένοχα. Κρίθηκε ότι παραβίασαν, όντως, τον νόμο – και μάλιστα στην χειρότερη δυνατόν στιγμή, στην κορυφαία συγκυρία που θα έπρεπε να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Και μετά, τους εξήγησαν με αυτήν την «τιμωρία», με τον απλούστερο δυνατόν τρόπο, ότι «Δεν πειράζει. Δεν είναι αρκετά σημαντικό. Η τιμωρία σας, θα είναι ένα χάδι».

Φοβάμαι λοιπόν ότι, το μεγαλύτερο έγκλημα εδώ, είναι η ίδια η τιμωρία.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του σαββατοκύριακου. Ηταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Οτι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Αυτά έλεγα τότε, τις ίδιες ημέρες, το 2008. Προσπαθώντας να δω αν άλλαξε κάτι, απογοητεύομαι περισσότερο.

Όχι μόνο ξεχάσαμε, αλλά αποδείξαμε με τις πράξεις μας ότι προσθέτουμε βάρος στην ταφόπλακα κάθε ελπίδας για καλύτερες ημέρες.

Έκτοτε, από το 2008, ζήσαμε πολλά:

Ζήσαμε μνημόνια, και εντολές ξένων για το πως θα νομοθετήσουμε, και ποιος θα κυβερνήσει την χώρα μας (ακόμα και μη εκλεγμένοι),

Ζήσαμε υπεύθυνους για την κρίση, να μας κάνουν συνυπεύθυνους με τα «όλοι μαζί τα φάγαμε»,

Ζήσαμε άφθονη, ατιμώρητη αστυνομική και κρατική βία – όχι μόνο προς διαδηλωτές, αλλά και προς κάθε ταλαιπωρημένο που βρέθηκε στον δρόμο τους,

Είδαμε αθώους συμπολίτες μας να φτωχαίνουν, να ζουν με τα ελάχιστα, να ζουν με τα σκουπίδια – ή να καίγονται όπως το κοριτσάκι στην Θεσσαλονίκη, ή φέτος το παιδάκι με το κερί στην Λάρισα,

Είδαμε ένα κράτος να αναγάγει την φορολογία σε κύριο επάγγελμά του, ως «λύση» για όλα τα οικονομικά δεινά που μας βρήκαν,

Είδαμε κόμματα που υπόσχονταν αξιοπρέπεια – και έβγαιναν χάρη σ’ αυτήν την υπόσχεση – να πιάνονται χέρι-χέρι με Καμμένους και Νικολόπουλους, να λένε «αυτά τα λέγαμε πριν», να λυγίζουν μπροστά στην αδυναμία να τηρήσουν την υπόσχεσή τους,

Είδαμε το τρίγωνο τράπεζες – μέσα μαζικής ενημέρωσης – κόμματα να συνεχίζουν το έργο της αλληλοκάλυψης με κάθε τρόπο, κυρίως με σημαία το «too big to fail»,

Είδαμε από την μία τα κόμματα, να βγαίνουν με ψέματα, με Ζάπεια και Θεσσαλονίκες, με υποσχέσεις για τα δημοψηφίσματα, και να αυτοαναιρούνται αμέσως μετά, ή ακόμα και κόμματα υπερχρεωμένα και διαπλεκόμενα, να επιμένουν να «ξεκαθαρίσουν» την δική μας οικονομία,

Είδαμε επιχειρήσεις που στο παρελθόν εκμεταλλεύτηκαν φωτογραφικούς νόμους και τα στραβά μάτια του κράτους, όχι μόνο να παραμένουν αλώβητες, αλλά να συνεχίζουν να συναγελάζονται με το δημόσιο και τις κυβερνήσεις, σαν να μην έγινε τίποτα,

Είδαμε τις τράπεζες να καταρρέουν, και ουδείς, ούτε οι άρχοντές τους, ούτε οι εποπτικές αρχές, να οδηγούνται σε μία διαδικασία απόδοσης ευθυνών,

Είδαμε τις δήθεν ελπίδες μίας πιστωτικής ζωής να συντρίβονται, την δανεική καλοπέραση των πιο διαπλεκομένων εξ ημών να διαλύεται, και ο λογαριασμός όλων μας να έχει μόνο τιμή – μα όχι λογιστικό έλεγχο,

Είδαμε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφημερίδες και κανάλια, να λένε ψέματα, να λασπολογούν, να πασχίζουν να αλλάξουν την πραγματικότητά μας καταπώς τους βολεύει, βουτηγμένα και αυτά στα χρέη να νουθετούν για τον καλύτερο πολιτικό σωτήρα της επιλογής τους,

Είδαμε ανθρώπους να ζουν σε βρώμικες σκηνές ή να πνίγονται σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, να φυλακίζονται στην χώρα μας χωρίς κανέναν λόγο – μόνο και μόνο γιατί πάλεψαν να ξεφύγουν από έναν πόλεμο, και εμείς να μην τους παρέχουμε καν τα αυτονόητα, να τους δίνουμε «αμφίβολη ποιότητα-ποσότητα νερού και φαγητού», να τους αφήνουμε να κρυώνουν ή να πεθαίνουν σε μία πλαστική σκηνή, στο χιόνι ή σε μολυσμένες αποθήκες που βαφτίσαμε «καμπ»,

Να αφήνουμε μικρά παιδιά να κινδυνεύουν από σεξουαλική κακοποίηση, αδιάφοροι,

Είδαμε πολιτικούς να μην ευθύνονται για ένα τεράστιο χρέος των διακυβερνήσεων τους,

Είδαμε απίστευτη υποκρισία, σε όλους τους πολιτικούς χώρους, όπου αυτό που κατηγορούσαν εχθές γίνεται απαραίτητο σήμερα, και αυτό που ήταν απαραίτητο εχθές, σήμερα να είναι απεχθές,

Είδαμε την Ευρώπη όχι μόνο να αδιαφορεί, αλλά να επιμένει σε ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα, για να σώσει μεταξύ άλλων και το δικό της τομάρι,

Είδαμε μία Ευρώπη που κλείνει, σε κάθε ευκαιρία, τις πόρτες της σε όσους έχουν ανάγκη, και συνδιαλέγεται με γείτονες – δικτάτορες – εκβιαστές αρκεί να μην αντιμετωπίσει το ζήτημα της μετανάστευσης,

Είδαμε, εκτός από την Ευρώπη, και εδώ στην Ελλάδα οι γνήσιοι λάτρεις του ναζισμού και των κρεματορίων να αναλαμβάνουν «πολιτικό ρόλο», να αποδέχονται «πολιτική ευθύνη» για δολοφονίες και επιθέσεις με μολότοφ σε οικογένειες για να αποκομίσουν την ψήφο του κάθε εν δυνάμει ακροδεξιού φασίστα που εκτονώθηκε.

~

Είδαμε τόσα, τόσα πολλά πράγματα.

Φτάνουν τα λίγα καλά;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η αλληλεγγύη, των απλών ανθρώπων, του ανώνυμου γείτονά μας, -κόντρα σε κάθε στυγνή λογική, κόντρα σε κάθε φασιστική διαταγή- με όποιον τρόπο μπορούσε, σ’ αυτόν που είχε ανάγκη.

Αρκεί αυτό;

~

Η πεποίθησή μου ήταν, και είναι ακόμα, ότι είχαμε μία οφειλή να ξεπληρώσουμε τον Δεκέμβρη του 2008. Ως οι πολίτες που καθόρισαν, με την ανοχή και την εντολή μας, μία απίστευτα μεγάλη φούσκα ψεύτικων ονείρων, ψεύτικων θεών, ψεύτικης ελπίδας και προτεραιοτήτων, μας δόθηκε μία μοναδική ευκαιρία να προβούμε σε μία κρίση αυτογνωσίας, να γίνει ανάγκη η ειλικρίνεια, να δούμε που κάναμε λάθος, και πως, αληθινά, μπορούμε να το διορθώσουμε.

Να εξηγήσουμε, σ’ αυτήν την νέα γενιά που δολοφονήσαμε σε ένα πεζόδρομο στα Εξάρχεια, ότι έχουμε καταλάβει που έχουμε ευθύνη, και είμαστε πρόθυμοι να διορθώσουμε.

Αντ’ αυτού, από το 2008 και μέχρι σήμερα, κεράσαμε και κεραστήκαμε ψέμα, δολοπλοκίες, υποκρισία και εξαπάτηση. Μόνο εκ των συνθηκών στερηθήκαμε και άλλες πιστωτικές ζωές – αν και, σε μεγαλύτερο επίπεδο, δεν το χάσαμε ούτε καν αυτό το ψέμα.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός, δεν είναι απέναντι σε έναν αστυνομικό που πυροβόλησε, ένα βράδυ, επειδή πίστευε ότι μπορούσε να το κάνει ατιμώρητος. Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός είναι απέναντι σε εμάς, που δεν μας ένοιαζε καθόλου, πραγματικά, η συνέπεια των πράξεών μας.

Ελπίζω, ειλικρινά, όσοι διαμαρτυρηθούν δια της βίας, τότε, τώρα, και για πάντα για αυτήν την στάση μας, να κάνουν λάθος. Ελπίζω, ειλικρινά, να μην είναι αυτή η διαδικασία που αλλάζουν τα πράγματα.

– γιατί τα πράγματα θα αλλάξουν.

Ελπίζω μόνο, να επικρατήσει η λογική στους αποδέκτες του θυμού, σε εμάς, και να δούμε, ο καθένας μας και όλοι μαζί, τα δικά μας λάθη, να επαναπροδιορίσουμε τις αξίες μας, να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας, να αποδεχθούμε τα λάθη μας.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του 2008, ή τα σημερινά. Ήταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Ότι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Παρακολουθώντας κανείς τις τελευταίες εξελίξεις στην χώρα και με το θέμα (μα όχι αποκλειστικά) της συγκέντρωσης με τον διακριτικό τίτλο #παραιτηθειτε , είναι εύκολο να διακρίνει ένα πρόβλημα που χρονίζει, προφανώς, μα δεν λύθηκε ιδιαιτέρως με την «πρώτη φορά αριστερά»:

Οι κυβερνήσεις-κόμματα.

Η επιμονή των κομμάτων να «κουβαλάνε» το ιδεολογικό τους πρόσημο και όταν γίνονται κυβέρνηση, κάτι συνηθισμένο, αντιλαμβάνομαι, μα όχι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό.

Τούτη η κυβέρνηση, ειδικά στο θέμα του #παραιτηθειτε έχει ξεφύγει τελείως. Από τις δηλώσεις «αντίστοιχοι διαδηλωτές κάποτε φορούσαν γούνα», από το «η διαμαρτυρία είναι στα όρια της συνταγματικής ανοχής» μέχρι το «στρέφονται κατά της χώρας» της κυβερνητικής εκπροσώπου, σπεύδει να επικυρώσει, σε κάθε τόνο, ότι η κυβέρνηση φέρεται ως να είναι κυβέρνηση αποκλειστικά Συριζαίων.

Αυτό που ξεχνούν όμως με τέτοιες δηλώσεις, είναι ότι οφείλουν να είναι κυβέρνηση όλων. Και των ψηφοφόρων τους, και των ψηφοφόρων των άλλων κομμάτων. Και όσων συμφωνούν μαζί τους, και, πολύ περισσότερο ίσως, όσων διαφωνούν με την πολιτική τους και θα ήθελαν σε πρώτη ευκαιρία μία άλλη. Και όσων λένε «μείνετε», και όσων λένε «φύγετε».

Προσωπικά, μπορεί να πιστεύω ότι αυτή είναι μία κυβέρνηση που είπε ψέματα στους πολίτες που την εμπιστεύτηκαν – είτε γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είτε γιατί δεν ήθελε να διαχειριστεί το πολιτικό κόστος μίας διαφορετικής επιλογής της. Κρίθηκε, πράγματι γι’ αυτό, με την εκλογή του Σεπτεμβρίου – όπως περίπου κρίθηκε και το 2012 η τότε συγκυβέρνηση και συνέχισε το έργο της. Μα ακόμα και αν πήρε την δεύτερη ευκαιρία που ζητούσε, (έστω και αν της την έδωσε ένα μικρό ποσοστό του απογοητευμένου εκλογικού σώματος, μόλις το 57%), δεν παύει, ούτε στιγμή, να είναι κυβέρνηση ΟΛΩΝ των πολιτών αυτής της χώρας.

Θα έλεγε για την κομματική της πελατεία ποτέ «αυτοί μοιάζουν με αυτούς που φοράγανε κάποτε γούνα»; Θα τολμούσε να κρίνει μία επιλογή τους ως «εχθρική για την χώρα»; Όχι; Ε, τότε με τον ίδιο σεβασμό και προσοχή οφείλει να αντιμετωπίσει και αυτούς με τους οποίους διαφωνεί και δε θα την ψηφίσουν ποτέ.

Αυτό, όπως το βλέπω εγώ, είναι πολιτικός πολιτισμός. (Για να σας προλάβω, το «οι κόσμος από κάτω είναι παραπλανημένος, τους εκμεταλλεύονται οι διοργανωτές» όχι, δεν είναι ίδιον πολιτικού πολιτισμού όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ).

Κομματική κριτική μπορεί όντως ελεύθερα να κάνει ένα στέλεχος του Σύριζα ή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, ναι, θα προτιμούσα να μην – αλλά αυτό αφορά κυρίως τους ψηφοφόρους τους. Κυβερνητική κριτική όμως, οφείλει να γίνεται πάντα με γνώμονα την θέση ότι η κυβέρνηση μιλάει εξ ονόματι των πολιτών, όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων που την έφεραν εκεί.

Και αυτό, όπως και πολλά άλλα εξόφθαλμα λάθη που συνεχίζουν και με αυτήν την κυβέρνηση (όπως και με τις προηγούμενες) να γίνονται, μπορεί να λυθεί μόνο με πίεση των ψηφοφόρων τους.

Είναι σε θέση οι ψηφοφόροι του Σύριζα να πιέσουν ώστε να αντιμετωπιστεί με σεβασμό (ανεξαρτήτως διαφορών) ο κάθε πολιτικός τους αντίπαλος;

Αμφιβάλλω, μα δεν θα σταματήσω ποτέ να ελπίζω και να το ζητάω.

Ένας χρόνος Σύριζα. Δεν το συνηθίζω τόσο άμεσα – μα αφού επέλεξαν στον Σύριζα να το ..γιορτάσουν, ας δούμε τι σημείωσα κι εγώ, ως πολίτης, σ’ αυτό το διάστημα:

Update: Κάνω αναφορά σε 66 γεγονότα. Είχα αναφέρει αρχικά 48 γεγονότα, μα με την υπενθύμιση φίλων, αναφέρω και άλλα στο τέλος της λίστας – οι αναφορές θα έχουν ημερομηνία προσθήκης για πρακτικούς λόγους

  1. Ακόμα στο «Κολαστήριο», το Νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, υπάρχουν άνθρωποι σε τελικό στάδιο καρκίνου που πεθαίνουν έγκλειστοι – παρότι έχουν ψηφιστεί νόμοι που θα τους άφηναν ελεύθερους με την οικογένειά τους, οι νόμοι αυτοί δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως. Οι κρατούμενοι κάνουν -ακόμα- απεργίες πείνας για ένα ασθενοφόρο, ή για να τεθεί το Νοσοκομείο στην ευθύνη του λογικού φορέα που του ανήκει, το Υπουργείο Υγείας. Για πολλούς μήνες, λόγω ελέγχων, οι φυλακισμένοι δεν είχαν δημόσια φωνή για να μεταφέρουν τα προβλήματά τους.
  2. Ακόμα δεν έχουν τεθεί ευθύνες για τον θανάσιμο ατύχημα στα Ελληνικά Πετρέλαια, γεγονός που έγινε μάλιστα και υπό την κυβέρνηση Σύριζα. Το μόνο δημοσιευμένο πόρισμα που βρίσκω είναι της ίδιας της εταιρίας, που …χαιρετήθηκε από την ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου ως θετική ενέργεια(!) και τελικά ρίχνει την ευθύνη, εμμέσως, στους υπαλλήλους. Εκκρεμούν, το πόρισμα της Πυροσβεστικής (που είχε δηλώσει μάλιστα την ενόχλησή της όταν δεν την άφησαν να δράσει στην έκρηξη) και της Επιθεώρησης Εργασίας. Εγώ τουλάχιστον δεν τα έχω δει πουθενά.
  3. Ψηφίστηκε, και τέθηκε σε εφαρμογή το σύμφωνο συμβίωσης. Μία πολύ θετική ενέργεια που χρειάζεται όμως, και συνέχεια.
  4. Δεν έχω βρει κανένα νεότερο για τις έρευνες για την τηλεφωνική παρακολούθηση των κομμάτων (ΠΑΣΟΚ,ΝΔ,Σύριζα) που αποκαλύφθηκε λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Γενάρη του ’15. Ούτε δημοσιογραφικά, ούτε πολιτικά, ούτε δικαστικά ανακινείται αυτό. Σαν να μην έγινε.
  5. Οι υποσχέσεις στο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης δεν έχουν γίνει ακόμα. Το πρόγραμμα των πρώτων εκατό ημερών, δεν έγινε ποτέ όπως είχε δημοσιοποιηθεί. Ο κατώτατος πχ δεν έχει ανέβει, όπως υποσχέθηκαν τότε.
  6. Λύθηκαν από την κυβέρνηση τα προβλήματα, μα δεν έχει ξεκινήσει (με ευθύνη πια των δήμων όμως) η καύση των νεκρών.
  7. Δεν έχει γίνει τίποτα για τον διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους, ούτε καν σε θέματα παιδείας.
  8. Το σύνθημα «κανένα σπίτι στα χερια τραπεζίτη», έχει γίνει «προστασία για το 60% των δανειοληπτών».
  9. Για πρώτη φορά, μετά από πέντε χρόνια, οι τηλεοπτικοί σταθμοί επιτέλους κατέβαλλαν φόρο για τις διαφημίσεις. Συγκεντρώθηκαν έτσι μερικές δεκάδες εκατομμύρια.
  10. Η ΕΡΤ, στο διάστημα του δημοψηφίσματος, στάθηκε αξιοπρεπέστατη, παρά το αίσχος που συνέβαινε γύρω της από τα άλλα ΜΜΕ.
  11. Οι άποροι άνθρωποι, αν ζουν μόνοι τους, έχουν μία κάρτα 70 ευρώ (για συγκεκριμένα προϊόντα) τον μήνα για να επιβιώσουν. Εβδομήντα ευρώ.
  12. Οι απελάσεις (και για …πρακτικούς λόγους) δεν σταμάτησαν.
  13. Συνεχίζει να λειτουργεί το (χαρακτηρισμένο και οριστικά από το ΣτΕ) αυθαίρετο του TheMall
  14. Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, ψηφίστηκε μνημόνιο με απαράδεκτα μικρό χρόνο συζήτησής του. Στην ουσία, επιβλήθηκε από την κυβέρνηση η ψήφισή του με διαδικασίες fast-track, χωρίς καμία σοβαρή μελέτη για τις συνέπειές του, εν μέσω εκβιασμών από την τρόικα.
  15. Δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους. Η δημοκρατία συνεχίζει να δέχεται πλήγματα.
  16. Για πρώτη φορά η αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών, προχωράει. Έχω ενστάσεις για τον αριθμό των αδειών, και τις υπερεξουσίες αρμόδιου του Υπουργού, πάντως.
  17. Μετά από έναν χρόνο, η ΕΛΕ δεν έχει φέρει αποτελέσματα. Ξεκίνησε όπως ξεκίνησε, διεκόπη, δεν ξαναξεκίνησε. Ακόμα δεν έχουμε ξεκάθαρη και κοινά αποδεκτή εικόνα ποιος ευθύνεται για την οικονομική κατάσταση που μας οδήγησε στο μνημόνιο.
  18. Η Αμυγδαλέζα λειτουργεί ακόμα.
  19. Φτιάχθηκε το πρώτο (πραγματικό) κέντρο φιλοξενίας στο Βοτανικό σε αξιοπρεπείς εγκαταστάσεις.
  20. Στην Κόρινθο οι άνθρωποι κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας για να γλυτώσουν από τις απαράδεκτες συνθήκες. Αυτές τις συνθήκες τις έχουν παραδεχθεί ακόμα και μέλη της κυβέρνησης, και βουλευτές.
  21. Τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί. Οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες.
  22. Ακόμα καίγονται άνθρωποι από ξυλόσομπες. Η τιμή του πετρελαίου έχει πέσει πολύ λίγο, η φορολογία του παραμένει, τα επιδόματα που δόθηκαν πέρσι έγιναν πιο αυστηρά φέτος.
  23. Η λίστα Λαγκάρντ ελέγχεται, και έχει πάρει παράταση για έναν ακόμη χρόνο. Έχουν παραληφθεί και άλλες λίστες, αν έχω καταλάβει σωστά, και ελέγχονται και αυτές.
  24. Τίποτα δεν έχει αλλάξει για τις εταιρίες που μετέχουν σε έντονες διαδικασίες φοροαποφυγής, όπως είναι τα #LuxLeaks. Μεγάλες εταιρίες συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν νομότυπα.
  25. Στο περιουσιολόγιο (που δεν έχει κατατεθεί ακόμα, πάντως) ετοιμάζεται για άλλη μία φορά η εισαγωγή αδήλωτου εισοδήματος από το εξωτερικό, με έναν απλό φόρο, λειτουργώντας και ως ξέπλυμα χρήματος από παράνομες ενέργειες (μια πρακτική που μπορεί να ισχύει ήδη)
  26. Τα ΜΑΤ δεν φέρουν ΑΚΟΜΑ διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται. Οι υποθέσεις του Μανώλη Κυπραίου και του Μάριου Λώλου παραμένουν στο συρτάρι, χωρίς δικαίωση για τα θύματα
  27. Ψηφίστηκε η ιθαγένεια στα παιδιά δεύτερης γενιάς, αλλά και στους αλλοδαπούς της πρώτης γενιάς που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή μέσω της πολιτογράφησης
  28. Οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος. Δεν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του. Γίνονται και δεσμεύσεις ποσών που κανονικά προστατεύονται.
  29. Ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος, παρά τις αντίθετες δεσμεύεις.
  30. Παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας (κάτι δικά μου από το 2006, δεν θα τα θυμάστε εσείς) 🙂
  31. Με την ψήφιση του μνημονίου, η κυβέρνηση δέχθηκε την «αμνήστευση» του Ανδρέα Γεωργίου προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, για εντελώς άσχετη κατηγορία. Μια ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ υπόθεση
  32. Η Vodafone θα πληρώσει το πρόστιμο που της αναλογεί για τις παρακολουθήσεις σύμφωνα με απόφαση του ΣτΕ
  33. Το Μέγαρο Αθηνών συνεχίζει να παίρνει φορολογική ενημερότητα, και η διαδικασία προστασίας του κράτους από τον αλόγιστο δανεισμό του ακόμα, έναν χρόνο μετά, δεν έχει ξεκαθαρίσει.
  34. Ακόμα στην βουλή οι βουλευτές κάνουν τους ..δικαστές, και αποφασίζουν για ασυλία ή καταψήφισή της, χωρίς ουσιαστικά να αφορά η απόφαση πολιτική προστασία, όπως οφείλει.
  35. Για πρώτη φορά από την έναρξη των εργασιών της, η εταιρία Ελληνικός Χρυσός καλείται πρακτικά να αποδείξει τις περιβαντολογικές της δεσμεύσεις και εγκαλείται για τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις.
  36. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, για μία ακόμα χρονιά, πρέπει να ΠΡΟΠΛΗΡΏΣΟΥΝ τον φόρο της επόμενης.
  37. Ο Νικολούδης παραμένει αναπάντητα «απολυμένος» από την νέα κυβέρνηση.
  38. Οι κρατικές διαφημίσεις προς τα ΜΜΕ έχουν περάσει σε κεντρικό έλεγχο.
  39. Το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο καταγγέλει απαράδεκτες συνθήκες. Γενικά, τα νοσοκομεία βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση και φέτος.
  40. Η υπόθεση του Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι, παρότι ο εισαγγελέας για την υπόθεση Μπαλτάκου δέχθηκε ότι μπορεί να υπάρξει νόμιμη καταγραφή όταν αφορά εθνικούς λόγους.
  41. Καταγγελίες από τον ιατρικό σύλλογο ότι καρκινοπαθείς και οροθετικοί δεν λαμβάνουν τα φάρμακά τους λόγω ελλείψεων και κακών συνεννοήσεων.
  42. Επετράπη σε ξένο, μισθοφορικό στρατό, την Frontex να ελέγχει (ενόπλως) τα σύνορά μας για την είσοδο ανθρώπων. Φωτογράφιση του …σκάφους τους, επέφερε συλλήψεις(!)
  43. Όχι μόνο δεν έγινε τίποτα για να βοηθηθεί ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης που διδάσκει απόρους και μετανάστες από το παράλογο πρόστιμο που του είχε τεθεί, αλλά …αυξήθηκε κιόλας. ΑΥΞΗΘΗΚΕ.
  44. Το κράτος εκδικείται την Μαροκινή Σανάα Ταλέμπ η οποία παραμένει φυλακισμένη καθώς αρνείται να αποδεχθεί την απέλασή της. Έχει καταγγελθεί αστυνομική βία εις βάρος της, ενώ η ίδια μιλά για απαράδεκτες συνθήκες κράτησης για εκείνη και τις άλλες γυναίκες που έχουν φυλακιστεί για τους ίδιους λόγους [*]
  45. Ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας, ο εκ των ασφαλέστερων εισόδων στην χώρα, παραμένει κλειστός, οδηγώντας χιλιάδες ανθρώπους στην μόνη διέξοδο για την σωτηρία τους, να μπουν εν πλω στο Αιγαίο. Εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ τους και πολλά παιδιά, έχουν πνιγεί σ’ αυτήν τους την προσπάθεια εξ’ αιτίας αυτής της απόφασης.
  46. Για να φύγουν από τα νησιά που έχουν καταφτάσει, όσοι γλυτώσουν, είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν … εισιτήριο για το καράβι που θα τους οδηγήσει Αθήνα – παρότι το κράτος έχει ναυλώσει πλοία για την διαδρομή. Όσοι έχουν. Όσοι δεν έχουν;
  47. Όσοι φτάνουν στην Αθήνα, αφήνονται να κοιμούνται στους δρόμους της Ομόνοιας και της πλατείας Βικτωρίας, κινδυνεύοντας από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τους νεοναζί που καραδοκούν. Υπάρχουν καταγγελίες ακόμα για κακομεταχείριση από την ΕΛΑΣ, ακόμα και ρατσιστικό διαχωρισμό με βάση την χώρα προέλευσης.
  48. Η απόφαση του κράτους για την Μαρία Θεοφίλου , επειδή είναι σύζυγος κατηγορούμενου ως μέλος των Πυρίνων της Φωτιάς, και της Εύης Στατήρη για τον ίδιο λόγο. (Νομίζω) και οι δύο έχουν πλεον αποφυλακιστεί, η δεύτερη έπρεπε να κάνει πολυήμερη απεργία πείνας κλονίζοντας την υγεία της
  49. Η ρύθμιση για τους οφειλέτες των 100 δόσεων για την ευκολότερη αποπληρωμή των δανείων τους και η αλλαγή της (26/1/2016)
  50. Η αύξηση του ΦΠΑ (και στα νησιά) (26/1/2016)
  51. Ο σωφρονιστικός κώδικας και ο ποινικός νόμος έγινε πιο ευεργετικός (26/1/2016)
  52. Επαναπρόσληψη των καθαριστριών (ή ακύρωση της απόλυσής τους, δεν ξέρω ποιο είναι πιο δόκιμο) (26/1/2016)
  53. Με πρόσχημα την επιτάχυνση της δικαιοσύνης διευκολύνονται διαδικαστικά κατασχέσεις κ πλειστηριασμοί (26/1/2016)
  54. Επαναλειτουργία της ΕΡΤ (προσωπικά το κατατάσσω κατ’ αρχάς στα θετικά, μετά και την συμπεριφορά της στο δημοψήφισμα) (26/1/2016)
  55. Κατάργηση αυτοφώρου για ασφαλιστικές οφειλές (26/1/2016)
  56. Μη φορολόγηση εφοπλιστών. Δεν ξέρω καν αν έχουν πληρωθεί τα 150 περίπου εκατομμύρια που είχαν δεσμευτεί ότι θα δώσουν (επι Σαμαρά) έναντι φορολογίας. (26/1/2016)
  57. Μία ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη, τα επιχειρηματικά δάνεια που κατέληξαν πλέον σε ξένα funds (26/1/2016)
  58. Η 13η σύνταξη δεν έχει αποδοθεί ακόμα (26/1/2016)
  59. Κατάργηση του εισιτηρίου των 5 ευρώ στα νοσοκομεία (26/1/2016)
  60. Μη κατάργηση του 1 ευρώ ανα συνταγή (26/1/2016)
  61. Παράλληλο πρόγραμμα. Ανακοινώθηκε, ήρθε στην Βουλή αλλά ενεργοποιήθηκε με ΠΝΠ, καθώς έχουν αντιδράσει οι δανειστές ως μονομερής ενέργεια. Περιέχει πολλές ευεργετικές διατάξεις, μπορείτε να τις δείτε στο λινκ. (26/1/2016)
  62. Ο αρμόδιος υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Θοδωρής Δρίτσας μαθαίνει από …δελτίο τύπου ότι το ΤΑΙΠΕΔ έκανε δεκτή την προσφορά της Cosco για τις μετοχές του ΟΛΠ. (26/1/2016)
  63. Η αστυνομία δεν σταμάτησε τις μεθόδους καταστολής που συνήθιζε τόσα χρόνια (26/1/2016)
  64. Η Βουλή αναγνώρισε το κράτος της Παλαιστίνης (26/1/2016)
  65. Δεν εχει γίνει απολύτως τίποτα για να βγει από το συρτάρι και να συνεχιστεί η έρευνα για τους νεκρούς του Φαρμακονησίου (26/1/2016)
  66. Άλλαξε την (απίστευτη) απόφαση Σαββαΐδου για ..ετήσιο φόρο στις διαφημίσεις των τηλεοπτικών καναλιών, και υποχρέωσε τα κανάλια να καταβάλλουν (επιτέλους) τον μηνιαίο φόρο που παρακρατούσαν από την αρχή του έτους (29/1/2016)

~

Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν πολλά ακόμα – και κάποια θετικά, και κάποια αρνητικά. Για παράδειγμα δεν έχω ασχοληθεί καθόλου με την διαπραγμάτευση και τα οικονομικά, που δεν είναι ο τομέας μου για να ασκήσω αξιόλογη κριτική, επέλεξα να μην αναφερθώ στο δημοψήφισμα πλην ΕΡΤ (το έχω κάνει ενδελεχώς θεωρώ στο παρελθόν, και έχω άλλη εικόνα από την κοινά αποδεκτή) και έχω ελλειπή ενημέρωση από τα προβλήματα των μεταναστών και των προσφύγων – καθώς και κάποια θέματα με τα οποία έχω ασχοληθεί όντως στο παρελθόν, απλώς τα έχω ξεχάσει, όσα θυμηθώ θα τα προσθέτω στην πορεία. Για τα όποια θετικά πχ, η απουσία επικοινωνίας από τα ΜΜΕ για το όποιο θετικό έργο έχει κάνει η κυβέρνηση, δεν έχει προφανώς βοηθήσει. Η σειρά είναι τυχαία, όπως τα θυμόμουν και ανάκατα, κάτι που είναι θετικό για μένα μπορεί να μην είναι για εσάς – και τούμπαλιν. Η αρίθμηση είναι αποκλειστικά για να βοηθήσει τυχόν ενστάσεις σας στα σχόλια.

Η διγλωσσία πάντως του πριν και μετά τις εκλογές υπάρχει, είναι εμφανής σε αρκετά θέματα, και όπως έχω τονίσει και στο παρελθόν, κάθε κυβέρνηση που έχει πει ψέματα, είτε συνειδητά είτε χωρίς σωστό υπολογισμό, για να εκλεγεί, έχει απολέσει κάθε πιθανότητα να την αντιμετωπίσω προσωπικά επιεικώς.

Αποτίμηση; Κάποια από τα πράγματα που ζητούσα ως πολίτης, όντως έγιναν μα είναι πολλά, υπερβολικά πολλά, αυτά που χρεώνεται ως αρνητικά η παρούσα κυβέρνηση. Κάποια από τα αρνητικά είναι πρόβλημα κόστους, και καταλαβαίνω αν δεν λύνονταν αμέσως – κάποια άλλα όμως, όπως ο έστω σχολικός διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους δεν θα κόστιζαν τίποτα, και θα ήταν σημαντικά βήματα, ενώ κάποια άλλα, όπως η ουσιαστική στήριξη ανέργων και απόρων, θα έπρεπε να γίνουν με αυξημένη προτεραιότητα και πόρους.

Τα σχόλιά σας θα εμπλουτίσουν αυτήν την λίστα, για όσα έχω ξεχάσει, ή δεν ήξερα να αναφερθώ.

Τα λέμε, αν είμαστε όλοι εδώ, τον επόμενο χρόνο.

~

(*) Η δίκη για την Σανάα Ταλέμπ συνεχίζεται αύριο Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016 στα Δικαστήρια της Ευελπίδων – Κτίριο 2 όπου και θα πραγματοποιηθεί συγκέντρωση αλληλέγγυων.

Υ.Γ.: Για να είμαι δίκαιος, καθώς τα αρνητικά δεν έχουν την ίδια αντιμετώπιση από τα θετικά στα ΜΜΕ, εδώ η ομιλία του Τσίπρα στον απολογισμό για τον έναν χρόνο διακυβέρνησης Σύριζα.